ΜΕ ΠΟΙΑ ΜΑΤΙΑ ΘΑ ΤΟΛΜΙΣΩ ΝΑ ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΩ ΤΗ «ΜΠΙΑΝΚΑ»;

Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα

«Σύντροφοι, από πολύ μακριά ερχόμαστεΚαι πολύ μακριά πηγαίνουμε»(Παλμίρο Τολιάτι, Γενικός Γραμματέας ΙΚΚ)Με ποια μάτια, με ποιο βλέμμα θα ξανατολμίσω να κοιτάξω ευθέως την όμορφη «Μπιάνκα» (Σινεφίλ Δευτέρες του ΚΕΜΕΣ, σε μία μόνο προβολή ΒΑΚΟΥΡΑ 24 Ιανουαρίου 9μμ). Με ποιο θάρρος θα της προτείνω να συναπολαύσουμε την τεράστια μους σοκολάτα. Τι θα καταλάβει τώρα, πόσο επιφυλακτική θα είναι όταν της προτείνω να ξεκινήσουμε μία νέα «Περιπέτεια»; Λογικά θα μου απαντήσει ότι «δεν με ρίχνεις πια ούτε με Αντονιόνι, ούτε με παρόμοιες κουλτούρες». Εγώ, ο Νάνι Μορέτι, σκέφτομαι πως με αδικεί και αναρωτιέμαι ποιο κοινό φίλο θα βρω για να της πει την αξέχαστη φράση του συντρόφου μου Παλμίρο. Με ποια μάτια άραγε θα αντιμετωπίσουν την «Μπιάνκα» οι σινεφίλ της Δευτέρας; Αυτό το exploitation film σαφώς διαθέτει μια ανδρική ματιά, αφού γυρίζεται από τον Μορέτι. Οι θεατές, λοιπόν, είτε πρέπει να ταυτιστούν μαζί της, είτε να διαφωνήσουν έντονα. Ποιος όμως «διαιτητής» θα κρίνει την τεράστια διαφορά αυτοματισμών και στερεοτύπων που περιέχει η καθημερινή κουλτούρα του Νάνι και η άλλη της Μπιάνκα. Μόνο η παρακολούθηση της κορυφαίας ταινίας του Ακίρα Κορουσάβα «Ρασομόν» θα μπορούσε να προσφέρει κάποιες ελπίδες για το μεγάλο πρόβλημα της συνεπαφής των αντιλήψεων. Εδώ ο Μπράιαν Σίνγκερ θα αναρωτιόταν ποιος είναι ο Κάουζερ Σόζα («Συνήθεις Ύποπτοι»). Είναι η Μπιάνκα θύμα του Νάνι; Δεν δείχνει να το πιστεύει, απλά μετατρέπει τη ζεστασιά του γυναικείου κόλπου της σε αγκαλιά συγχώρεσης και ελαφράς συμπαράστασης. Μήπως κατά τον Μπρεσόν είναι η Θεία Χάρη (δες και τον «Πορτοφολά»). Τι θέλουμε τελικά από τις γυναίκες και τι εκείνες από εμάς; Αν ο άνδρας αποζητάει την κατανόηση, η γυναίκα σίγουρα αιτεί επίμονα την ασφάλεια. Όλα δείχνουν πως ο Τολιάτι είπε την ιστορικότερη φράση που αφορά στη σύγχρονη πανδημία: Όταν κάθε τόσο, πανέμορφοί, γοητευτικοί, προοδευτικοί και επιβλητικοί διανοούμενοι και ωραία παληκαριά αποδεικνύονται τέρατα τότε η έκπληξη θα έπρεπε να συναντήσει το ερώτημα πως άρχισαν όλα αυτά. Ναι, το αποδέχομαι ότι αιτείς τρυφερότητα, ασφάλεια, έναν ήρεμο ύπνο κοντά μου, αλλά σκέφτηκες ποτέ να εξερευνήσεις τους δικούς μου εμμονοληπτικούς νόμους, το κλειστό σύμπαν που με περισφίγγει; Τελικά για να γίνεις πολιτικός, αλλά και συναισθηματικός σύντροφος χρειάζεται υπομονή, δουλειά, αργές μεταβάσεις, σωστές ερμηνείες των λέξεων, σωστή αποκωδικοποίηση των σημαινομένων και ιδίως ένα μεγάλο προτέρημα: Να μάθεις πως ότι απαιτείς από τον άλλο μπορεί εκείνος να το έχει περισσότερη ανάγκη από εσένα. Αθάνατε Τολιάτι. Κάτι γνώριζε καλύτερα ο μέγας Ζαν Πιερ Μέλβιλ όταν δήλωνε: «Είμαι Δεξιός μέχρι μυελού οστών, αλλά γνωρίζω πως τον κόσμο μπορούν να σώσουν μόνο οι κομμουνιστές».

Α.Ν.Δ.

«ΜΠΙΑΝΚΑ»

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΒΑΚΟΥΡΑ

ΣΤΙΣ «ΣΙΝΕΦΙΛ ΔΕΥΤΕΡΕΣ»

Οι «Σινεφίλ Δευτέρες» του ΚΕΜΕΣ παρουσιάζουν την ταινία «Μπιάνκα» του Νάνι Μορέτι, τη Δευτέρα 24 Ιανουαρίου στις 21:00, στο cine ΒΑΚΟΥΡΑ (Μιχαήλ Ιωάννου 8, Θεσσαλονίκη, τηλ. 2310 233 665), στο πλαίσιο του αφιερώματος «Να έχεις και να μην έχεις».

Bianca, έγχρωμη, Ιταλία, 1983, διάρκεια 96′. Διανομή: StraDa Films, σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια.

Σκηνοθεσία: Νάνι Μορέτι. Σενάριο: Νάνι Μορέτι, Σάντρο Πετράλια. Παίζουν: Νάνι Μορέτι, Λάουρα Μοράντε, Ρόμπερτο Βετσόζι, Κλαούντιο Μπιγκάλι.

Ο Μικέλε είναι ένας καθηγητής μαθηματικών που μόλις ξεκίνησε να διδάσκει σε ένα σχολείο με ιδιαίτερες μεθόδους διδασκαλίας. Μια γυναίκα στη γειτονιά του δολοφονείται, ενώ εκείνος γνωρίζει την όμορφη συνάδελφό του Μπιάνκα, και ξεκινούν μία ερωτική σχέση. Πού θα τον οδηγήσει αυτή η σχέση και θα καταφέρει ο Μικέλε να οδηγήσει την αστυνομία στη σύλληψη του δολοφόνου;

Ο σπουδαίος Ιταλός δημιουργός μέσα από το πορτρέτο ενός ιδιόμορφου καθηγητή μαθηματικών, ο οποίος θέλει να επεμβαίνει στην προσωπική ζωή των άλλων και να την κατευθύνει σύμφωνα με τα δικά του ιδεολογικά πρότυπα, μας χαρίζει άλλη μία αριστουργηματική, βιωματική και υπαρξιακή ταινία, με «ελεύθερη» κινηματογράφηση και νεωτερικά ευρήματα.

Την ταινία θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου και μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση.

Στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη κρτική του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου, η οποία είναι η ακόλουθη:

«Η ταινία του Νάνι Μορέτι που την είδα πολύ ετεροχρονισμένα με κατέπληξε και αντιλήφθηκα ότι ήδη από τη δεκαετία του ’80 υπήρξαν προφήτες σκηνοθέτες εφάμιλλοι του Χάνεκε και άλλων που κατέγραψαν με ακρίβεια το συναισθηματικό αδιέξοδο, τη δυστοπία και τις «πειραγμένες» ψυχωσικές καταστάσεις του σύγχρονου ανθρώπου. Ο ήρωας, ένας ευγενικός νέος άνδρας περιπλανάται σε σπίτια, παρακολουθεί τους ανθρώπους και τους δικάζει για τις συμπεριφορές τους. Τα κίνητρά του είναι φαινομενικά ανεξήγητα, μια από τις πιο χαρακτηρηστικές φράσεις που λέει είναι «Οι φίλοι σε απογοητεύουν, οι νορμάλ άνθρωποι όχι». Ποιοι είναι όμως κατά τον ήρωα οι νορμάλ άνθρωποι, σε ποια στερεότυπα οφείλουν να υπακούν και τελικά να τους δημιουργούν ψυχοκαταναγκαστικές συμπεριφορές, ποια είναι η διαφορά μεταξύ ψύχωσης κοινωνικού φασισμού και ηθικολογίας; Ο Νάνι Μορέτι κινηματογραφεί με ένα υπέροχο στιλ που θυμίζει πολύ Γούντι Άλεν: Μεγάλα τράβελινγκ, στιγμές σιωπών, αιωρούμενα βλέμματα μέσα σε ηλιόλουστους χώρους και διαδρομές στο πράσινο. Ιδανικό τοπίο για μια ψυχή που θέλει να ξεκουραστεί και να μάθει την αλήθεια της. Ο Λουτσιάνο Τάβολι στη διεύθυνση φωτογραφίας κάνει μια εκπληκτική δουλειά αφήνοντάς μας να νιώσουμε ότι μέσα στο φωτογενές γεννιέται και το τερατώδες. Αξίζει να σημειώσω το εξαιρετικό τραγούδι που ακούγεται στην ταινία «In cielo in una stanza» το έγραψε και το τραγουδάει υποδειγματικά ο μέγας Ιταλός τραγουδιστής Τζίνο Πάουλι. Μεγάλη επιτυχία του Μορέτι είναι η αποστασιοποιητική ματιά του: Ανατρέπει τελείως τα κλισέ των ψυχοπαθολογικών θρίλερ και μένει στον ανεξερεύνητο ανθρώπινο παράγοντα που θα μείνει μέχρι τέλους έτσι. Ότι μπορούμε να καταλάβουμε θα το συνάγουμε μόνο από σιωπές, ματιές, κρατήματα χεριών, βουβές αγκαλιές και σιωπή. Ο Νάνι Μορέτι εδώ δημιουργεί τη συγκλονιστική του επίδοση ως εξής: Ακόμα ένας από εμάς αποκαλύφθηκε, ακόμα ένας από εμάς βγήκε στο φως για να αναδειχθεί η ανεξερεύνητη σκοτεινιά του. Ποιος, πως και γιατί; Δεν υπάρχουν απαντήσεις παρά μόνο αν ρίξουμε μια ματιά στους δίπλα μας. Σπάνια έχω δει τόσο χαμηλότονη υβριστική και εμπρηστική ταινία που θα τη ζήλευαν και οι Φερέρι – Μπουνιουέλ.»

Ταινίες που πλησιάζουν την προβληματική και το στιλ της «Μπιάνκα»: «Αγαπημένο μου Ημερολόγιο», «La messa è finita », «Palombella Rossa», «Το δωμάτιο του γιου μου» του Νάνι Μορέτι, «Η δεύτερη φορά» του Μίμο Καλοπρέστι, «Διαλύοντας τον Χάρι», «Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν», «Παντρεμένα ζευγάρια» του Γούντι Άλεν, «Ευτυχία» του Τοντ Σόλοντζ.

Την επόμενη Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου, θα προβληθεί το οσκαρικό και εμβληματικό ψυχόδραμα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, «Κραυγές και Ψίθυροι».

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις προβαλλόμενες ταινίες και τους συντελεστές τους, ανατρέχετε στο kemesfacebook και στο kemes.wordpress.com

Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα και κείμενο που λέει "σινεφίλ ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΒΑΚΟΥΡΑ "NA ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ NA ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ" ΔΕΥΤΕΡΑ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 21:00 ΟΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤ NANI ΜΟΡΕΤΙ ΜΠΙΑΝΚΑ StraDa ΚΕΜΕΣ"

ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΜΙΑΣ ΦΑΜΠΡΙΚΑΣ , ΣΤΗΝ ΙΡΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΜΕΧΡΙ ΣΤΟΝ ΖΟΦΟ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ.                                                                                                                                                                                      

«ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ» του Αχμάντ Μπαχραμί

από τον Γιάννη Ν.  Γκακίδη

Σε ένα πλινθοκεραμοποιείο εργάζονται  περίπου είκοσι εργάτες. Ολημερίς εργάζονται σε σκληρές συνθήκες και το βράδυ αποσύρονται στα αυτοσχέδια καταλύματα στον  ίδιο χώρο. Ο  σαραντάχρονος επιστάτης  Λοτφολά που, έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στις παράγκες του εργοστασίου, φροντίζει για την εξομάλυνση των εντάσεων ανάμεσα στο αφεντικό και τους εργαζόμενους. Ωστόσο οι επί μήνες απλήρωτοι εργάτες,  όταν καταφέρνουν μιαν ολιγόλεπτη  ακρόαση   από το αφεντικό, αυτό τους λέει τα ίδια στερεότυπα λόγια υποσχέσεων, με τα οποία καταφέρνει να τους κατευνάζει. Οι ασπρόμαυρες εικόνες του Αχμάντ Μπαχραμί δημιουργούν μιαν ενδιαφέρουσα αλληγορική ταινία, τόσο για το ίδιο το Ιράν, όσο και για το σύνολο του κόσμου μας. Η επανάληψη της ίδιας σκηνής με διαφορετική γωνία λήψης, θυμίζει Κιαροστάμι, αλλά και Μπέλα Ταρ.

 Μια ιστορία για τις μακιαβελικές  συμπεριφορές της εξουσίας, αλλά και την χωρίς προοπτική στάση και συμπεριφορά της εργατικής τάξης. Όσο η εξουσία σκαρφίζεται τρόπους να κατευνάσει τις διαμαρτυρίες και τη διεκδίκηση των εργαζομένων, μιας αξιοπρεπούς  μερίδας της πίττας και κατ’  επέκταση μιας καλύτερης ζωής,  άλλο τόσο  τούτοι ενδίδουν σε παραμυθίες και υποσχέσεις. Είναι σαφές από την αρχή της ταινίας  που, το πάει το αφεντικό, « στο στρίβειν δια του αρραβώνος», ήτοι υποσχέσεις μέχρι και τη στιγμή του απόπλου του πλοίου της απόδρασης, με τις τσέπες γεμάτες και τους εργαζόμενους στην πλήρη εγκατάλειψη και στις όποιες  ελπίδες για πιθανή θεϊκή αρωγή. Και ενώ για τη δική μου οπτική η ιστορία μοιάζει με καζάνι που σιγοβράζει, μια βραδυφλεγής βόμβα, που θα σκάσει, θα εκραγεί, για την οπτική του ιρανού σκηνοθέτη δεν είναι. Ίσως επειδή η δική μου λογική ανήκει σε μιαν άλλη εποχή και εμπεριέχει τον ιδεαλισμό της εφηβείας μου, ενώ του Αχμάντ Μπαχραμί μοιάζει να είναι απλά η ρεαλιστική καταγραφή του δυστοπικού σήμερα. Ας δούμε το Ιράν από την επανάσταση του 1979 και μετά, με την κυριαρχία του θεοκρατισμού. Χιλιάδες ιρανοί που αγωνίστηκαν για την κατάλυση της μοναρχίας και την απομάκρυνση του  Σάχη, ζούνε εξόριστοι, θλιμμένοι και απογοητευμένοι μακριά από την πατρίδα και τους συγγενείς τους. Για δημοκρατικές ελευθερίες ούτε καν λόγος. Ουκ ολίγα κινηματογραφικά τεκμήρια και όχι μόνον, βλ. Κιαροστάμι, Παναχί κλπ. Δείτε τώρα και τον υπόλοιπο κόσμο της αστικής  Δημοκρατίας. Δε θα μιλήσω για τις δημαγωγικές μεθόδους της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ούτε για τις μεθόδους των κατ’  όνομα σοσιαλιστικών διακυβερνήσεων. Θα σταθώ στο αναμφισβήτητα δυστοπικό σήμερα, με αποκορύφωμα την δημιουργημένη υγειονομική κρίση των δύο τελευταίων χρόνων. Οι αντιδράσεις ελάχιστες έως μηδαμινές με τον φόβο του θανάτου να κυριαρχεί παντού. Όλοι πια συνειδητά μελλοθάνατοι, μόνο που το μέλλον έχει μόλις δύο εβδομάδες διάρκεια. Ναι, αυτές οι ατέρμονες δύο εβδομάδες που, διαρκούν δύο χρόνια και  χρειάζονται  η επιστήμη και η εξουσία για να εκτιμήσουν την πορεία του ιού και κατ’  επέκταση την πορεία της ανθρωπότητας. Δείτε, πως αντιδρούν οι εργάτες στο πλινθοκεραμοποιείο, ακόμη και όταν  το αφεντικό την κοπανάει. Ζαλισμένοι, ανήμποροι, ματαιωμένοι ακόμη και από την πιθανότητα επιβίωσης. Μοναδική ελπίδα τους  ο υπονοούμενος  μεταθανάτιος παράδεισος. Ακόμη και η κρυφή ελπίδα  του Λοτφολά  για ανταπόκριση στο ερωτικό του σκίρτημα  για τη Σαρβάρ,  σμπαραλιασμένη από την αδηφαγία του αφεντικού. Φίλοι μου, ο Μπαχραμί καλά μας τα λέει, απέριττα και ρεαλιστικά, χωρίς φιοριτούρες, απαισιόδοξα, αδιέξοδα , χωρίς ελπίδα. Ίσως, λέω ίσως, με την απώλεια της ελπίδας, να γεννηθεί η ανάγκη για αντίδραση, έστω και για αυτοχειριαστική εκδίκηση, εν είδη Κούγκι, Ζαλόγγου, Αραπίτσας. Δείτε, πως αντιδρούν  οι εργάτες απέναντι στα θανατηφόρα ερεθίσματα της εξουσίας  στην ιστορία του Μπαχραμί. Τίποτα, νάδα, νάθινγκ, νίχτς. Ούτε καν καλύτερες συνθήκες σφαγής δεν απαιτούν. Τα  πρόβατα τουλάχιστον βελάζουν, απέναντι στην λάμα του σφαγέα τους. Μια παραβολική ιστορία, ανάμεσα  στους τοίχους μιας φάμπρικας, η προβολή των οποίων, συναντά  την  πολιτικοκοινωνική  πραγματικότητα στο Ιράν και καταλήγει στον  σημερινό ζόφο της Υφηλίου, ανάμεσα στα πλοκάμια της παγκοσμιοποίησης.  Με εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία και αρκετά βραβεία, προεξάρχοντος αυτού στην Μόστρα της Βενετίας.  

