ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΖΑΝΝΑ

του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

dermetzo@otenet.gr

Παύλος Ζάννας

Δεκαετία του `50: Η ιστορική κινηματογραφική λέσχη της Τέχνης. Ο Παύλος Ζάννας γνώστης, σοβαρός, αξιοπρεπής, ένας μέγας ουμανιστής, διανοούμενος κόμισε κορυφαίες καινοτομίες. Αναλύσεις, έντυπες κριτικές, συζητήσεις, σωστές παρεμβάσεις, υπήρξε η μεγάλη ανατροπή της εποχής εκείνης. Όλη εκείνη η δεκαετία και τουλάχιστον δύο άλλες ακόμα κεντρώνονται γύρω από την έβδομη τέχνη.

Στην αρχή, λοιπόν,  ήταν το σινεμά. Στη συνέχεια οι αίθουσες ανοικτές από τη 1 το μεσημέρι και κάποιες από τις 10 το πρωί, διάσπαρτες, κεντρικές, απομονωμένες και αμέτρητες β΄ προβολής. Μέσα στην πόλη και στις διάφορες συνοικίες σε κάθε γωνιά, σε κάθε γειτονιά. Η σκληρή δεκαετία του `50, η άλλη των ελπίδων του `60 που προσθέτει νέες αίθουσες. Η ζωή σαν σινεμά. Τα πάντα προσαρμοσμένα στην έβδομη τέχνη. Η καθημερινότητα, μια ρύθμιση, μια ταχτοποίηση, μια σειρά ραντεβού με σημείο αναφοράς μια διευθέτηση. Όλα γύρω από το σινεμά και για το σινεμά. Κυρίαρχο σώμα αυτό των φοιτητών, που κάθε μέρα επισκέπτονταν τουλάχιστον μία ή δύο φορές τις σκοτεινές αίθουσες. Αλλά και ο υπόλοιπος πληθυσμός δεν πήγαινε πίσω. Γιαγιάδες, μεγάλες κυρίες και παππούδες έσπευδαν το σαββατοκύριακο, όπου τους περίμεναν ελληνικές ταινίες αλλά και ινδικές και τούρκικες. Ήταν στο στοιχείο τους…

Και ποιος μπορεί να αρνηθεί πως η ζωή ήταν δύσκολη, πολύ δύσκολη, αλλά είχε τις χαρές της μέσα στην ανέχεια. Όσο για την αστική τάξη, πήγαινε σινεμά στις προβολές των 9 και 11  το βράδυ. Δεν επέλεγε μέρες, εξέρχετο όποτε και να ήταν.

Με τα θερινά μαγαζιά τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Συνήθως αποτελούσαν ολόκληρες, οικογενειακές εκστρατείες, μικρές τελετές, όπου τα μέλη της μικρής κοινότητας κουβαλούσαν και λίγο φαγητό. Σε λιγότερο λαϊκές οικογένειες που ζούσαν φτωχικά αλλά υπήρχε  και μια σχετικά προηγμένη κουλτούρα, εμφανιζόταν ο πατέρας το μεσημέρι και έδινε τις κατευθύνσεις. «Το βράδυ έχει σινεμά. Παίζει εκείνη την ταινία με τον Μπόγκαρντ ή τη Λέσλι Καρόν. Να είστε έτοιμοι».

Η μητέρα στολιζόταν με το κολιέ με τα κοράλλια, τελευταίο απομεινάρι  ενός πρώην ένδοξου παρελθόντος. Τα παιδιά ήταν όλο χαρά. Σινεμά και γκαζόζα. Προτιμούσαν τα πολεμικά φιλμ και απεχθάνονταν τα αμερικανικά αισθηματικά ή κάτι άλλο ανάλογο π.χ. την Πριγκίπισσα Σίσι με τη Ρόμι Σνάιντερ.

Σε σχέση με τα σινεμά, τα πιο αναγνωρίσιμα ήταν το ΟΛΥΜΠΙΟΝ, το ΤΙΤΑΝΙΑ (δίπλα στο εστιατόριο ΚΑΪΡΟ στην Τσιμισκή), τα ΔΙΟΝΥΣΙΑ (στην Αγίας Σοφίας), το Ριβολί (Παύλου Μελά), η Αθηνά (στην Όλγας), το Κολοσσαίον (στην Όλγας), η Ιφιγένεια (Βασιλέως Ηρακλείου), τα Ηλύσια (Παύλου Μελά), ο Έσπερος (στη Σβώλου), το Κάπιτολ (στην Κρήτης), το Ανατόλια (στη Γούναρη), η Εγνατία , το Ναυαρίνο (πλατεία Ναυαρίνου), το Αλκαζάρ (Εγνατία), το Παλλάς (Λεωφόρου Νίκης), το Αριστοτέλειο, ο Αλέξανδρος, το Μετροπόλιταν (Φλέμινγκ), το Βακούρα (Ιωάννου Μιχαήλ), το Μακεδονικόν ( Φιλικής Εταιρίας), το Πατέ, η Αίγλη, το Ρίο (Εγνατία), η Κλειώ (Εγνατία), το Αγγέλικα, η Κωτούλα, το Εράζ (Μπότσαρη).

