OI ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Μάικ Φίγκις: Ο άγγλος φίλος μας

του Κωνσταντίνου Καϊμάκη  ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ Π.Ε.Κ.Κ. (γράφει κριτική στο Documento)

Σπουδαία περίπτωση αυτός ο Φίγκις. Εμφανίστηκε από το πουθενά στα τέλη των 80ς μια «Επικίνδυνη Δευτέρα» χάρη στην οποία κέρδισε με τη μία εισιτήριο για το Χόλιγουντ, έδρεψε δάφνες και επιτυχίες (εισπρακτικές και καλλιτεχνικές) για μια ολόκληρη σχεδόν δεκαετία και μετά εξαφανίστηκε. Έτσι απλά.

Ο βρετανός σκηνοθέτης που ξεκίνησε ως μουσικός, συμμετέχοντας μάλιστα σε τζαζ σχήματα δίπλα σε μεγάλα ονόματα του star system (μαζί με τον Μπράιαν Φέρι στην R’n’B band «Gas Board») ήταν πάντα ανήσυχο πνεύμα και πολυσχιδής χαρακτήρας. Από τα πρώτα κιόλας φιλμ του έδειξε τι τον απασχολεί. Ερωτικές ιστορίες στα όρια, νεκρώσιμος ρομαντισμός, τζαζ ατμόσφαιρα, μελαγχολία και πειραματισμοί. Όλα αυτά εντοπίζονται στην πρώτη του ταινία το 1988 που κόστισε 4 εκατομμύρια δολάρια και συγκέντρωσε ένα πρώτης γραμμής καστ (η Μέλανι Γκρίφιθ είναι το αντικείμενο του πόθου για τον Σον Μπιν που βρίσκει δουλειά στο τζαζ κλαμπ του Στινγκ  το οποίο έχει βάλει στο μάτι ο γκάνγκστερ Τόμι Λι Τζόουνς). Η ταινία μένει στο νου και την καρδιά χάρη σε δύο-τρία στιγμιότυπα ποτισμένη από τη βροχή του Νιούκασλ, τους τζαζ αυτοσχεδιασμούς, τα χαμηλά φώτα που «λούζουν» τους ήρωες και, κυρίως, το αίσθημα ερωτικής ασφυξίας που γεννιέται από την συνειδητοποίηση της παγίδας από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Την πολυπλοκότητα των σχέσεων θα αποδώσει τέλεια στην πιο αγαπημένη του και προσωπική ίσως ταινία, την «Ερωτική καταιγίδα», τρία χρόνια αργότερα, όπου το σενάριο αφορά στην μυστηριώδη ιστορία πόθου, ζήλιας και φόνου και βιώνει ένας αρχιτέκτονας όταν επιστρέφει στο πατρικό του με αφορμή την φροντίδα της βαριάς άρρωστης μητέρας του. Ο ήρωας (Κέβιν Άντερσον) θα μπλέξει σε μια μυστηριώδη υπόθεση που έχει ως βάση την τύχη ενός παλιού κτιρίου που ένας παλιός φίλος του και στυγνός επιχειρηματίας θέλει να κατεδαφίσει αλλά το σημείο καμπής του έργου, που έχει ως πρωτότυπο τίτλο τη περίφημη σύνθεση του Λιστ «Liebestraum», είναι η ερωτική έλξη που νιώθει ο αρχιτέκτονας για τη γυναίκα του φίλου του.