ΜΙΑ «ΜΠΙΑΝΚΑ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΑΝΙ ΜΟΡΕΤ

Bianca (1983) - IMDb

Ο Νάνι Μορέτι όπως δεν τον φανταστήκατε ποτέ: Ένα δείγμα της πρώιμης δουλειάς του, μια ταινία της νιότης του, μια ταυτόχρονα σκοτεινή και φωτεινή περιπλάνηση. Η δική του «ΜΠΙΑΝΚΑ» είναι μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες όλων των εποχών, ανεξήγητη, αντιφατική, απειλητική και χαρούμενη. Πως ακτινογραφούμε τις φαντασιώσεις μας, γιατί πλάθουμε τον κόσμο σύμφωνα με τους νόμους μας; Θα μπορούσε να ήταν μια δουλειά της Πατρίτσια Χάισμιθ, ένα θρίλερ του Γούντι Άλεν, όμως είναι ένας ατόφιος καθαρόαιμος Μορέτι. Με ποια καρδιά να αφήσεις την ωραία Μπιάνκα, με ποιο κουράγιο να εγκαταλείψεις τη Ρώμη; Σήμερα όσο ποτέ η «ΜΠΙΑΝΚΑ» μας ανήκει, μας βοηθάει να καταλάβουμε τον σύγχρονο κόσμο. Και ακόμα ένα φιλμ πλημμυρισμένο από τη μουσική να μας συντροφεύει. Όλα αυτά σε μία μόνο προβολή, τη Δευτέρα 34 Ιανουαρίου στις 21:00 στο ΒΑΚΟΥΡΑ. Απολαύστε τώρα δύο εξαιρετικά τραγούδια που ακούγονται στο φιλμ:Το ένα από την Κατερίνα Καζέλι:https://www.youtube.com/watch?v=7PHxLUR6AnIΤο άλλο από τον Τζίνο Πάουλι:https://www.youtube.com/watch?v=9Rp1dBL3ffkΑπολαύστε την «ΜΠΙΑΝΚΑ», απολαύστε τη δυστυχία μας γιατί η ζωή είναι ωραία και χωρίς μους σοκολάτα.

Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα και κείμενο που λέει "σινεφίλ ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΒΑΚΟΥΡΑ "NA ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ NA ΜΗΝ ΕΧΕΙΣ" ΔΕΥΤΕΡΑ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 21:00 ΟΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤ NANI ΜΟΡΕΤΙ ΜΠΙΑΝΚΑ StraDa ΚΕΜΕΣ"

Spotlight στον ιταλικό καλτ κινηματογράφο: Συνέντευξη με το σκηνοθέτη Sergio Martino

Του Πάνου Μουζάκη

Σέρτζιο Μαρτίνο

Νομίζω πως όταν γίνεται αναφορά στον ιταλικό καλτ κινηματογράφο, ο σπουδαίος Σέρτζιο Μαρτίνο είναι ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες που μου έρχονται στο μυαλό. Πρόκειται για έναν από τους πιο επιτυχημένους και καταξιωμένους δημιουργούς του κινηματογράφου ταινιών είδους με μεγάλη απήχηση σε όλο τον κόσμο. Πολλές ταινίες του γνώρισαν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία ενώ πολλοί μετέπειτα δημιουργοί δηλώνουν μεγάλοι θαυμαστές του. Αρκετές ταινίες του έχουν προβληθεί σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και συνεχίζουν να βρίσκουν επιτυχία μέσω της διανομής τους σε DVD και Blu-ray στο νεότερο ηλικιακά κοινό.

Είναι κάτι παραπάνω από τιμή μου που δέχτηκε να του πάρω μια συνέντευξη και μακάρι την επόμενη φορά να έχουμε περισσότερη άνεση να μιλήσουμε για άλλα τόσα πράγματα.

-Ο παππούς σας, ο Τζενάρο Ριγκέλι, ήταν σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Πώς σας επηρέασε το επάγγελμά του ώστε να ακολουθήσετε και εσείς στα χνάρια του;

-Φυσικά, ως παιδί και εγώ τότε, είχα τον κινηματογράφο πολύ κοντά μου, θα έλεγα τον ανάσαινα στον αέρα, όπως επίσης και τον καπνό από τα τσιγάρα διότι τότε όλοι κάπνιζαν. Έχω ένα γράμμα σταλμένο στη μητέρα μου στη διάρκεια κάποιων διακοπών από τον σκηνοθέτη παππού μου που τη ρωτούσε «τι κάνει ο μικρός μου σκηνοθέτης;». Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διηγούμαι ιστορίες στον παππού μου… μικρές ιστοριούλες για ταινίες, αφελείς μεν αλλά είχαν φαντασία. Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκίνησαν τα πράγματα για μένα.

-Πέρα από εσάς, με τον κινηματογράφο ασχολήθηκε και ο αδερφός σας, ο Λουτσιάνο Μαρτίνο. Πώς θα περιγράφατε τη συνεργασία σας μαζί του στον κινηματογράφο;

-Είχαμε μία καλή συνεργασία, μου έδινε αυτοπεποίθηση να συνεχίσω σε αυτή τη δουλειά και εγώ με τη σειρά μου του παρέδιδα επιτυχημένες και οικονομικά αποδοτικές ταινίες. Θυμάμαι πως εκείνη η περίοδος ήταν πραγματικά καταπληκτική, ο ιταλικός κινηματογράφος μεσουρανούσε στην Ευρώπη όσον αφορά την ποσότητα των ταινιών. Ερχόντουσαν άνθρωποι από όλο τον κόσμο για να αγοράσουν τις ταινίες μας, κάποιες φορές μάλιστα ήθελαν να αγοράσουν μία ταινία μας βλέποντας μόνο τον τίτλο της και πριν καν αυτή ολοκληρωθεί.