Στη β΄ προβολή περίφημα σινεμά ήταν η Έλση, το Ιντεάλ, το Κεντρικόν, ο Απόλλωνας, ο Ορφέας, η Ανθή, κι αυτά δειγματοληπτικά. Από τους θερινούς επιλεκτικά να αναφερθώ σε:  Κορωνίδα, Ολύμπια, Ρουαγιάλ, Άννα, Μαρί, Φάληρο, Λητώ, Αρζεντίνα, Αλυκονίδα, Ζέφυρο, Άλεξ, Αμιράλ και φυσικά Ναταλί και Ελληνίδα.

Φυσικά στο Βαρδάρη βρίσκονταν πολλοί κινηματογράφοι που παρουσίαζαν ταινίες από τις 10 το πρωί. Κάθε πικραμένος μαζευόταν εκεί, ενώ πολλές φορές έψηναν  ρέγκες για πρόχειρο φαγητό. Περιθωριακοί, άνεργοι, μαθητές σε σκασιαρχείο, φοιτητές που δεν ήξεραν τι να κάνουν, άνεργοι που έψαχναν για λίγη ζέστη (μέσα σε τρομερή βρωμιά) και άλλοι πολλοί συνωστίζονταν σε ανδρικά οχυρά, όπου εκ προοιμίου η παρουσία της γυναίκας ήταν απαγορευμένη.

Να επαναλάβω πως η ζωή του κόσμου ήταν σε γενικές γραμμές προσαρμοσμένη πάνω στο σινεμά, που τροφοδοτούσε και γόνιμες, πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές κουβέντες, ενώ, πέραν της γνώσης και της ψυχαγωγίας που κόμιζε, ήταν και μια μοναδική, φθηνή διέξοδος: «Κερδιζόταν» κάποιες ώρες την ημέρα κι αυτό αφορούσε σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα. Υπήρχε μια ελπίδα που στήριζε βάσιμα το σινεμά. Και ήταν μια αχτίδα φωτός που έδιωχνε την ανία, δημιουργούσε ένα πυρήνα και πρόσχημα επαφής φίλων και γνωστών και τροφοδοτούσε συζητήσεις και μεταμεσονύχτιες βόλτες σε διανυκτερεύοντα καφενεία (βασικά το Αιγαίον). Για πιο διανοητικές κουβέντες ενδείκνυτο το Ντορέ, ενώ οι φοιτητές πριν και μετά το σινεμά απολάμβαναν χαρτιά και τσάι στο Ζάππειο στην Εθνικής Αμύνης. Άλλοι έτρωγαν στη φοιτητική Λέσχη και οι πιο ευμαρείς έμπαιναν στο εστιατόριο  Πέρδικα (Εθνικής Αμύνης), έτρωγαν  ενώ για φλίπερ και τραγούδια στο τζουζμποξ επέλεγαν το Ρίο (Εθνικής Αμύνης). Εκεί ήταν το στρατηγείο, όπου αποφασιζόταν ποιες ταινίες θα έβλεπαν οι παρέες. Δινόταν μια γραμμή και οι επιλογές γίνονταν και με τα σκηνοθετικά ονόματα. «Έπαιζαν» πολύ Αντονιόνι, Μπέργκαν, Φελίνι αλλά και ικανοί Αμερικανοί. Η Ελλάδα ήταν στην άκρη πλην εξαιρέσεων.

Τα σινεμά με τη μεγάλη κινητικότητά τους δημιουργούσαν ουρές, χαρές, βουές και επαφές. Με μια Θεσσαλονίκη που δεν έπασχε τότε από λιτότητα και κρίση, τα φώτα ήταν ολάνοιχτα στους δρόμους. Οι παρέες που σχόλαγαν στη 1 το πρωί από το σινεμά συζητούσαν με ατελείωτες βόλτες στην Εγνατία ή την Τσιμισκή ως τις 3 ή 4 το πρωί. Άλλοι τραβούσαν για μπουγάτσα, όσοι είχαν ελάχιστα χρήματα με μισή δραχμή έπαιρναν μια σούπα από αυτόματους πωλητές σούπας!

