Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΣΙΝΕΜΑ

του Αλέξη Ν.Δερμεντζόγλου

φωτό «Το τρίγωνο της θλίψης»

Με την είσοδο στον Φεβρουάριο περιμένουμε κινηματογραφικά  την απονομή των ΄Οσκαρ τον Μάρτιο, ενώ στην πολιτική ζωή  αναμένουμε τις εκλογές. Κι έτσι γεννιέται ένας ενδιαφέρον συνειρμός. Ποια είναι πλέον η σχέση του σύγχρονου  σινεμά με την πολιτική, πως διανέμεται αυτή στις μέρες μας και ποια είναι η νέα μορφή της; Δεν έχουμε πιά  φιλμ με απεργίες, εργατικές διεκδικήσεις, αλλά ο πολιτικός λόγος στηρίζεται αλλού. Είναι μια νέα δυναμική, πολύπλοκη, έμμεση, που εξετάζει την πολιτική μέσα από τον διαμοιρασμό της σε κοινωνικές αλλά και προσωπικές σχέσεις. Συναντάμε και διαδικασίες εργασίας, αλλά εκεί ιδίως εξετάζεται το θέμα της αλλοτρίωσης. Σε μια δυαδική κατάσταση όποιος έχει αποδεχθεί ως ακλόνητη τη σχέση  εξάρτησης αφεντικού – υπαλλήλου, ταυτόχρονα υποκύπτει  και σε μια κατάσταση υποτέλειας και εξάρτησης  που μπορεί να συνοδεύεται με φόβους και ανοχές. Το σχήμα λειτουργεί περίπου ως εξής: Φοβάμαι μήπως απωλέσω την εργασία μου, δηλαδή κινδυνέψει η επιβίωσή μου και ως εκ τούτου ανέχομαι τον άνωθεν.Ταχτοποιήσεις δια του χρήματοςΣτο «Τέλειο αφεντικό», την υπέροχη αυτή ισπανική ταινία, που κέρδισε το βραβείο της καλύτερης ευρωπαϊκής κωμωδίας, ανιχνεύονται εξαιρετικά κάποιες τέτοιες ταξικές τακτικές σχέσεις. Διακρίνεται η συναλλαγή, η ανταλλαγή, ακόμα και η «χρήση» του έρωτα, οι ταχτοποιήσεις  θλιβερών γεγονότων δια του χρήματος και γενικά οι ανισόρροπες επεμβάσεις του πλούτου στις σχέσεις.Ένας Φερέρι 50 χρόνια μετάΗ βραβευμένη στις Κάννες ταινία του ΄Εστλαντ  «Το τρίγωνο της θλίψης» αντιμετωπίζει την πολιτική  και την κρίνει με όρους σκληρούς μεν αλλά παλαιομοδίτικους. Υπάρχουν εμετοί, σωροί κοπράνων, σκληρές αναφορές  στον καπιταλισμό, που για να κερδίσει πουλάει θανατηφόρα όπλα, στην ταξική εκμετάλευση, στις σχέσεις παραγωγής. ΄Ολα αυτά θυμίζουν  έντονα Φερέρι. Ωστόσο το ερώτημα είναι αν χρειαζόμαστε πιά,  μισό αιώνα μετά το «Μεγάλο φαγοπότι», «μαθητές» του Ιταλού ανατροπέα και ομοιώματα των αιρετικών ταινιών του.Ο απόλυτος εκμαυλισμόςΑντίθετα, η βραβευμένη και στις Χρυσές Σφαίρες  δημιουργία του Τοντ  Φιλντ  «Tar», δικαιούται να χαρακτηριστεί ότι διανέμει την πολιτική με σύγχρονους όρους. Η ιστορία μιας διάσημης μουσικού  (Κέιτ Μπλάνσετ) γίνεται αφορμή για ένα πολλαπλό πολιτικό σχόλιο. Αν πολιτική είναι και  τρόπος που ο καθένας εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να υποτάξει πολλαπλά τους άλλους, ίσως είναι η πιο σύγχρονη ταινία που αναφέρεται στον νέο πολιτικό λόγο. Η ηρωίδα είναι ένας χαμαιλέων, ισορροπίστρια, κυνική, γεμάτη ίντριγκες, συσχετισμούς, προδοσίες και απάτες, πλάνη και ψέματα. Μέσω της εξουσίας της ασκεί και εντονότατες σεξουαλικές παρενοχλήσεις.Ο θρίαμβος του ναρκισσισμού΄Όταν παρακολουθήσεις  το «Tar» προσεκτικά ανατριχιάζεις. Αναγνωρίζεις διπλανούς σου γνωστούς, φίλους, προϊσταμένους, άτομα που έχεις κοινωνικές συναναστροφές. Κάθε κίνηση της ηρωίδας είναι μελετημένη και στοχεύει σε όφελος, περαιτέρω άνοδό της , γκρέμισμα των πιθανών ανταγωνιστών. ‘ Όλα παίζονται με συσχετισμούς και οργανωμένα σχέδια σε μια  πρωτοφανή επίδειξη ναρκισσιστικής ισχύος. Ιδού η κορυφαία πολιτική στιγμή  του σινεμά του 2022 με κάποιες άλλες περιπτώσεις άξιες να συζητηθούν. Η ταινία «Η κυρία Χάρις πάει στο Παρίσι» του Άντονι Φαμπιάν, σε σενάριο από το βιβλίο του Πολ Γκαλίκο, που ανήκει στις δραματικές κομεντί, σίγουρα με τον τρόπο της προωθεί και έναν καθησυχαστικό πολιτικό λόγο. Η κυρία Χάρις είναι μια Βρετανίδα χήρα που εργάζεται σκληρά  για να επιβιώσει κάνοντας πάντα όνειρα εμπιστευόμενη στην τύχη (παίζει στις κυνοδρομίες, σε στοιχήματα αγώνων ποδοσφαίρου κτλ).Από το τίποτα καλό και το λίγοΗ κορυφαία επιθυμία της  Χάρις είναι να μεταβεί στο Παρίσι και να αγοράσει ένα εξαιρετικό φόρεμα από τον οίκο Ντιόρ προκειμένου να το φορέσει σ έναν τοπικό χορό. Η σκηνοθεσία, με μαγικό ρεαλισμό, δείχνει όλη αυτή τη διαδικασία και επιβάλλει έναν καθησυχασμό. Ναι μεν καταφέρνει να οδηγήσει σε απεργία τις νέες εργαζόμενες γυναίκες υπό απόλυση στον οίκο στον οίκο Ντιόρ , αλλά στο τέλος συμβιβάζεται  με την ανεπάρκειά της. Δηλαδή περίπου η ταινία αναφέρεται σ΄ έναν καπιταλισμό με σκληρό πρόσωπο που μπορεί να μετατρέπεται σ΄ έναν «φωτεινό» καπιταλισμό. Δεν μιλάμε λοιπόν για ανατροπή, αλλά  για βελτίωση. Είναι μια ιδεολογική πρόταση, από το τίποτα καλύτερα κι ένα κομμάτι καλύτερης ζωής. Λέτε να είναι μια πρόταση για το τώρα μας άσχετα αν η ιστορία διαδραματίζεται στα 1957. Ποιος ξέρει; 

«ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΝΙΣΕΡΙΝ» (THE BANSHEES OF INISERIN)

του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

(Έγχρωμο 2022, Ιρλανδία- Ηνωμένο Βασίλειο- ΗΠΑ, διάρκεια 114΄). Σκηνοθεσία- Σενάριο: Μάρτιν ΜακΝτόνα

Παίζουν: Κόλιν Φάρελ, Μπρένταν Γκλίζον, Κέρι Κόντον

Βραβεία: Φεστιβάλ Βενετίας  α’ ανδρικός ρόλος ( Κόλιν Φάρελ), σενάριο.  Χρυσές Σφαίρες : Καλύτερη ταινία (κωμωδία ή μιούζικαλ),σκηνοθεσία.

Σ΄ ένα μικρό νησί της Ιρλανδίας στα 1923,  δυό στενότατοι φίλοι, ο Πάτρικ και ο Κολμ, βρίσκονται σε τεράστια κρίση εξ αιτίας της απόφασης του δευτέρου να κόψει και την παρέα και την καλημέρα, για ανεξήγητους φαινομενικά λόγους. στον πρώτο. Ο Πάτρικ, βαθύτατα εξαρτώμενος από τον φίλο του, κάνει το πάν για την επανασύνδεση αλλά μάταια.

΄Ένα από τα καλύτερα σενάρια που έχω απολαύσει στα τελευταία χρόνια και ένας τέλειος Φάρελ, όλα αυτά συνυφασμένα με την μουσική του Μπάρτγουελ, μαζί με την ιδιαίτερη αποτύπωση της εικόνας μιας απομονωμένης μικροκοινωνίας, ολοκληρώνουν  ένα έξοχο φιλμ. Σίγουρα θα συζητηθεί πολύ από στόμα σε στόμα και, παρά το ερμητικό του σχήμα, ενδέχεται να κάνει και εισιτήρια.

Ο ΜακΝτόνα, πιστός στο δρόμο που χάραξαν οι Κοέν, γυρίζει  μια κοινωνιολογική, ψυχολογική, υπαρξιακή σπουδή πάνω στο ασύμετρο, το δυστοπικό και το ανεξήγητο. Με αξιοποίηση μεταφυσικών στοιχείων και άλλων από τις θεωρίες των παιγνίων  και της αρχής της απροσδιοριστίας, επιχειρεί να επιλύσει ένα πρόβλημα. Πέραν όλων των άλλων, την έλευση  στοιχείων της αρχαιοελληνικής και σεξπηρικής τραγωδίας, τα εθνογραφικά και τα οικιστικά, ο δημιουργός πλέει ολοταχώς προς τα σημερινά και το ανεξήγητα.

Θα πρέπει να εξετάσουμε αν ασχολείται κατ΄ ουσίαν με την μεγάλη απομόνωση της πανδημίας και τα ιδιαίτερα νοσηρά φαινόμενα που προέκυψαν, όπως εξαρτήσεις, ανασφάλειες, εμμονοληψίες και τελετουργική βία.

Η αφήγηση ράθυμη, επαναλαμβανόμενη, ο φακός στους λιτούς χώρους και ταυτόχρονα στα συνεχή μικρά οδοιπορικά των δύο ανδρών σε στενά πλαίσια. Μια σύγχρονη ταινία δεν θα μπορούσε παρά να ήταν μελαγχολική, θλιμένη, δακρύζουσα, αξιοπρεπής, αδιέξοδη, πνιγερή. Είναι χρέος κάθε σύγχρονου σκεπτόμενου δημιουργού να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή.

24 ΙΡΛΑΝΔΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

φωτό «Belfast»

 «Τα πνεύματα του Ινίσεριν», μια περίφημη ταινία που διεξάγεται στην Ιρλανδία, ανακαλούν στην μνήμη μου 24 πασίγνωστα φιλμ, κατά χρονολογική σειρά, που διεξάγονται σ΄ αυτή την περήφανη και ταραγμένη χώρα. Πολλά απ΄αυτά έχουν σχέση με τον ΙΡΑ.

φωτό «Μάικλ Κόλλινς: ο επαναστάτης»

  1. «Η κόρη του Ράιαν»(1970) του Ντέιβιντ Λιν
  2. «The outsider» (1979) του Τόνι Λουράσι
  3. «Αγγελική εκδίκηση» (1982) του Νιλ Τζόρνταν
  4. «Cal ο μαχητής του IRA»(1984) του Πατ Ο Κόνορ
  5. «Καμιά προσευχή για τους πεθαμένους» (1987) του Μάικ Χότζες
  6. «Το αριστερό μου πόδι» (1989) του ΤζίμΣέρινταν
  7. «Κρυφή ατζέντα» (1990) του ΚενΛόουτς
  8. «Το χωράφι» (1990) του Τζιμ Σέρινταν
  9. «Το παιγνίδι των λυγμών» (1992) του Νιλ Τζόρνταν
  10. «Στο όνομα του πατρός» (1993) του Τζιμ Σέρινταν
  11. «Μάικλ Κόλλινς: ο επαναστάτης» (1997) του Νιλ Τζόρνταν
  12. «Ο στρατηγός» (1988) του ΤζόνΜπούρμαν
  13. «Οι στάχτες της  ΄Αντζελα» (1999) του ΄Αλαν Πάρκερ
  14. «Ματωμένη Κυριακή» (2002) του Πολ Γκρίνγκρας
  15. «Ο άνεμος που χορεύει το κριθάρι» (2006) του ΚενΛόουτς
  16. «Hunger» (2008) του Στηβ Μα Κουήν
  17. «Πέντε λεπτά πριν τον παράδεισο» (2009) του ΄ΟλιβερΧίρσμπιγκελ
  18. «Ζητείται γαμπρός» (2010) του ΑνάντΤάκερ
  19. «Ο χορός των κατασκόπων» (2012) του Τζέιμς Μαρς
  20. «71» (2014) του Γιαν Ντεμάνζ
  21. «Brooklyn» (2015) του Τζον Κρόουλι
  22. «Maze»(2017) του Στίβεν Μπάρκ
  23. «Belfast»(2021) του Κένεθ Μπράνα
  24. «Το ήσυχο κορίτσι» (2022) του Κολμ Μπάιρεντ

ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ

του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

φωτό «Minority report»

Επειδή όλα τα κρίνει ο χρόνος,αν είσαι επιδραστικός για ένα ή δύο έτη και μετά σε έχουν διαγράψει  από τη μνήμη τους, δεν έχει σημασία, ήταν κάτι περαστικό επιπόλαιο. ΄Όταν όμως φτάσεις τον μισό αιώνα σε «επιδραστικότητα», τότε επιβεβαιώνεται η διαχρονικότητα  στην επαφή με το ευρύ κοινό.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ λοιπόν, στα 78 του σήμερα, είναι  επιδραστικός από το 1975 («Τα σαγόνια του καρχαρία») και  έχει στην τσέπη του τις Χρυσές Σφαίρες καλύτερης δραματικής ταινίας  («The Fabelmans»)και σκηνοθεσίας  και ατενίζει με αισιοδοξία τα επερχόμενα ΄Οσκαρ . Πέραν του ότι είναι ένας αρτίστας σκηνοθέτης, πέραν του ότι οι ταινίες του έφεραν αμέτρητες εισπράξεις σ΄ όλο τον κόσμο, το ζητούμενο είναι το μυστικό της επιδραστικότητας της. Τα πάντα άλλαξαν σε μισό αιώνα. Από τον υπαρκτό σοσιαλισμό που κατέρρευσε ως τις σύγχρονες ασύλληπτης φαντασίας τεχνολογίες που μας εξυπηρετούν. Πως όμως κάνει ο ίδιος την «προσαρμογή»; Με τρία Όσκαρ ήδη στα χέρια του δείχνει μια εξαιρετική  ικανότητα να προβλέπει. Με το γούστο και την αισθητική των ανά τον κόσμο σινεφίλ να έχουν ανατραπεί πλήρως, ποιος μπορεί με σιγουριά να υποστηρίξει ότι το τάδε φιλμ θα γνωρίσει επιτυχία, ενδιαφέρει, θα αρέσει; Περνάει με ευκολία από τις ανθρώπινες οικογενειακές δημιουργίες  στις ταινίες καταστροφής, από τον φόβο των τεράτων στην τεχνητή νοημοσύνη, από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στο ολοκαύτωμα. ΄Όλα όμως τα αγγίζει με τον ιδιαίτερο τρόπο ώστε αμέσως νοιώθεις την οπτική σου. Ορισμένες από τις δημιουργίες του, όποια θέματα κι αν έχουν, σε παρασέρνουν σ΄ ένα παράξενο γοητευτικό ταξίδι  στο άγνωστο, στην περιπέτεια που αναζητάς, στη συνάντηση με τους φόβους και τις ανάγκες. Θεωρώ πως αν ο καθένας κάνει μια λίστα με την ομάδα των ταινιών του Σπίλμπεργκ  που λατρεύει, σίγουρα  θα οδηγηθεί  σε μια αυτοψυχανάλυση. Κλείνω με την δική μου λίστα.«Minority report», «Μόναχο», «Η γέφυρα των κατασκόπων» και «Τεχνητή νοημοσύνη».

OUT OF THE PAST

ΣΤΗΝ  ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΛΙΟΥ (THESCARET HOUR)

του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

Ασπρόμαυρο, ΗΠΑ 1956, διάρκεια 95΄

Σκηνοθεσία: Μάικλ Κάρτι. Σενάριο: Άλφοντ Βαν Ρόκελ, Φρανκ Τάσλιν, Τζον Μέρεντιθ

Παίζουν: Τομ ΤράιανΤζόντυ Λόρενς, Κάρολ Όλμαρτ, ΙλιέινΣρίτς, Τζέημς Γκρέγκορι

Στο Λος  ΄Αντζελες, ο Μαρς, ένας έντιμος πωλητής, νέος, ωραίος και ευαίσθητος, δουλεύει στην επιχείρηση του μεγιστάνα Ραλφ, που έχει μια εξαιρετική υπάλληλο και γραμματέα, την ηθική Κάθι, ενώ είναι παντρεμένος με την άπιστη και άπληστη Πολίν. Εκείνη διατηρεί ερωτικές σχέσεις με τον Μαρς, κρύβονται συνεχώς, της προτείνει να φύγουν μαζί, η άποψη όμως εκείνης είναι ότι χωρίς χρήματα δεν εγκαταλείπει τον πλούσιο σύζυγο. Ένα βράδυ κρυμένοι, για να μην τους δουν, σ΄ ένα ερημικό μέρος, κρυφακούνε την συνομιλία κάποιων απατεώνων. Ο αρχηγός  τους ανακοινώνει τι ακριβώς θα κλέψουν και πως από μια βίλα. Η Πολίν εντυπωσιάζεται  και συνεχώς βάζει σε πειρασμό τον Μαρς, αφού πλέον γνωρίζουν τα πάντα, να επιχειρήσουν αυτοί να πάρουν την πολύτιμη λεία. Ο Ραλφ βρίσκεται νεκρός και η Κάθι, είναι βαθιά ερωτευμένη με τον Μαρς, γνωρίζει πολλά και προσπαθεί να βοηθήσει.