-Θα ήθελα να μου περιγράψετε με λίγα λόγια τη συνεργασία σας με τους Ερνέστο Γκαστάλντι, Τζιανκάρλο Φεράντο, Μπρούνο Νικολάι, Τζορτζ Χίλτον και Εντβίζ Φένεκ. Είχατε πολλές συνεργασίες μαζί τους.

-Είχα με όλους μία πανέμορφη συνεργασία, υπήρχε συμπάθεια και σεβασμός μεταξύ μας ακόμα και στα πιο δύσκολα γυρίσματα σε κάποιες τροπικές χώρες. Με όλους, τον Ερνέστο, τον Τζορτζ, την Εντβίζ, μας συνέδεε η αγάπη μας για την περιπέτεια. Δυστυχώς ο Τζιανκάρλο πέθανε πέρσι το καλοκαίρι, ήμασταν πολύ καλοί φίλοι. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, χάσαμε και τον Μπρούνο Νικολάι, έναν εξαίρετο μουσικοσυνθέτη, του οποίου οι μουσικές για τις ταινίες μου «Tutti I Colori del Buio» / «Διεστραμμένη στα Νύχια του Σατανά» (1972) και «La Coda dello Scorpione» / «Η Ουρά του Σκορπιού» (1971) παραμένουν και έχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.

Μιας και την αναφέρατε, η ταινία σας «Η Ουρά του Σκορπιού» πραγματοποίησε κάποια γυρίσματα και στην Αθήνα, την πόλη που ζω. Έχετε μήπως κάποιες αναμνήσεις από τα γυρίσματα στην Ελλάδα πίσω στο 1971;

-Πήγαμε στην Αθήνα επειδή η ταινία ήταν συμπαραγωγή με έναν παραγωγό που αν θυμάμαι καλά το όνομά του ήταν Πάνος, σαν το δικό σου. Είχαμε μία σπουδαία συνεργασία μαζί του και οι τεχνικοί που δούλεψαν μαζί μας ήταν πολύ καλοί. Γνώριζα ήδη την Αθήνα διότι ήταν το μέρος που είχα πάει μήνα του μέλιτος με τη γυναίκα μου. Ήταν μια όμορφη πόλη και γεμάτη από καλούς και έξυπνους ανθρώπους, όπως και με καλούς επαγγελματίες στο χώρο του κινηματογράφου.

-Η βιομηχανία κινηματογράφου της Ιταλίας ήταν εξαιρετικά παντοδύναμη στις περασμένες δεκαετίες και οι ταινίες αυτές αγαπήθηκαν και βρήκαν διανομή σε όλο τον κόσμο. Ποια είναι η γνώμη σας για τη σημερινή βιομηχανία του κινηματογράφου της χώρας σας σε σύγκριση με τον παλιό καιρό;

-Δυστυχώς, ο ιταλικός κινηματογράφος ταινιών είδους θεωρούνταν πάντοτε δεύτερης κατηγορίας στην Ιταλία από τους κριτικούς κινηματογράφου. Κατά τη γνώμη μου αυτή ήταν μία εσφαλμένη εκτίμηση… επειδή τότε ήταν η μοναδική, πραγματική χρονική στιγμή που γυρίζονταν περισσότερες από τριακόσιες ταινίες στην Ιταλία μέσα σε μόνο μία χρονιά. Κάτι αντίστοιχο δε συμβαίνει σήμερα.

-Έχει υπάρξει κάποιο πρόσωπο στον ιταλικό κινηματογράφο που εύχεστε να είχατε συνεργαστεί τότε αλλά δε συνέβη ποτέ;

-Είμαι χαρούμενος με τους ανθρώπους που δούλεψα μαζί όλα αυτά τα χρόνια. Δεν έχω μετανιώσει καθόλου για ηθοποιούς ή τεχνικούς με τους οποίους δεν μπόρεσα να συνεργαστώ.

-Κατά τη γνώμη σας, υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στη δουλειά για τον κινηματογράφο και στη δουλειά για την τηλεόραση ως προς τη σκηνοθεσία και το σενάριο και γιατί;

-Ως προς τα τεχνικά, δεν υπάρχουν διαφορές. Στην κατασκευή ενός σεναρίου για την τηλεόραση είναι απαραίτητο να αρχίσεις την ιστορία με μία σημαντική και δυναμική σκηνή, η οποία θα κινήσει την περιέργεια του θεατή και θα τον αποτρέψει από το να αλλάξει κανάλι. Στον κινηματογράφο, όταν πρόκειται δηλαδή για τη μεγάλη οθόνη, η ιστορία επιδρούσε άμεσα στο κοινό μέσα στην αίθουσα και οι πιο σημαντικές σκηνές ήταν στο τρίτο μέρος της ταινίας. Η τεχνική της αφήγησης στην τηλεόραση ήταν στις μέρες μου μικρότερης σημασίας, καθώς ο θεατής συχνά αποσπόταν από την καθημερινή ζωή στο σπίτι και ως εκ τούτου, αποσπούσε τον εαυτό του.

-Η λογοκρισία φαίνεται να έχει κάνει εμφάνιση ξανά στις μέρες μας. Έχουν υπάρξει οι ταινίες σας θύματα της λογοκρισίας όταν είχαν κυκλοφορήσει στη χώρα σας και στο εξωτερικό;

-Σίγουρα σε μερικές ταινίες μου, κυρίως στα θρίλερ μου θα έλεγα, οι συνάδελφοί μου και εγώ διστάζαμε να περάσουμε τα όρια σε ορισμένες σεκάνς και σκηνές επειδή ήμασταν υποχρεωμένοι να τις δείξουμε αργότερα στην Επιτροπή Λογοκρισίας, η οποία στη συνέχεια έπρεπε να εγκρίνει τη δημόσια προβολή της ταινίας θέτοντας όριο στα άτομα κάτω των 18 ετών. Αυτός ο περιορισμός λειτουργούσε ως «δελεασμός» με σκοπό να τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού και να δει την ταινία. Είναι ένας λόγος γιατί σήμερα τέτοιου είδους ταινίες στην Ιταλία εγκρίνονται από την Επιτροπή πιο γρήγορα…

-Ποια είναι η γνώμη σας για τα φεστιβάλ κινηματογράφου στον κόσμο και για τα βραβεία που δίνουν;

-Σίγουρα πρόκειται για μία σημαντική περίπτωση ανάδειξης καριέρας για ένα σκηνοθέτη ή ένα ηθοποιό. Αυτό είναι προφανές για μένα, πόσο μάλλον στη σημερινή εποχή που η επιτυχία ενός σκηνοθέτη ή ενός ηθοποιού στο χώρο αυτό δεν είναι το ίδιο με τη δικιά μου εποχή. Καλό είναι να υπάρχουν φεστιβάλ.

-Έχετε κάποια αγαπημένη ταινία που σας επηρέασε πολύ στο ξεκίνημα της καριέρας σας;

-Ναι, συγκεκριμένα μου είχε κάνει εντύπωση η ταινία «Ζ» (1969) του Κώστα Γαβρά. Τη θαυμάζω για το ρυθμό της και την ταχύτητα των σκηνών της.

-Από τις ταινίες που έχετε σκηνοθετήσει, μπορείτε να επιλέξετε μερικές από αυτές που είστε ιδιαίτερα περήφανος;

-Στην Ιταλία είμαι γνωστός για μία κωμωδία που έκανα, το «L’Allenatore nel Pallone» / «Trainer on the Beach» (1984), η οποία εξακολουθεί σήμερα και έχει μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση για τις γενιές εκείνες που δεν είχαν γεννηθεί όταν είχε κυκλοφορήσει τότε η ταινία στον κινηματογράφο. Επίσης, είμαι περήφανος για την ταινία μου «I Corpi Presentano Tracce di Violenza Carnale» / «Torso» (1973) και ειδικά για το δεύτερο μισό μέρος της. Ορισμένες σεκάνς αυτής της ταινίας εξακολουθούν να μου αρέσουν πολύ σήμερα και είμαι ευγνώμων που τις σκηνοθέτησα.