Εκείνο που αξίζει τον κόπο να προσεχθεί είναι πως τις δεκαετίες `50 και `60 και `70 ο κινηματογράφος, πέρα από ψυχαγωγία, κόμιζε τη μέγιστη κοινωνική και ουμανιστική υπηρεσία του στη Θεσσαλονίκη είτε στους μόνιμους πολίτες της είτε στους περιστασιακούς (βασικά στους φοιτητές). Έδωσε γνώση, ιδεολογική φόρτιση, ιστορική πληροφόρηση, αισθητική αντίληψη σε  αμέτρητες χιλιάδες ανθρώπους. Παρέλαβε αμούστακα παιδικά  που στην επαρχία δεν είχαν δει …  θάλασσα και τα μετέτρεψε σε ετοιμοπόλεμους, ψημένους άντρες. Νέοι φοιτητές που δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο Βενιζέλος έμαθαν για τη θραυσματική διαχείριση του χρόνου από τον Αλέν Ρενέ, ένιωσαν τα αντιμακαρθικά μηνύματα κάποιων αμερικανικών ταινιών (π.χ. Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές),  συγκινήθηκαν από τις Άγριες φράουλες, έμειναν άναυδοι από την  ίντριγκα του σινεμά του Χίτσκοκ. Πάνω απ’ όλα, έφθασε η επιφώτιση  και ένιωσαν πως επί χρόνια ήταν στην εκμετάλλευση της άγνοιας και της φοβίας που επέβαλλαν οι μηχανισμοί των εθνικόφρονων της εξουσίας. Αυτοί ήταν τα παιδιά του 114, τα μέλη της ΕΔΗΝ, οι αναγνώστες της ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, οι ιδεολόγοι που έτρεχαν με ενθουσιασμό πίσω από τον Γεώργιο Παπανδρέου, αυτοί που περίμεναν τη μεγάλη Αλλαγή.

Πέφτει στα χέρια μου ένα ημερολόγιο φοιτητή της εποχής. Είναι ξεθωριασμένο, παράξενο με διάφορες βρωμιές και μουντζούρες. Διαβάζω και μεταφέρω διακριτικά, αποκλείοντας ό,τι θεωρώ άχρηστο: «Κοιμήθηκα μετά από την κουβέντα το βράδυ στο σπίτι μου στη Γούναρη στις 6 το πρωί. Ξύπνησα την άλλη μέρα στις 12 και τέταρτο. Αγοράζω ένα πακέτο τσιγάρα ΙΝΤΕΑΛ. Παίζω τρία φλίπερ στο «Ρίο», κατεβαίνω στην Πέρδικα. Παραγγέλνω τας κεμπάμπ. Το αφήνω σχεδόν όλο. Πολύ κόκκινο ζουμί. Λίγο ψωμί, λίγο τυρί, μια πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό. Στη μία και δέκα περνάω από το Ζάππειο. Παρακολουθώ μια παρτίδα ξερή. Παίζω σε κουαρτέτο κι εγώ. Στις δύο το μεσημέρι μπαίνω στο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ και βλέπω το Μοντεράτο Κανταμπίλε. Η άλλη ταινία δεν μ’ ενδιαφέρει. Μόλις βγω, θα πάω ΚΕΝΤΡΙΚΟ, παίζει και μια πολεμική ταινία, μετά στο Ζάππειο, κανένα σάντουιτς. Στις 11 θα πάμε στα Τιτάνια. Και μετά…». Τα αποσιωπητικά καθορίζουν και το τέλος των πρόχειρων σημειώσεων. Καμιά αναφορά σε πανεπιστήμιο, μαθήματα,  αγορές, γονείς. Όλα ένα κενό, μια ουτοπία, μια μεγάλη   παραίσθηση στο κέντρο της οποίας υπάρχει το σινεμά και τα πρώτα μικρά τρανζίστορ που έφερναν ειδήσεις και επαφές με τον υπόλοιπο κόσμο.

Μοντεράτο Κανταμπίλε

Φυσικά, οι χειμερινοί κινηματογράφοι έκαναν εισιτήρια απίστευτα. Όταν πληροφορείσαι για νούμερα 300.000 τη σεζόν, μένεις άναυδος. Και όμως είναι αλήθεια πραγματικό γεγονός. Οι τιμές των εισιτηρίων βαθμιαία ανέβαιναν στην α΄ προβολή 11 δρχ., 14 δραχμές και συνεχές σκαρφάλωμα.  Στις ημέρες μας τα εισιτήρια αυξήθηκαν παράλογα. Έφθασε η οικονομική κρίση και οι τιμές έπεσαν, κατρακύλησαν στο 6,5 ευρώ. Και πάλι η τιμή είναι υψηλή.