‘ Εχουμε ένα από τα πιο όμορφα, παράξενα και γοητευτικά φιλμ-νουάρ, όπου ξεχωρίζει το εκπληκτικό, ανατρεπτικό και «στριμένο» σενάριο που έγραψαν τρία διακεκριμένα ονόματα του αμερικανικού σινεμά. Ο Κάρτιζ δεν αποφεύγει κάποια σχηματοποιημένα κλισέ αλλά σχολιάζει εύστοχα το αμερικανικό όνειρο  με την επιτυχία, την απληστία, το εξαπατημένο συναίσθημα, την απάτη. Η κοινωνική ματιά είναι σαφής παρά την εμφάνιση μελοδραματικών στοιχείων. Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί και η σκηνοθεσία νευρώδης με συνεχείς εναλλαγές. Θετική εντύπωση μου προξενεί πως οι Αμερικανοί του ασπρόμαυρου νουάρ  κατάφερναν, σχεδόν πάντα, να σχολιάσουν την διαδικασία  της πτώσης από την κορυφή, ως μόνη σίγουρη έκβαση, την απώλεια και την  ανάγκη της κάθαρσης από ένα σύστημα πλήρως διαβρωμένο.  Σ΄ αυτή την ταινία μπορούμε να τα ανακαλύψουμε όλα αυτά που είναι η μοναδική αλήθεια της πλούσιας χιμαιρικής αναζήτησης  του σχήματος και χρήμα και ευτυχία.

« ΛΑΒΥΝΘΙΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑ»

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  ΣΤΟ ΒΑΚΟΥΡΑ ΣΤΙΣ 21:00

ΣΤΙΣ ΣΙΝΕΦΙΛ ΔΕΥΤΕΡΕΣ

«Οι γυναίκες στο σινεμά του 21ου αιώνα» είναι το αφιέρωμα από τις  «Σινεφίλ Δευτέρες» κι αυτή τη Δευτέρα. Η ηρωίδα είναι η 11χονη Οφέλια στην πολύκροτη και οσκαρική ταινία του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο «Ο λαβύρινθος του Πάνα» (El laberinto del fauno ,έγχρωμο 2006, Μεξικό- Ισπανία, διάρκεια 118’ ) τη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου  στο ΒΑΚΟΥΡΑ (Ιωάννου Μιχαήλ 8 τηλ.2310233665) στις 21:00 σε διανομή WEIRDWAVE.

Ο σκηνοθέτης έγραψε και το σενάριο ενώ πρωταγωνιστούν οι Ιβάνα Μπακέρο, Αριάδνη Τζιλ, Σέρχι Λοπέζ , ΄Αλεξ Ανχούλο. Βρισκόμαστε στη φασιστική Ισπανία, 5 χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας του Φράνκο, και μια μικρή κοπέλα, που της αρέσει να καταφεύγει στον χώρο της φαντασίας μετακομίζει με την έγκυο μητέρα της σ΄ ένα απομακρυσμένο μέρος για να ζήσει εκεί με τον αδίστακτο και βίαιο πατριό της λοχαγό του ισπανικού στρατού.

Οι Σινεφίλ Δευτέρες συστήνουν για πρώτη φορά στο κοινό τους τον ιδιοφυή και «ιδιαίτερο», πληθωρικό και οσκαρικό Μεξικανό δημιουργό Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. « Ο λαβύρινθος του Πάνα» κέρδισε τρία βραβεία ΄Οσκαρ και προτάθηκε για άλλα τρία. Κέρδισε τρία BAFTA μεταξύ των οποίων της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και επτά βραβεία Goya από τα δέκα που προτάθηκε.

Αυτό το ποιητικό πολιτικό δράμα του φανταστικού που διερευνά τη στρέβλωση και την μετάλλαξη της φαντασίας της μικρής κοπέλας εξ αιτίας της απαγορευτικής διαδικασίας δεν θα πετύχαινε ποτέ αν δεν υπήρχε ο Ντελ Τόρο. Ο τελευταίος και εδώ μεταφέρει το παράξενο, ιδιόρρυθμο, ανατριχιαστικό και συμβολικό σύμπαν των τεράτων. ΄Εχει αδυναμία σ΄ αυτά τα πλάσματα ο δημιουργός, πρωταγωνιστούν σ΄ όλες τις ταινίες του. Είναι η απόληξη, η έκκριση, η απάντηση του εσωτερικού των  ηρώων του σε κάθε έξωθεν πίεση. Ο Μεξικανός μέτρ «απαντάει» στο ασύμμετρο και στο έκτακτο  με εξίσου κορυφαία δυστοπία που κορυφώνει την τραγωδία. Το ίδιο έκανε και στον οσκαρικό του θρίαμβο με το «Σχήμα του νερού». ΄Άλλη μια φορά ασχολήθηκε με τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στη «Ράχη του διαβόλου».

Ο Αλέξης Δερμεντζόγλου θα διαπραγματευθεί το θέμα: « Ο κόσμος των σημείων και τεράτων στο σνεμά του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο». Η ψυχολόγος και συστημική ψυχοθεραπεύτρια κ. Τζούλια Λαγιώτη, πέρα από την παρέμβασή της και τις απαντήσεις που θα δώσει στους θεατές επί του θέματος της ταινίας, θα ολοκληρώσει και θα ανακεφαλαιώσει μια διάλεξη που θα αθροίζει συμπεράσματα από τα τέσσερα μέχρι στιγμής φιλμ του αφιερώματος «Οι γυναίκες στο σινεμά του 21ου αιώνα».

Η κριτική του Τάσου Χατζηευφραιμίδη  από το FLIX

« Στη φιλμογραφία κάθε μεγάλου σκηνοθέτη υπάρχει εκείνη η ταινία στην οποία για πρώτη φορά αποκρυσταλλώνεται το όραμά του και συγκεντρώνονται στην πιο καθαρή τους μορφή όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν το έργο του μοναδικό. Η ταινία η οποία δικαιώνει όλους όσοι πίστεψαν από την αρχή στο ταλέντο του ή που αναδρομικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πρώτο του αριστούργημα. Στην περίπτωση του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο αυτή η ταινία είναι ο «Λαβύρινθος του Πάνα», η οποία σε μια ευτυχή συγκυρία βγαίνει σε επανέκδοση στη χώρα μας δώδεκα χρόνια μετά την αρχική του προβολή (την ίδια μάλιστα χρονιά που ο Μεξικανός σκηνοθέτης γνώρισε την οσκαρική δικαίωση με τη «Μορφή του Νερού»), για να επανασυστηθεί στις διαστάσεις που της αξίζουν.