-Τι έχετε μάθει ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια στη βιομηχανία του κινηματογράφου; Τι συμβουλές θα δίνατε σε ένα νεαρό κινηματογραφιστή;

-Στον δικό μου καιρό, η δουλειά στον κινηματογράφο ήταν κουραστική, κάποιες φορές είχε ρίσκα, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν διασκεδαστική. Σχεδόν πάντα πήγαινα στο σετ των ταινιών μου προσπαθώντας να διατηρήσω μία χαλαρή ατμόσφαιρα μεταξύ σε όσους δούλευαν εκεί, μερικές φορές ακόμα και περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Στους νέους ανθρώπους λέω πως πρόκειται για μία από τις ομορφότερες δουλειές, στην οποία θα έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν μοναδικούς και απρόβλεπτους ανθρώπους. Πολλές φορές θα συναντήσουν σκληρούς και δύσκολους χαρακτήρες, όμως ποτέ δεν θα είναι βαρετοί.

-Μία τελευταία ερώτηση που δεν έχει σχέση με τον κινηματογράφο. Πείτε μου τι σημαίνει «ευτυχία» για εσάς;

-Μια συχνά φευγαλέα στιγμή, που όμως παραμένει ανεξίτηλα στη μνήμη σου. Δυστυχώς έχασα πρόσφατα τη σύζυγό μου Μαριολίνα, νικήθηκε από τον covid-19 και δεν έχω την καλύτερη διάθεση αυτό τον καιρό. Της χρωστάω πολλά επειδή στις πιο έντονες και δύσκολες στιγμές στη δουλειά μου, ήξερε πάντα να μου δίνει ένα χαμόγελο. Οφείλω την επιτυχία μου σε εκείνη, διότι μου έδινε ηρεμία, πράγμα απαραίτητο όταν είσαι αντιμέτωπος ακόμα και με την πιο απαιτητική και δύσκολη δουλειά.

Σημείωση

Πρόσφατα οι σκηνοθέτες Daniele Ceccarini και Francesco Tassara γύρισαν ένα ντοκιμαντέρ, το «Spaghetti alla Martino» (2019), που αναφέρεται στην επιτυχημένη καριέρα του Ιταλού σκηνοθέτη στον κινηματογράφο και σε αυτό πολλοί στενοί του συνεργάτες μιλούν για τη συνεργασία τους μαζί του.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΝΑΝΙ ΜΟΡΕΤΙ

Η Μπιάνκα είναι όμορφη «λευκή» και αθώα.Ο Νάνι ζεί στον κόσμο των δικών του νόμων. Σε μια ηλιόλουστη Ρώμη,πανέμορφη και γεμάτη ωραίες τοποθεσίες,νοσταλγικά τραγούδια,ξετυλίγεται υπόγεια ένα θρίλερ σχέσεων και ανατομίας χαρακτήρων.«Η ΜΠΙΑΝΚΑ» είναι μια ταινία του σήμερα,για τους «σπασμένους» κώδικες της επικοινωνίας.

Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΕΝΤΕΡΣ

Το συνταρακτικό τέλος της ταινίας «Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΝΑΛΤΙ» .Δεν υπάρχει προπονητής για να σώσει την ομάδα από την ήττα.Πριν από μισό αιώνα ο Βέντερς μας εξομολογήθηκε απελπισμένα την τραγωδία του σήμερα.Στη μεγαλύτερη, μέχρι στιγμής, συγκέντρωση σινεφίλ στις ΔΕΥΤΕΡΕΣ του ΚΕΜΕΣ, το φίλμ ενθουσίασε τους περισσότερους και δίχασε τους άλλους.Αυτό γίνεται πάντα με τα νεωτερικά αριστουργήματα του σινεμά.Την επόμενη Δευτέρα,24 Ιανουαρίου,θα παρουσιαστεί μια απροσδόκητη έκπληξη από τον Νάνι Μορέτι η δική του «ΜΠΙΑΝΚΑ».

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ «Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΕΝΑΛΤΙ»

Λόγος υπέρ Πέτερ Χάντκε
(με αφορμή, στην ουσία ανεξαρτήτως του βραβείου Νόμπελ).

του Ελευθερίου Τζιόλα

Γράφω για τον Πέτερ Χάντκε.
Όχι μόνο γιατί μίλησε εναντίον του ο Ρ.Τ.Ερντογάν , κατηγορώντας τον ( ποιός; ο Ερντογάν !) για ρατσιστή – υποστηρικτή της γενοκτονίας των μουσουλμάνων της Σρεμπρένιτσα.
Όχι μόνο γιατί και πάλι ξεχειλίζει μια νοσηρή υποκρισία, ταυτόχρονα μ΄ έναν καθεστωτισμό στηριγμένο στην άγνοια και τη χειραγώγηση.
Γράφω για τον Π. Χάντκε, όχι τόσο »γιατί ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου», αλλά γιατί δεν μπορούμε να επιτρέπουμε μια προπαγάνδα των κυρίαρχων μέσων να γίνεται »αλήθεια» και »πεποίθηση».
Γράφω για τον Π. Χάντκε, ασφαλώς γιατί το Νόμπελ του μου έδωσε την αφορμή, ανακινώντας και πάλι ζητήματα περί αυτόν, αλλά στην ουσία, γιατί οφείλουμε να βλέπουμε πέρα και πίσω από την πλασσαρισμένη, σκόπιμη άποψη και για να υπερασπιζόμαστε ανθρώπους και δημιουργούς σαν τον καφκικό, αναμορφωτικό Χάντκε.
Στο κάτω-κάτω, το κάνω, γιατί το οφείλω σ΄έναν δημιουργό του οποίου το έργο του από τα νεανικά μου χρόνια με συγκίνησε βαθιά και με επηρέασε σημαντικά.
Δεν μπορώ να μην τιμήσω τον δημιουργό των : «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», «Αμέριμνη δυστυχία», «Η μεγάλη πτώση», «Η αριστερόχειρη γυναίκα», «Κασπάρ», »Τα φτερά του έρωτα» (το αριστούργημα με τον Βίμ Βέντερς)…

Ο Π.Χάντκε και η Γιουγκοσλαβία.