Ο κινηματογράφος υποχωρεί και στη Θεσσαλονίκη όπως και σε όλη την Ελλάδα με την εμφάνιση της τηλεόρασης. Έρχεται μεγάλη κάμψη, που το `70 είναι κυματώδης. Τα εισιτήρια πέφτουν, πολλά σινεμά βασικά β’  προβολής κλείνουν, αλλά υπάρχει πάντα ένα σώμα (με βάση τους φοιτητές) που πηγαίνει πολλές φορές την εβδομάδα στις αίθουσες. Αλλάζουν πάντως πολλά πράγματα. Μετατίθεται το ενδιαφέρον των θεατών και βασικά των φοιτητών. Παρακολουθούν πλέον πολύ τους προοδευτικούς Αμερικανούς σκηνοθέτες: Και Κόπολα, λοιπόν, (Νονός, Νονός ΙΙ, Συνομιλία) και Πέκινπα (Φέρτε μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία, Άγρια συμμορία), Πόλακ (Οι τρεις μέρες του Κόνδορα, Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν), Πάκουλα (Υπόθεση Πάραλαξ), Πολάνσκι (Τσάινατάουν), Ζίνεμαν (Η ώρα του τσακαλιού), Όλτμαν (MASH, Μια σφαίρα ένα αντίο).

Φυσικά οι μεγάλες αγάπες (Ευρωπαίοι δημιουργοί) δεν ξεχνιούνται, και τους παρακολουθούν. Με τη μεταπολίτευση αρχίζει και πάλι μια φθορά του σινεμά στη Θεσσαλονίκη, μετά ανάκαμψη, μετά φθορά ….

Ουσιαστικά, η χρυσή εποχή για τη συμπρωτεύουσα σε ό,τι αφορά στο σινεμά σχεδόν τελείωσε. Η ταβέρνα ήδη παίζει σημαντικό ρόλο, η τηλεόραση το ίδιο, η ευμάρεια φθάνει σιγά σιγά, υπάρχουν και άλλες επιλογές. Το σινεμά εξακολουθεί να είναι βασικό σημείο αναφοράς (το ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ γίνεται κοσμικό στέκι) και συνεκτικό στοιχείο στις παρέες, αλλά η ζωή δεν προσαρμόζεται σ’ αυτό ή γύρω απ’ αυτό. Θα πρέπει να ανακαλύψουμε την ισοδυναμία κοινωνίας και θεάματος, ψυχισμού και φαντασιακού. Η Θεσσαλονίκη υπήρξε η κατ’ εξοχή ελληνική  κινηματογραφούπολη, έχοντας και το φεστιβάλ. Σήμερα δεν είναι πια και σ’ αυτό δεν φταίει κανένας παρά μόνον η πρόοδος και το τέλος εποχής.

Όπως μου περιγράφουν, μου λένε, το τεκμηριώνω, ένας φοιτητής της δεκαετίας του `60 και λίγο πιο πέρα διέθετε τόσο δυνατό λόγο στο σινεμά ώστε  σήμερα θα μπορούσε να αρθρογραφεί ως καλός κριτικός κινηματογράφου. Είναι άραγε τυχαίο πως εκείνες οι γενιές συμμετείχαν δυναμικά στις ισχυρές ιδεολογικές κινητοποιήσεις και λειτουργούσαν ως η ανήσυχη συνείδηση ενός λαού;

Ψάχνοντας ημερολόγια, στατιστικές, ακούγοντας αφηγήσεις, θα ανακαλύψουμε τι ακριβώς αγάπησαν περισσότερο οι θεατές του σινεμά της δεκαετίας του `50 και `60. Και Κιούμπρικ (Σταυροί στο μέτωπο, Το χρήμα της οργής) και ιταλική σάτιρα (Ο μεγάλος πόλεμος, Ο φασίστας, Οι τέσσερις φυγάδες) και στη συνέχεια μια αναφορά σε μεμονωμένους τίτλους: Ο χορός των καταραμένων, Και οι 7 ήταν υπέροχοι, Ψυχώ, Σιωπηλός μάρτυρας, Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά, Μπόνι και Κλάιντ. Φυσικά αγαπήθηκε πολύ (από τους άνδρες βασικά) το γουέστερν σπαγγέτι και όχι μόνο ο Λεόνε, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός ταινιών με υπογραφές άλλων σκηνοθετών (π.χ. Σέρτζιο Κορμπούτσι, Τονίνο Βαλέρι, Νταμιάνο Νταμιάνι, Ντούτσιο Τεσάρι).