O ντελ Τόρο τοποθέτησε τον Λαβύρινθό του στις απαρχές μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους στην ιστορία της Ευρώπης, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, η οποία ήταν το μοναδικό φασιστικό καθεστώς που όχι μόνο επιβίωσε του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και διήρκεσε πάνω από τρεις δεκαετίες, και με τη μαεστρία ενός έμπειρου και σοφού παραμυθά άρχισε να ξεδιπλώνει πρωθύστερα τον περίτεχνο αφηγηματικό του μίτο μόλις λίγο πριν από το τέλος της ιστορίας του, με το εναρκτήριο πλάνο της μικρής του πρωταγωνίστριας να κείται στο έδαφος και το αίμα να ρέει αντίστροφα από τη μύτη της, προοικονομώντας τη σκληρότητα και τη μαγεία όσων θα ακολουθήσουν.

Το κορίτσι είναι η μικρή Οφέλια. Ονειροπόλα και με μια ζωηρή φαντασία η οποία αναζωπυρώνεται από τον κόσμο των βιβλίων και των παραμυθιών που διαβάζει, αναγκάζεται να μεταβεί με την έγκυο και άρρωστη μητέρα της στην ύπαιθρο για να ζήσουν μαζί με τον πατριό της, τον σκληρό λοχαγό Ναδάλ, ο οποίος έχει βάλει σκοπό να πατάξει τους τελευταίους διασκορπισμένους πυρήνες της δημοκρατικής αντίστασης. Η συμβίωση με τον άτεγκτο στρατιωτικό θα είναι από την αρχή δύσκολη, μέχρι που το μοναχικό κορίτσι θα ανακαλύψει με τη βοήθεια ενός εντόμου που μεταμορφώνεται σε νεράιδα έναν λαβύρινθο, στο κέντρο του οποίου ζει ένας φαύνος. Το μυθικό αυτό πλάσμα (και απόγονος του αρχαιοελληνικού θεού Πάνα κατά τη ρωμαϊκή μυθολογία) θα ανακοινώσει στην Οφέλια πως αυτή είναι στην πραγματικότητα η μετενσάρκωση της από καιρό χαμένης πριγκίπισσας του Κάτω Κόσμου Μοάνα και πως ο μόνος τρόπος να ξανακερδίσει την αθανασία και τη θέση της στο βασίλειο είναι να εκτελέσει τις αποστολές που θα της θέσει. Ενας νέος, μαγικός κόσμος θα ανοίξει τις πόρτες του για το μικρό κορίτσι, σύντομα όμως η Οφέλια θα ανακαλύψει πως κάθε παραμύθι έχει και τη σκοτεινή πλευρά του, όσο στον πραγματικό κόσμο η μητέρα της ψυχορραγεί και ο λοχαγός Ναδάλ συνεχίζει με αβυσσαλέο μίσος τον πόλεμο εναντίον των ανταρτών.

Από την πρώτη κιόλας ταινία του, το υποτιμημένο Cronos, ο ντελ Τόρο είχε δείξει την αγάπη του για το γκροτέσκο και το αλλόκοτο. Τα τέρατα των κόμικς και των ταινιών τρόμου της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας υπήρξαν οι βασικές πολιτισμικές του αναφορές, τη λυρική διάσταση των οποίων προσπάθησε να αναδείξει με μια εικονοποιία που από την αρχή έμοιαζε οργιαστική και ανεξάντλητη. Στον «Λαβύρινθο του Πάνα» αυτή η δημιουργική ορμή έμελλε να βρει το αποκορύφωμά της, καθώς η ασύλληπτη φαντασία του σκηνοθέτη πλάθει ένα σύμπαν εφιαλτικό και ονειρικό ταυτόχρονα, κατοικημένο από ζοφερά και αποτρόπαια πλάσματα, τα οποία όμως απλώνουν την υπνωτική σαγήνη τους όχι μόνο στην Οφέλια, αλλά και στον μαγεμένο θεατή. Τα Οσκαρ φωτογραφίας, σκηνικών και μακιγιάζ ήταν μια φυσική και παρεπόμενη επιβράβευση της τελειομανίας του ντελ Τόρο, ο οποίος σχεδίαζε κι επεξεργαζόταν τις λεπτομέρειες ζωγραφίζοντας σχέδια και σκίτσα από τα πλάσματα και τα σκηνικά για χρόνια ολόκληρα πριν μορφοποιήσει το τελικό σενάριο.

Ολος αυτός ο οπτικός πλούτος, ωστόσο, πέρα από το αναμφίβολης ομορφιάς αισθητικό αποτέλεσμα, αντικατοπτρίζει σημειολογικά και τις πολυεπίπεδες συνιστώσες της ιστορίας, πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές. Γιατί ο «Λαβύρινθος του Πάνα» μπορεί να είναι μια ταινία με κεντρικό ήρωα ένα παιδί, δεν είναι όμως ποτέ (μόνο) μια παιδική ταινία, παρά υιοθετεί την οπτική γωνία της μικρής του πρωταγωνίστριας για να μιλήσει για την τυραννία και την αξία της ανυπακοής και της αντίστασης με τον ίδιο τρόπο που ένα άλλο αριστούργημα του ισπανικού κινηματογράφου, το «Πνεύμα του Μελισσιού» του Βίκτορ Εριθε, χρησιμοποίησε τον μύθο του Φρανκενστάιν ως σύμβολο και δημιουργικό έναυσμα για την επίθεση στο καθεστώς του Φράνκο.

Ο αποτρόπαια ρεαλιστικός κόσμος της πραγματικότητας που καταδυναστεύεται από την πατριαρχική μορφή του λοχαγού Ναδάλ (το φύλο και το όνομα της Οφέλια κάθε άλλο παρά τυχαίες επιλογές είναι) και ο μαγικός και μυθικός κόσμος στον οποίο κατοικοεδρεύει η μορφή του φαύνου/Πάνα είναι εξίσου αληθινοί για τη μικρή πρωταγωνίστρια και λειτουργούν αντιστικτικά, αλληλεπιδρώντας και συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον. Η παιδική ματιά του ντελ Τόρο καθιστά τους δύο κόσμους ένα ενιαίο σύνολο, μέσα στο οποίο η Οφέλια θα βρει τα κλειδιά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να δραπετεύσει με την αθωότητα της φαντασίας της από την απανθρωπιά ενός αδίστακτου καθεστώτος.