Ο 77χρονος Peter Handke (Πέτερ Χάντκε), αυστριακής καταγωγής, είναι μία τεράστια μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δραματουργίας του 20ου και 21ου αιώνα, το όνομα του οποίου ερχόταν κι επανερχόταν επί χρόνια ως «φαβορί» για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πολλοί, όμως, ήταν εκείνοι που στοιχημάτιζαν ότι δεν θα τα πάρει ποτέ. Πέρα από αυτή κάθε αυτή την τόλμη και την αντισυμβατικότητά του, που τον είχε οδηγήσει κάποτε να κριτικάρει την καθιερωμένη γερμανική λογοτεχνία για «περιγραφική ανικανότητα», ο Χάντκε ήταν από τις ελάχιστες προσωπικότητες παγκοσμίου κύρους που είχε ταχθεί ανοιχτά κατά της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, εναντίον των βομβαρδισμών της Σερβίας το 1999, υποστήριξε τον Μιλόσεβιτς και το 2006 πήγε στην κηδεία του.
Ο Πέτερ Χάντκε γεννήθηκε το 1942 στο χωριό Γκρίφεν της νότιας Αυστρίας (Καρίνθια), νόθος γιος μιας πλύστρας σλοβενικής καταγωγής κι ενός γερμανού στρατιώτη.
Το 1991 με ανοιχτή επιστολή στα ΜΜΕ αντιτάχθηκε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και κατήγγειλε ότι η σύσταση σλοβενικού κράτους «δεν υποκινούνταν από την παραμικρή ευγενική ιδέα, σε αντίθεση με τη συμβίωση των λαών που συνιστούσε το ιδεολογικό τουλάχιστον υπόβαθρο της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας».
Το 1999 περιέγραφε τη ΝΑΤΟική θηριωδία στο Κοσσυφοπέδιο: «Στη Γιουγκοσλαβία, το ΝΑΤΟ έφτασε σ’ ένα νέο Αουσβιτς… Αυτός ο πόλεμος δείχνει μ’ έναν τρομακτικά αναπάντεχο τρόπο την αιώνια βαρβαρότητα… Τότε ήταν οι θάλαμοι αερίων και τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σήμερα είναι δολοφόνοι με τα κομπιούτερ από 5.000 μέτρα ύψος».
Ο Χάντκε δεν τόλμησε μόνο να μιλήσει. Τόλμησε να ταξιδέψει, να περπατήσει στους τόπους που έπεσαν οι βόμβες, στις πόλεις που κατέστρεψαν οι βόμβες, ανάμεσα σε νεκρούς και ξεκληρισμένους. Τόλμησε να γράψει. Διέσχισε την πρώην Γιουγκοσλαβία απ’ άκρη σ’ άκρη, ταξίδεψε δυο φορές ενώ η Δύση βομβάρδιζε τη χώρα, και κατέγραψε στα τέσσερα (4) βιβλία του τις μαρτυρίες του για μια χώρα που την έκαναν θρύψαλα οι …Αρειανοί: «Ο Αρης επιτίθεται και από σήμερα η Σερβία και το Μαυροβούνιο, η Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας και η Γιουγκοσλαβία είναι η πατρίδα όλων όσοι δεν έχουν μετατραπεί σε Αρειανούς», ήταν το «μήνυμα» του Χάντκε στις 24/3/1999, μέρα έναρξης των ΝΑΤΟικών βομβαρδισμών.
Ο Χάντκε το 2007 κηρύχτηκε επίσημα «ανεπιθύμητος διανοούμενος» στη Γαλλία του Σιράκ και του Σαρκοζί (του Σαρκοζί που πρωτοστάτησε και στη διάλυση της Λιβύης, -και ιδού, σήμερα !…), και απαγορεύτηκε το ανέβασμα θεατρικού έργου του στην «Κομεντί Φρανσέζ»! Ο διευθυντής του θεάτρου το ανακοίνωσε επισήμως: Ο Χάντκε «κόβεται» γιατί αν και το έργο του γράφτηκε το 1989 (δηλαδή, ουδεμία σχέση με τα γεγονότα στη Γιουγκοσλαβία), είναι υποστηρικτής της Σερβίας.
Η στάση του, για τους Γερμανούς, τους Αυστριακούς, τους Βρετανούς, τους Γάλλους, με δυό λόγια τους »συνασπισμένους, με τον ένα ή άλλο τρόπο, Δυτικούς», που υποστήριξαν δυναμικά και εξαρχής τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ήταν προβληματική, δεν μπορούσαν να την αποδεχθούν. Όπως και η άποψή του ότι το ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας καλύφθηκε μεροληπτικά από τα δυτικά μέσα, για να νομιμοποιηθούν οι ΝΑΤΟικοί βομβαρδισμοί, και το ότι ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, αποτέλεσαν σημεία σύγκρουσης με την καθεστωτική αντίληψη της Δύσης. Ιδιαίτερα προβλήθηκε για να τον απομονώσουν και να τον ακυρώσουν, η θέση του ότι για τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα δεν ευθύνονταν οι Σέρβοι, όπως, επίσης, και η σχέση του με τον «εγκληματία πολέμου» Μιλόσεβιτς. Αυτή η απομόνωση του έγινε δημόσια καταδίκη, όταν, το 2006, στην κηδεία του Σέρβου ηγέτη στο Βελιγράδι, ο Χάντκε εκφώνησε στα σέρβικα ένα σύντομο ποιητικό λόγο. Σύμφωνα, δε, με τους παρόντες, είπε μεταξύ άλλων το εξής: «Δεν γνωρίζω πλήρως την αλήθεια. Αλλά βλέπω. Ακούω. Αισθάνομαι. Θυμάμαι. Γι’ αυτό είμαι σήμερα εδώ, κοντά στη Γιουγκοσλαβία, κοντά στη Σερβία, κοντά στον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς».
Η »πολιτική ορθότητα» των αποφάσεων και των πράξεων του δυτικού συνασπισμού για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η εμπλοκή στο σχέδιο αυτό παραγόντων και δυνάμεων από το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας (της Κροατίας, της Βοσνίας, της Σλοβενίας), έδρασε, ακόμα και μέχρι σήμερα, απαγορευτικά, στο να τεθεί – να τεθεί και να διερευνηθεί – το ερώτημα: γιατί αυτή η στάση από τον Χάντκε ; Γιατί ένας Αυστριακός με ρίζες από τη Σλοβενία να θελήσει να υποστηρίξει τη Σερβία ; Ελάχιστοι διερωτήθηκαν, ακόμα λιγότεροι προσπάθησαν να καταλάβουν. Κάποιοι τον «αθώωσαν», κρίνοντας τις απόψεις του ως αποτέλεσμα ενός ανθρώπου που λόγω της λογοτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας λειτουργεί »αιρετικά». Κάποιοι στάθηκαν στην συνέπειά του να υπηρετήσει την ανάγκη μιας διαφορετικής αφήγησης. Δεν είναι, όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτές οι πραγματικές ερμηνείες και αξιολογήσεις για τον Χάντκε και την ανυποχώρητη στάση του. Αν και ο Χάντκε έχει ζήσει αποκλειστικά σε χώρες της Δύσης, ένιωθε πάντα μια αποστροφή προς αυτήν, -σαν κοινωνικό και αλλοτριωμένο πολιτισμικά σύστημα-, νιώθοντας, ταυτόχρονα, μια έλξη για τη μητρική του καταγωγή, την ενωμένη Γιουγκοσλαβία, το δύσκολο κοινωνικό και πολιτικό της πείραμα, τις θέσεις και προόδους της σ΄ έναν κόσμο πόλωσης και συγκρούσεων. Επισκεπτόταν τακτικά τη Γιουγκοσλαβία. Γοητεύονταν από τη γνησιότητα δημιουργιών και δημιουργών της κι από το πόσο και πώς κατόρθωνε να μη την αποσυνθέτει ο «πολιτισμός» της κατανάλωσης και της αλλοτρίωσης της Δύσης. Ένας Τόπος στα μάτια του γνήσιος, αυθεντικός, ένα Μέρος ιδανικό, μια Κοινωνία που δεν είχε χάσει το στοίχημα. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν για αυτόν ο θάνατος μιας Ουτοπίας.

Ο Π. Χάντκε, ένας σύγχρονος Κάφκα, ένας ανθρωπιστής (πίσω από τη μοναξιά και το παράδοξο).