Επικίνδυνη Δευτέρα

Αν υπάρχει ένας σκηνοθέτης που έχει συλλάβει τέλεια τη σχέση ερωτισμού και σινεμά αυτός είναι ο Μάικ Φίγκις. Το αποδεικνύει κάθε φορά. Είτε στις καλές είτε στις λιγότερο καλές στιγμές του. Κι αν σε κάποιες περιπτώσεις η συγκεκριμένη διάσταση είναι από προφανής έως αναμενόμενη («Το τέλος της σεξουαλικής αθωότητας», «Ερωτική καταιγίδα», «One night stand») σε κάποιες άλλες είναι ο καλά κρυμμένος θησαυρός που ο θεατής πρέπει να ανακαλύψει μόνος του. Στο αστυνομικό θρίλερ «Internal Affairs» (1990) – πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ και με φόντο ένα λαμπερό L.A.- χαρίζει στον Ρίτσαρντ Γκιρ ένα σπουδαίο ρόλο και εκείνος ανταποδίδει τη χάρη με μια μεγαλειώδη παράσταση. Ως διεφθαρμένος μπάτσος Ντένις Πεκ, ο Γκιρ  σκιτσάρει το πρόσωπο του απόλυτου κακού με υλικά που ξεπερνούν τα αναμενόμενα: εκτός της βίας, της διαφθοράς ή του διαρκούς φλερτ με τον κίνδυνο, ο Πεκ χρησιμοποιεί το σεξ ως το μέσο για την ολοκληρωτική καταστροφή των υπολοίπων και δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ «φίλων» και εχθρών. Αντίστοιχα ο Νίκολας Κέιτζ φτάνει πιο κοντά από κάθε άλλον αυτοκαταστροφικό ήρωα του σινεμά στην ταύτιση «έρωτα-θανάτου» στο αριστουργηματικό από κάθε άποψη «Leaving Las Vegas» (1995) που οδήγησε τον αμφιλεγόμενο ηθοποιό στο μοναδικό του Όσκαρ καθώς και τον Φίγκις στις δικές του δύο υποψηφιότητες, για σκηνοθεσία και σενάριο.

Ένα χρόνο νωρίτερα, η «Εκδοχή του Μπράουνινγκ» με τον Άλμπερτ Φίνεϊ στο ρόλο του αυστηρού φιλολόγου που παραιτείται της δουλειάς του λόγω υγείας και κάνει τον απολογισμό της ζωής του, παρότι είναι υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα, είναι και η πιο συμβατική –και σίγουρα αταίριαστη- ταινία του Φίγκις. Το 1994 ο 46χρονος Φίγκις ετοιμάζεται να βιώσει την μεγάλη κρίση στην καριέρα και τη ζωή του. Το ρέκβιεμ του «Leaving Las Vegas» θα έρθει σχεδόν φυσιολογικά κι ενώ όλοι μιλούν για το θέμα χρόνου που ο βρετανός θα κατακτήσει στην Μέκκα του σινεμά, εκείνος ετοιμάζεται να κλείσει τις εκρεμμότητες του για να στραφεί στις αυθεντικές καλλιτεχνικές του αγωνίες.

Η διασκευή του διαχρονικού έργου του Στρίνμπεργκ «Miss Julie» με την αγαπημένη του μούσα και στη ζωή (τότε) Σάφρον Μπάροουζ είναι μια οδυνηρή ματιά πάνω στο παιχνίδι σαγήνης και ερωτικής θύελλας που ξεκινά από τις σχέσεις εξουσίας και τελειώνει στην απόλυτη ταπείνωση. Ο Φίγκις στα επόμενα χρόνια θα πειραματιστεί πολύ πάνω στο θέμα της ερωτικής διαστροφής και υποταγής. Το αποκορύφωμα της τέχνης του μπορεί να εντοπιστεί σε κάποιες αιρετικές εκθέσεις φωτογραφίας αλλά και την όπερα, ένα είδος τόσο ξένο προς εκείνον που οι περιορισμοί της θα τον οδηγήσουν να δημιουργήσει ένα υβρίδιο σινεμά-εικαστικών τεχνών- λυρικού θέατρου με θέμα τη ζωής της Λουκρητίας Βοργίας που ανέβασε στην Όπερα της Αγγλίας και κάποιοι κριτικοί χαρακτήρισαν ως «πορνό» λόγω της χρησιμοποίησης κάποιων ακραίων βιντεοσκοπομένων σκηνών από το παρελθόν της διάσημης αναγεννησιακής δούκισσας.

Θα μπορούσαμε πολλά ακόμη για την τέχνη του Φίγκις και για την συνειδητοποιημένη απόφαση του να εγκαταλείψει το Χόλιγουντ λίγο πριν από την κατάκτηση του. Κάποιοι θα πουν ότι ίσως κατέρρευσε κάτω από το βάρος της πίεσης και των ασφυκτικών κανόνων της βιομηχανίας του θεάματος. Η αλήθεια είναι ότι επέλεξε την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία και το ρίσκο του αγνώστου που κρύβει χίμαιρες και ερωτική ορμή.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s