Αντλώντας έμπνευση από τους αδερφούς Γκριμ, την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, τους πίνακες του Γκόγια και την κέλτικη, τη ρωμαϊκή και ελληνική μυθολογία, ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο εξέρχεται θριαμβευτής από τον λαβύρινθο των διακειμενικών του αναφορών με κύρια όπλα την αφοπλιστική συναισθηματική ένταση της ιστορίας του και την αφηγηματική του δεινότητα, όπως αυτές θα κορυφωθούν, διττά και ενιαία ταυτόχρονα, στο σπαρακτικό φινάλε που θα ενώσει την Οφέλια με την Μοάνα, την πραγματικότητα με τη φαντασία και τη χαρά με τη λύπη. Αλλά γι’ αυτό υπάρχουν τα παραμύθια: για να χαμογελάς όσο η καρδιά σου έχει γίνει χίλια κομμάτια και (παραφράζοντας την ακροτελεύτια πρόταση της ταινίας) για να ξέρεις που πρέπει να κοιτάξεις, όταν θέλεις να ανακαλύψεις την ομορφιά».

ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΟΒΕΛΙΞ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΑ

 Κριτική του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

(΄Εγχρωμο 2023, Γαλλία, διάρκεια 118΄)

Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ  Κανέ

Σενάριο βασισμένο σε χαραχτήρες των Ρενέ Γκοσινί, Αλμπέρτ Ουμπερζό και Γκιγιόμ Κανέ, Ζιλίεν Ερβέ.

Παίζουν: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Βεσάν Κασέλ, Μριόν Κοτιγιάρ, Ζιλ Λελούς, Γκιγιόμ Κανέ

Διανομή: Rosebud21, Σπέντζος φιλμ

Βρισκόμαστε στο 50 Π.Χ. Συνωμοσίες στην Κίνα οδηγούν την κόρη της αυτοκράτειρας  της χώρας  συνοδευόμενη από την σωματοφύλακά της  να ζητήσει βοήθεια από τους Γαλάτες . Εκείνοι δεν την αρνούνται, ενώ παράλληλα εμπλέκονται και οι Ρωμαίοι με τον Καίσαρα.

Ιδιαίτερα πετυχημένη η νέα ταινία που δεν βασίζεται για πρώτη φορά σε σενάριο των δημιουργών του δημοφιλούς κόμικ. Διαθέτει ρυθμό, καλούς ρόλους με κέφι, μουσική και καλό μοντάζ. Είναι δηλαδή ο ορισμός του αξιοπρεπούς ψυχαγωγικού σινεμά, αντίδοτου στις ανάλογες χολιγουντιανές παραγωγές: Ας μην εμπλακώ σε διαχωρισμούς και κατηγοριοποιήσεις μια και το σινεμά είναι ένα και ενιαίο. Βρήκα «πλούσιο» το σενάριο με πολλές υποπλοκές, σημαντικές ανατροπές, ανανεωτικά στοιχεία, ευρήματα, πηγαίο χιούμορ και τις κλασικές σινεφίλ αναφορές. Αν γίνει μια σύγκριση του Αστερίξ, με τα χολιγουντιανά φιλμ που απομυθοποιούν κωμικά τον ίδιο τον κινηματογράφο, αυτά υστερούν σε σχέση με την γαλλική παραγωγή υψηλού κόστους. Αν  μ΄ ενδιαφέρουν οι σινεφίλ αναφορές είναι ο τρόπος που προσφέρουν μια διαχρονικότητα που ενσωματώνεται ομαλά στην μυθοπλασία.

Ο σκηνοθέτης, περισσότερο γνωστός και ως ηθοποιός, με τα σινεφίλ  «μουσικά» περάσματα  προσφέρει κάποιες σημάνσεις, που λειτουργούν ιδίως νοσταλγικά, επαναφέρουν χαμένες μνήμες χωρίς να φλερτάρουν με το ρετρό. Οι όποιες πολιτικές αναφορές έχουν να κάνουν με την σύγκρουση ΗΠΑ  Κίνας, αλλά αυτό το φίλμ αξίζει να αγαπηθεί για την ενότητα ύφους, που κρατάει την πολύπλοκη ίντριγκα και τους ύμνους στον έρωτα και στη φιλία.

Για να είμαι ξεκάθαρος, πολύ πιο εύκολα απολαμβάνεις και χαίρεσαι οπτικά την ταινία παρά βρίσκεις την κατάλληλη γραφή για να την περιγράψεις. Εξάλλου η απόλαυση είναι κάτι αυτόνομο και αντιστέκεται και στον λόγο και στην γραφή.

(Από την Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου πανελλαδικά)

ΕΝΑΡΕΤΕΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΕΝΣΤΙΚΤΩΔΕΙΣ ΑΓΡΙΟΤΗΤΕΣ

«Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» του Χλινούρ Παλμασόν

από τον Γιάννη Ν. Γκακίδη

Η Ισλανδία για πολλά χρόνια, από το 1380 και μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανήκε στο Βασίλειο της Δανίας, έχοντας περάσει βέβαια και από Νορβηγική κατοχή. Μόλις το 1918 μετά τον Α΄ ΠΠ αναδείχτηκε σε  κυρίαρχο κράτος, έχοντας ωστόσο την επικυριαρχία του Βασίλειου της Δανίας, μέχρι τον Ιούνη του 1944, οπότε και αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητη Δημοκρατία. Η ιστορία που μας αφηγείται ο ισλανδός Χλινούρ Παλμασόν, έχει στο επίκεντρο ένα νεαρό ιερέα τον Λούκας ο οποίος, στα τέλη του 19ου αιώνα  ταξιδεύει στο άγριο και δύσβατο τοπίο της Ισλανδίας, προκειμένου να κτίσει εκκλησία σε ένα απομακρυσμένο μέρος του νησιού. Έχοντας στην πλάτη τον τρίποδα με τη φωτογραφική μηχανή φιλοδοξεί να καταγράψει τη δύσκολη αυτή πορεία. Στην ουσία πρόκειται για ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αναζήτησης του αληθινού θεού, ένα ταξίδι όπου η φαντασία που ωραιοποιεί αντιπαρατίθεται με τη σκληρή πραγματικότητα. Ένα ταξίδι αγώνα για την επιβίωση κόντρα στις σκληρές στιγμές της φύσης, μια αντιπαράθεση νοοτροπιών, εθνικιστικών προκαταλήψεων και αντιλήψεων για τη ζωή και το νόημά της. Η ταινία πραγματεύεται τις ανθρώπινες ανάγκες, για αγάπη και θαλπωρή, το ανθρώπινο θράσος ως αντιστάθμισμα στο φόβο, την ματαιοδοξία ενδεδυμένη με τον μανδύα της φιλοδοξίας, την ανασφάλεια ως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης  ύπαρξης, την κυριαρχία του θυμικού κόντρα στη λογική. Επιμύθιο το αδιέξοδο, με την επιλογή της αυτοδικίας, να υπέχει τελικά  θέση αυτοχειρίας. Από την πρώτη στιγμή της ταινίας θα φανεί η αντιπαράθεση ανάμεσα στον μαλθακό κληρικό Λούκας με τη φωτογραφική μηχανή και τον σκληραγωγημένο οδηγό Ρανγκάρ. Μια αντιπαράθεση που, αρχικά εδράζεται σε εθνικιστικές προκαταλήψεις και συνεχίζεται με τη γνώση της βιωματικής εμπειρίας που, φέρει και εκφράζει ο καθένας. Στο τέλος του ταξιδιού, η άφιξη στον προορισμό με τις απώλειες σε ανθρώπους και ζώα, δε θα σηματοδοτήσει την εκτόνωση της έντασης και της αντιπαράθεσης. Το τοπίο είναι μεν ήπιο και λιγότερο εχθρικό, αλλά οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι μόνον δεν βρίσκουν τον δρόμο της λύσης, οδηγούν στην τελική αντιπαράθεση. Όταν ο μεν ομολογεί τα ανήθικα πεπραγμένα του, ο άλλος κραδαίνων τη ρομφαία θα επιζητήσει την αυτοδικία, είτε ως εκπρόσωπος του θεού, είτε ως υποκύπτων στο θυμικό ενός κοινού θνητού που, ζητά απλά εκδίκηση. Να σημειώσω πως, τελικά ο φόβος είναι αυτός που κυριαρχεί, τόσο στον ιερωμένο Λούκας, όσο και στον σκληραγωγημένο Ρανγκάρ. Για τον Λούκας η αμφισβήτηση της ύπαρξης του θεού, για τον Ρανγκάρ ο φόβος της θεϊκής τιμωρίας. Πέρα από τους δύο προαναφερθέντες χαρακτήρες, έχουμε και τον χήρο Καρλ, πατέρα δύο κοριτσιών και πρόεδρο της κοινότητας. Απαρέγκλιτα πατριαρχικός, σκληρός, εθνικιστής και θιασώτης της αυτοδικίας, εν είδη τιμωρού «θεού». Πρόκειται για μια επική ταινία, τουλάχιστον στο κομμάτι της κινηματογραφικής καταγραφής, με ωραίες και τραχιές εικόνες, με ιδιαίτερο εικαστικό φορτίο. Εξάλλου επική είναι και η διαδρομή αυτή καθαυτή. Υπάρχει μια αντίστιξη ανάμεσα στο εικαστικό πλαίσιο και στα διαδραματιζόμενα εντός αυτού. Στο τέλος θα διαλυθούν οι ενάρετες βεβαιότητες και τη θέση τους θα πάρουν ενστικτώδεις  αγριότητες.  O Χλινούρ Παλμασόν, στη διαδρομή του Λούκας μέχρι τον προορισμό του θυμίζει τον πραγματισμό και τη φυσιολατρία του  γερμανού Βέρνερ Χέρτζογκ, από την άφιξη και μετά θυμίζει τον μυστικισμό και την μεταφυσική του Καρλ Ντράγιερ. Πέρα από την εξαιρετική φωτογραφία του Μαρία Φον Χάουσβολφ, εξαιρετικές και οι ερμηνείες των: Έλλιοτ Κρόσετ Χουβ, Ίνγκβαρ Σίγκουρσον, Βικ Κάρμεν Σόνε, Γιάγκομπ Λόμαν.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΥ ή η προσωπική ιστορία του Χονγκ Σανγκ-σου

του Κώστα Γ. Καρδερίνη

Μας τον σύστησε ο Δημήτρης Εϊπίδης (Νέοι Ορίζοντες, 43ο ΦΚΘ) με ένα κουαρτέτο σε 4 κινήσεις: Tη μέρα που ένα γουρούνι έπεσε στο πηγάδι (1996), H δύναμη της επαρχίας Kανγκ-ουόν (1998), Η παρθένα που έγδυσαν οι μνηστήρες της (2000) και H περιστρεφόμενη πύλη (2002). Μας ξάφνιασε με το ιδιόμορφο φιλμικό του σύμπαν. Θέλησαν να τον παραβάλλουν με τον Γούντι Άλεν αλλά ο Χονγκ Σανγκ-σου απάντησε διαμέσου της Ιζαμπέλ Ιπέρ και μας έστειλε Στη χώρα των άλλων (2012). Ο ασιάτης Αντονιόνι ή ένας Γκοντάρ με πολύ συναίσθημα; Τσκ-τσκ-τσκ!!

Μετά γνώρισε την ηγερία του, Kim Min-hee (2015, Right Now, Wrong Then). That was then but this is now, που λέει και το τραγούδι της ερωτικής αλφαβήτας (ABC). Γιόρτασε τη δημοσιοποίηση του έρωτά τους (2017) με την ταινία Η επόμενη μέρα μιας σχέσης. Ζήτησε διαζύγιο αλλά η πολιτεία αποφάσισε ότι δεν το δικαιούνται ο απατών και δεν του επέτρεψε να χωρίσει με τη σύζυγό του. Η κάμερα της Κλαίρης (2017) κατέγραψε τη συνάντηση λαγγεμένης μακρινής Ανατολής (Κιμ Μιν-χι) – νουβέλ κοντινής Δύσης (Ιπέρ). Μετά ήρθε Η γυναίκα που έφυγε (2020) και μια νέα Εισαγωγή (2021).

/

Συνέχισε λοιπόν να κάνει σινεμά χαμηλών προϋπολογισμών και υψηλών επιδόσεων. Αρκετές φορές προλαβαίνει δυο ταινίες μέσα στην ίδια χρονιά. Έτσι έκανε και το 2022: Χωρίς ασανσέρ, Ιστορία μιας μυθιστοριογράφου. Στέρεψε, αυτό-(ψυχ)αναλύεται, απολογείται, εξομολογείται ή διαλύεται; Το φιλμ της συγγραφέως, η ταινία της/τους/του, ευφημισμός και αυτοαναφορικότητα. Ο Χονγκ τα κάνει όλα και συμφέρει (ακόμη και την μουσική). Η αγαπημένη του μούσα Μιν-χι Κιμ είναι αυτή που μαθαίνει τη νοηματική γλώσσα. Ακόμα ψάχνει νέους τρόπους έκφρασης της τέχνης του.