Ο Peter Handke (Πέτερ Χάντκε) έκανε το ντεμπούτο του στη Λογοτεχνία με το μυθιστόρημα «Die Hornissen», που κυκλοφόρησε το 1966, Μαζί με το θεατρικό έργο «Publikumsbeschimpfung» (Offending the Audience, 1969), κατάφερε να εδραιωθεί στην λογοτεχνική σκηνή.
Με τον στενό του φίλο, σπουδαίο σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς έχει σημαντική και παραγωγική συνεργασία:. «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» που κυκλοφόρησε το 1970 (στα ελληνικά, το 1990 από τις εκδόσεις »Σμίλη»), έγινε bestseller, έκανε τον Χάντκε γνωστό σ όλο τον κόσμο και ώθησε τον Βιμ Βέντερς να γυρίσει την ομώνυμη, πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Έκτοτε η συνεργασία τους οδήγησε στις ταινίες : »Λάθος κίνηση», »Οι όμορφες μέρες στο Αρανχουέθ», και, το μοναδικό, αριστουργηματικό έργο: »Τα φτερά του έρωτα» (όλες σε σενάριο του Π.Χάντκε).
Αναφέρουμε τις ελληνικές μεταφράσεις των μυθιστορημάτων του : το 1983, το μυθιστόρημα «Αμέριμνη δυστυχία» από τις εκδ. ΄΄Νεφέλη΄΄ , το θεατρικό του «Κασπάρ» από τις εκδ. ΄΄Δωδώνη΄΄. Πιο πρόσφατα δείγματα : η επανέκδοση της εμβληματικής νουβέλας «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», το 2017, από τα εκδ. ΄΄Δαρδανός΄΄ και «Η μεγάλη πτώση», το 2018, από την ΄΄Εστία΄΄.
Το 1971 αυτοκτόνησε η μητέρα του, που υπέφερε από κατάθλιψη. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε »Η αμέριμνη δυστυχία», που είχε θέμα αυτό το γεγονός. Το 1973 διαλύθηκε ο γάμος του με την ηθοποιό Λίμπγκαρντ Σβαρτς, με την οποία είχε αποκτήσει μία κόρη. Του απονεμήθηκε το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ, το οποίο επέστρεψε το 1999, επειδή η Γερμανία συμμετείχε στους βομβαρδισμούς της Σερβίας.
Το 1990, μετά από μετακινήσεις του σ΄όλο τον Κόσμο και με πολλούς τόπους κατοικίας (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, ΗΠΑ), μετά και τη νοσηλεία του από κρίσεις πανικού, αγόρασε ένα σπίτι στη Σαβίλ κοντά στο Παρίσι, όπου ζει μέχρι σήμερα. Το 1991 γεννήθηκε η δεύτερη κόρη του, η Λεοκάντι. Το φθινόπωρο του 1996 παντρεύτηκε τη Σοφί Σεμέν.
Από το 2007 ώς το 2014 του απονεμήθηκαν τα Βραβεία : Χάινε, Κάφκα και Νέστροϊ. Το 2014 τιμήθηκε με το διεθνές Βραβείο Ιψεν, που απονέμεται στον μεγαλύτερο συγγραφέα της υφηλίου.
Ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία, μεταφέροντας στο σινεμά δύο δικά του βιβλία, το «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (εκδ. ΄΄Μελάνι΄΄) και «Η απουσία» (εκδ. ΄΄Δωρικός΄΄), καθώς και το μυθιστόρημα της Μαργκερίτ Ντιράς «Η αρρώστια του θανάτου» (εκδ. ΄΄Εξάντας΄΄).
Έγραψε επίσης δεκάδες ακόμα μυθιστορήματα, που φανέρωσαν έναν ακατάβλητο εξερευνητή της «ανθρώπινης κατάστασης» και κατέστησαν σαφές ότι το επίπεδό του ήταν τέτοιο που θα δικαιολογούσε κάποτε μια διάκριση όπως αυτή του Νόμπελ (με την έννοια όσων το βραβείο συμβολίζει). Στα κείμενά του υπάρχει ένα καφκικό φίλτρο, – «ο Κάφκα είναι το μοντέλο», έχει δηλώσει -, ενώ κυριαρχεί μια αδιόρατη νοσταλγία, δοσμένη με μια πρόζα συνειρμική και μελαγχολική, ενώ άλλοτε αφήνεται σε γλωσσικούς πειραματισμούς, προσπαθώντας να μετασχηματίσει την παραδοσιακή χρήση της γλώσσας.
Ο Π.Χάντκε διατηρεί στενούς δεσμούς με την Ελλάδα την οποία έχει επισκεφτεί πολλές φορές και ειδικά όσο ακόμα ζούσε ο αδελφικός του φίλος, Έλληνας ποιητής Δημήτρης Άναλις.
Τον διέκρινε και τον διακρίνει η αφοσίωσή του και η σταθερότητα στις φιλικές του σχέσεις (είτε με απλούς ανθρώπους, είτε με δημιουργούς).
Έχει μεταφράσει με παραδειγματικό τρόπο στα γερμανικά, μεταξύ άλλων, τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη.
Η Σουηδική Ακαδημία στην απόφασή της για την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας σημειώνει: «για το επιδραστικό του έργο που με γλωσσολογική επινοητικότητα έχει διερευνήσει την περίμετρο αλλά και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης εμπειρίας».
Ο ίδιος δήλωσε : «Είμαι συγγραφέας, προέρχομαι από τον Τολστόι, τον Όμηρο, τον Θερβάντες».
Θα κλείσω το σημείωμά μου, με το υπέροχο ποίημα του Π. Χάντκε : «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας».

Το «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας» (Lied Vom Kindsein

Το «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας» (Lied Vom Kindsein), το έγραψε ειδικά για την ταινία «Τα Φτερά του Έρωτα», που σκηνοθέτησε ο Βιμ Βέντερς.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
περπατούσε με κρεμασμένους ώμους,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι ρέμα πελώριο, πλατύ
και η λακκούβα αυτή με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι είναι παιδί,
όλα τα πράγματα το γέμιζαν χαρά
και όλες οι χαρές ήτανε μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε γνώμη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά στα πόδια του
και άρχιζε ξαφνικά από το τίποτα να τρέχει,
είχε στα μαλλιά μια κορφή
και δεν έπαιρνε ύφος στις φωτογραφίες.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ήταν η εποχή για τις εξής απορίες:
Γιατί αυτός είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ;
Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;
Πότε άρχισε ο χρόνος και πού τελειώνει ο κόσμος;
Μην είναι άραγε μόνο ένα όνειρο η ζωή στη γη;
Μην είναι ό,τι βλέπω και ακούω και μυρίζω
μόνο το είδωλο ενός κόσμου πριν τον κόσμο;
Υπάρχει αλήθεια τo Κακό και άνθρωποι
που είναι πραγματικά κακοί;
Πώς γίνεται, εγώ, που υπάρχω,
να μην υπήρχα πριν να υπάρξω
και πώς μια μέρα εγώ, που είμαι,
δεν θα είμαι πια αυτός που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
του έφερνε αναγούλα το σπανάκι, ο αρακάς, το ρυζόγαλο
και το βραστό κουνουπίδι,
τώρα όμως τα τρώει όλ’ αυτά –όχι μόνο γιατί πρέπει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ξένο κρεβάτι,
τώρα όμως νομίζει πως ξυπνάει συνέχεια σε ξένο·
πολλοί άνθρωποι του φαίνονταν όμορφοι,
τώρα όμως του μοιάζει ευτύχημα να δει ωραίους ανθρώπους·
είχε μια καθαρή εικόνα για τον Παράδεισο,
που τώρα έχει απομείνει μια μάλλον θολή υποψία·
του ήταν αδύνατον να διανοηθεί το Τίποτα,
ενώ τώρα ανατριχιάζει με τη σκέψη.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε μ΄ενθουσιασμό,
ενώ σήμερα αισθάνεται δοσμένο σε ένα πράγμα όπως τότε,
μόνο όταν αυτό το πράγμα είναι η δουλειά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
του έφτανε ένα μήλο, λίγο ψωμί
και το ίδιο είναι και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα μούρα βάραιναν στη χούφτα του μόνο σαν μούρα
και το ίδιο είναι και τώρα·
η γλώσσα του γινότανε στυφή απ΄τα χλωρά καρύδια
όπως και τώρα,
σε καθεμιά βουνοκορφή
ένιωθε μια λαχτάρα για μια ακόμα πιο ψηλή,
σε κάθε πόλη λαχταρούσε
μια ακόμα πιο μεγάλη
και το ίδιο είναι και τώρα.
Σκαρφάλωνε να φτάσει τα κεράσια της ψηλότερης κορφής με μια τρελή χαρά
και το ίδιο παραμένει και τώρα·
είχε για τους αγνώστους την ίδια ντροπή
που νιώθει και τώρα·
περίμενε το πρώτο χιόνι,
όπως το περιμένει και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
σημάδεψε το δέντρο μ’ ένα ξύλο μακρύ,
που εκεί πάλλεται ακόμα και τώρα.

Θεσσαλονίκη, 10 Νοεμβρίου 2019

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ «ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΝΑΛΤΙ»

Βέβαια εκείνο που μετράει στην παρακολούθηση μιας σπουδαίας ταινίας ,ιδίως είναι η απόλαυσή της.Πάντως η απόλαυση πολλαπλασιάζεται όταν γνωρίζουμε μερικά βασικά πράγματα γι΄αυτή.Σχετικά λοιπόν με το φιλμ σόκ του Βιμ Βέντερς «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» που παρουσιάζεται αύριο σε μία και μόνο προβολή στις 21:00 στο ΒΑΚΟΥΡΑ από τις  ΣΙΝΕΦΙΛ ΔΕΥΤΕΡΕΣ του ΚΕΜΕΣ θα μας δώσουν πολύτιμες βοήθειες, τα ακόλουθα:

1)Ποιός είναι ο διακεκριμένος φιλόσοφος Πέτερ Χάνκε και τι περίπου πρεσβεύει

2)Ποιός ήταν ο Αλπέρ Καμύ και ποιά υπήρξε περίπου η φιλοσοφία του.