Άνωθεν επιλεγμένη εργογραφία του Hong Sang-soo

Tη μέρα που ένα γουρούνι έπεσε στο πηγάδι /Daijiga umule pajinnal /The Day a Pig Fell into the Well (1996 Νότια Κορέα, 115λ)

H δύναμη της επαρχίας Kανγκ-ουόν /Kangwon-do ui him /The Power of Kangwon Province (1998 Νότια Κορέα, 110λ)

Η παρθένα που έγδυσαν οι μνηστήρες της /Oh! Soo-jung /Virgin Stripped Bare by Her Bachelors (2000 Νότια Κορέα, 126λ)

H περιστρεφόμενη πύλη /Saenghwalui balgyeon /On the Occasion of Remembering the Turning Gate (2002 Νότια Κορέα, 115λ)

Στη χώρα των άλλων /Da-reun na-ra-e-seo /In Another Country (2012 Νότια Κορέα, 89λ)

Right Now, Wrong Then /Ji-geum-eun-mat-go-geu-ddae-neun-teul-li-da (2015 Νότια Κορέα, 121λ)

Η επόμενη μέρα μιας σχέσης /Geu-hu /The Day After (2017 Νότια Κορέα, 92λ)

Η κάμερα της Κλαίρης /La caméra de Claire /Claire’s Camera (2017 Νότια Κορέα /Γαλλία, 69λ)

Η γυναίκα που έφυγε /Domangchin yeoja /The Woman Who Ran (2020 Νότια Κορέα, 77λ)

Εισαγωγή /Inteurodeoksyeon /Introduction (2021 Νότια Κορέα, 66λ)

Hong Sangsoo – Winner of the Silver Bear for Best Screenplay (2021 Νότια Κορέα, 2λ)

Χωρίς ασανσέρ /Tab /Walk Up (2022 Νότια Κορέα, 97λ)

Ιστορία μιας μυθιστοριογράφου /So-seol-ga-ui yeong-hwa /The Novelist’s Film (2022 Νότια Κορέα, 92λ)

Ο Στάθης Σταμουλακάτος ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΗΜΩΝΙΕΣ

του Κώστα Γ. Καρδερίνη

Αν και αποφοίτησε από τη δραματική σχολή στα 25 του (1996) εντούτοις προτίμησε αντί να κάνει καριέρα να γίνει κουριεράς για πολλά χρόνια. Ως κομπάρσος πρωτοεμφανίστηκε (2005) σε μια βέλγικη δημοφιλή τηλεσειρά με θέμα τη διακίνηση γυναικών σε κυκλώματα πορνείας της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στον κινηματογράφο είναι ανακάλυψη του Γιάννη Οικονομίδη: Τον είχα δει στο θέατρο και αμέσως μου κίνησε το ενδιαφέρον. Σπουδαίος ηθοποιός, με πολύ μεγάλο πάθος και ενέργεια και δύναμη και (τον απαραίτητο) τσαμπουκά. Και καλό παιδί. Ψυχούλα. Αμέσως τον οραματίστηκα ως Νίκο στον Μαχαιροβγάλτη (2010).

Ακολούθησαν μεγαλύτεροι ρόλοι στο βαρύ μεταλλικό σύμπαν του Οικονομίδη (Το μικρό ψάρι, Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς) ο οποίος τον αξιοποίησε δεόντως και στην πρώτη θεατρική του επιτυχία (Στέλλα κοιμήσου, Εθνικό Θέατρο 2016-2018 και ΚΘΒΕ / 52α Δημήτρια). Στο νεονουάρ του Νικόλα Τριανταφυλλίδη Οι αισθηματίες (2014) είχε ρόλο συνεταίρου δίπλα στον «δάσκαλο» Τάκη Μόσχο. Στο Πρόστιμο (2020) του Φωκίωνα Μπόγρη έκλεψε άνετα την παράσταση και πήρε βραβείο Ίρις ερμηνείας Β’ ρόλου από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Δεύτερος ρόλος και στον Ράφτη (2020) κι ακόμη μικρότερος στο ελληνοϊσπανικό Mediterráneo (2021).

Στο συγκλονιστικό ακριτικό δράμα, της πρωτάρας Ασημίνας Προέδρου, Πίσω από τις θημωνιές (Behind the Haystacks, 2022 Ελλάς /Γερμανία /Β. Μακεδονία, 108λ) ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να δείξει το μέγεθος του και ως πρωταγωνιστής. Ως πατέρας αυστηρός (της επίσης πρωτάρας, αναπάντεχα καλής, Ευγενίας Λάβδα), ως σύζυγος της θεούσας Γεωργίας (Ντίνα Μιχαηλίδου), ως γρανάζι στα κόλπα του αγροτοπατέρα Δημήτρη (Πασχάλης Τσαρουχάς), ως μέλος μιας κοινότητας συνενόχων, συμποσιαστών και πανηγυρτζήδων της κακιάς ώρας. Σηκώνει στους ώμους του τη βαριά συνείδηση και την αισχύνη της σιωπηρής πλειοψηφίας, γίνεται «τραυματιοφορέας» και «τράγος» του χωριού και ποντίζει τον καημό και την πίκρα του Πίσω από τις θημωνιές της Δοϊράνης.

Ταυτόχρονα επιστρέφει τηλεοπτικά (Παγιδευμένοι, Αυτή η νύχτα μένει) και δρέπει νέες δάφνες στο θεατρικό έργο Κωλόκαιρος που έγραψε ο πολυσχιδής Αντώνης Τσιοτσιόπουλος (Θέατρο Τζένη Καρέζη). Από το έντονο και δυναμικό θεατρικό του παρελθόν μνημονεύω ακόμη τον ρόλο του ως Άγριος σπόρος (Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου Επί Κολωνώ) σε εναλλασσόμενη διανομή με τον Τάκη Σπυριδάκη και αποκλειστικά μετά τον θάνατό του τελευταίου.