3)Αν είναι δυνατό η παρακολούθηση  της ταινίας του 1967 «Ο ξένος» με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι απο το έργο του Αλμπέρ Καμύ σε σκηνοθεσία του Λουκίνο Βισκόντι

 4)Τί ήρωες περίπου κατέγραφε η μυθιστοριογράφος Πατρίτσια Χάισμιθ  (είναι  καλό να λάβετε υπόψη τα φίλμ : « Ο άγνωστος του εξπρές του ΄Αλφερτ Χίτσκοκ, «Γυμνοί στον ήλιο» του Ρενέ Κλεμάν, «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλευ» του ΄Αντονι Μινγκέλα).

5)Τί πρεσβεύουν οι ταινίες οδοιπορικά ( θυμηθείτε και την «Αλίκη στις πόλης» του Βιμ Βέντερς.

6)Ποιές είναι οι σχέσεις και οι ομοιότητες στο σινεμά των  Μικελάντζελο Αντονιόνι  και Βίμ Βέντερς (θυμηθείτε και την ταινία του Μικελάντζελο « Η περιπέτεια»).

7)Πώς διαμορφώνεται η αμερικανική κουλτούρα και αντικουλτούρα χάρις στα εξαιρετικά ρόκ τραγούδια

Α.Ν.Δ

ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

«Η Γέφυρα του Άρνεμ»

Μία ταινία που θα προβληθεί από το Μεγάλο Σάββατο 24 Απριλίου , η «Επιχείρηση Κιμάς» μας μεταφέρει  σε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και βοήθησε ιδιαίτερα τους Συμμάχους στη μεγάλη νίκη τους κατά του Ναζισμού (διάβαζε και «Πρόσωπο»). Ο κινηματογράφος αξιοποίησε στο έπακρο πραγματικά γεγονότα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έτσι γυρίστηκαν ταινίες αφενός μεγάλου θεάματος και από την άλλη  με ιστορικό ενδιαφέρον αλλά και ένταση: Όπως είναι γνωστό, την ψυχαγωγική και εμπορική δύναμη μιας ταινίας βοηθάει ιδιαίτερα η ένταση, το ερώτημα «τι θα γίνει μετά;» και οι πολλές διαφορετικές εξελίξεις. Όταν όμως γράφω για φιλμ που ασχολούνται με πραγματικά επεισόδια, γεγονότα και μάχες του Β’ Παγκοσμίου πολέμου αναφέρομαι ιδίως σε αυτές καθ’ αυτές τις επιχειρήσεις και όχι σε μυθοπλασίες που θα τοποθετούν  ήρωές μέσα σε αυτές τις καταστάσεις. Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα -για να γίνει κατανοητό το εγχείρημά μου- αξιοποιώ την περίπτωση των δραματικών γεγονότων της Δουνκέρκης, που συνέβησαν στα τέλη Μαΐου του 1940 ως τις αρχές Ιουνίου του ίδιου έτους. Εδώ εκ των πραγμάτων δεν μπορώ να συμπεριλάβω την πολύ ωραία ταινία του Ανρί Βερνέιγ «Δουγκέρκη – 2 Ιουνίου» (1964) με τους εξαιρετικούς Ζαν Πωλ Μπελμοντό και Κατρίν Σπαάκ. Αντίθετα, απόλυτη επιλογή είναι το φιλμ του Κρίστοφερ Νόλαν «Δουνγκερκη» (2017). Τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα είναι και τραγικά και ηρωικά. Αμέτρητοι Βρετανοί, αλλά και Σύμμαχοι στρατιώτες, στριμώχτηκαν στην ακτή από γερμανικά στρατεύματα και ενώ αναμενόταν τρομερές απώλειες, χάρη σε πολεμικούς ελιγμούς, αλλά και στην αυτοθυσία των Βρετανών ψαράδων, επέστρεψαν στο σπίτι σώοι 330.000 άνδρες.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ

Η γνωστή πολύωρη ταινία του Σερ Ρίτσαρντ Ατέμπορο «Η Γέφυρα του Άρνεμ» (1977), όπου παίζουν πολλοί διάσημοι σταρ, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1944 στη γνωστή επιχείρηση που ονομάστηκε «Market Garden». Οι Σύμμαχοι, για να επισπεύσουν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, ετοίμασαν την επιχείρηση όπου αερομεταφερόμενα στρατεύματα θα καταλάμβαναν τις πόλεις της Ολλανδίας Λιντχόφεν  και Ναϊμέγκεν και στη συνέχεια το Άρνεμ. Το κλειδί της επιχείρησης αφορούσε τις γέφυρες. Εάν οι Γερμανοί μπορούσαν να τις κρατήσουν ή να τις ανατινάξουν, οι σύμμαχοι θα είχαν πολύ άσχημο πρόβλημα. Από διάφορα λάθη και άλλα προβλήματα  η επιχείρηση απέτυχε και είχαμε σφαγή των Συμμάχων.

ΕΔΩ ΕΠΕΤΥΧΑΝ

Αντίθετα, η ιστορία με μια άλλη πολεμική επιχείρηση που αφορούσε πάλι σε γέφυρα πήγε πολύ καλά, κάτι που μας έδειξε πολύ ωραία η ταινία του Τζον Γκιλέρμιν «Η Γέφυρα του Ριμάγκεν» (1969). Τον Μάρτιο του 1945 οι Αμερικάνοι είχαν μια ταχεία προέλαση προς τη Γερμανία. Φθάνοντας στον ποταμό Ρήνο με έκπληξη ανακάλυψαν ότι οι Γερμανοί ξέχασαν να ανατινάξουν μία σημαντική γέφυρα, αυτή του Ριμάγκεν. Από τις 7 Μαρτίου δόθηκαν σκληρές μάχες: Οι Γερμανοί με ισχυρότατη αντίσταση και χρησιμοποιώντας ακόμα και νέα όπλα, όπως πυραύλους, επιχείρησαν με πολλούς τρόπους να καταστρέψουν την στρατηγικής σημασίας γέφυρα. Σε ένα δεκαήμερο, περίπου, επιχειρήσεων οι Σύμμαχοι πέρασαν το Ρήνο και το τέλος του Πολέμου ήταν μπροστά.

ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ

Κοντά στα Χριστούγεννα του 1944, ενώ οι Σύμμαχοι είχαν ταχεία προέλαση και ετοιμάζονταν να περάσουν στο γερμανικό έδαφος, παραλίγο να χάσουν τον πόλεμο στη δασώδη περιοχή των Αρδεννών στο Βέλγιο. Οι Γερμανοί εξαπέλυσαν μια πολύ καλά σχεδιασμένη αντεπίθεση και ανέτρεψαν το μέτωπο, έως ότου ξαναφθάσουν οι ισορροπίες. Μεταξύ των πολλών ταινιών, που αναφέρονται σε αυτή την ιστορία, η πιο τεκμηριωμένη είναι η «Μάχη των Αρδεννών» (1965) του Κεν Ανάκιν. Και φυσικά να τελειώσω με την θεωρούμενη κορυφαία μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που ήταν η απόβαση τεράστιων συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία στις 6 Ιουνίου του 1944 για να δημιουργηθεί το λεγόμενο δεύτερο μέτωπο και φυσικά να συντομευθεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Έχουν γυριστεί πάρα πολλά φιλμ πάνω σε αυτή την κομβική ιστορία, τα περισσότερα διαθέτουν μυθοπλασίες, αλλά εκείνο που είναι σαφώς αντικειμενικό και έχει μορφή δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ είναι η πολύωρη δημιουργία «Η Μεγαλύτερη Ημέρα του Πολέμου» (1962) των Κεν Ανάκιν, Ντάριλ Φ. Ζανάκ, Άντριου Μάρτον, Μπέρναρντ Γουίκι και Γκέρντ Όζουολντ. Φυσικά, γυρίστηκαν και ενδιαφέροντα φιλμ για τις αποβάσεις σε Άντζιο, Ιβοζίμα, Οκινάουα και φυσικά για την ηρωική μάχη του Στάλινγκραντ.