Ο χορός των καταραμένων

Η νουβέλ βαγκ υπήρξε αγαπητή. Και Χιροσίμα αγάπη μου, και Με κομμένη την ανάσα, και Τετρακόσια χτυπήματα. Γενικά θρίλερ, νουάρ, αστυνομικά, περιπέτειες είχαν την τιμητική τους, ενώ στην αρχή της δεκαετίας του `60  ήρθε το φαινόμενο Τζέιμς Μποντ, που οι ταινίες του αγαπήθηκαν πολύ στη Θεσσαλονίκη.

Μου αφηγούνται πως όταν παρουσιαζόταν μια από τις πρώτες ταινίες τη σειράς στον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ για την τελευταία προβολή στις 11 το βράδυ, υπήρχε μια σειρά που έφθανε μέχρι το Λευκό Πύργο, μια άλλη που έκαμε καμπή στην  Τσιρογιάννη και η τρίτη που ερχόταν με στρίμωγμα από πάνω στην Εθνικής Αμύνης. Το ότι οι ταινίες γίνονταν κοσμικά γεγονότα και έφερναν κίνηση και «φως»  ήταν το εντύπωμα της ανεπανάληπτης γοητείας του σινεμά, που στις ημέρες μας είναι κατακερματισμένο. Συμφωνώ πως είναι θέμα προόδου και τέλους εποχής, αλλά σκέφτομαι πως αν είχαν διατηρηθεί από το παρελθόν τα πράγματα, θα υπήρχε άφθονο φάρμακο στην ανία, την πλήξη, την κατάθλιψη που καταχωρούνται ως εικόνα σύγχρονων συμπτωμάτων.

Βέβαια, η Θεσσαλονίκη από τη δεκαετία του `50 είχε την υπέροχη κινηματογραφική λέσχη της Τέχνης και το όραμα του Παύλου Ζάννα, όπως γράφηκε στην αρχή του κειμένου.

Στις ημέρες μας μετά από χρόνια απουσίας ενός τέτοιου φορέα έχουμε εδώ και λίγα χρόνια τέσσερις λέσχες. Το παράδοξο, όμως,  είναι πως ούτε η κρίση συσπείρωσε ανθρώπους και παρέες, οράματα γύρω από το σινεμά αλλά τους απομάκρυνε περισσότερο. Είναι φανερό πως δεν βρέθηκε ακόμα η συνταγή που να αποδίδει θετικά. Αν η επιθυμία είναι στερημένη, ποιοι μπορούν να την επανατροφοδοτήσουν, με ποιες διαδικασίες; Απαιτούνται νέες προτάσεις  και να χτιστούν τα πάντα από την αρχή.

Κατ’ ουσία όλοι γνωρίζουμε με μια ψύχραιμη ματιά πως η ακτινοβολούσα μαγεία του κινηματογραφικού παρελθόντος της Θεσσαλονίκης δεν θα υπάρξει πια. Θα την έχουμε στο μυαλό μας ως Ιστορία και μόνο, ρετρό μνήμη, γλυκόπικρη ανάμνηση. Μπορούμε πλέον να κάνουμε ιστορικές αρχειοθετήσεις και χρονικά και δεν είμαστε ικανοί να διορθώσουμε ή να επαναφέρουμε οτιδήποτε αγαπημένο, άξιο, ισχυρό ψυχαγωγικά αλλά και φορέα γνώσης. Αυτή είναι η αλήθεια, που δυστυχώς δεν διαθέτει ρωγμές αλλά είναι συμπαγής, δημιουργώντας ένα τσιμέντο στην επικοινωνία με κάποιες ελπιδοφόρες εξαιρέσεις

 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΡΤ3 ΚΑΙ ΚΕΜΕΣ: ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΕΣ ΟΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ  ΤΗΣ

Η κινηματογραφική λέσχη εργαζομένων ΕΡΤ3, «γεννήθηκε» στις 8 Αυγούστου του 2013,με την προβολή της ταινίας «Καζαμπλάνκα» του Μάικλ Κάρτιζ.Είχε προηγηθεί τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς το κλείσιμο της ΕΡΤ και η λέσχη αποτέλεσε ένα αυτοδιαχειριστικό,πολιτιστικό εγχείρημα πολιτισμού,ψυχαγωγίας,συλλλογικότητας,αλληλεγγύης.

Αρχικά οι προβολές το καλοκαίρι γίνονταν έξω από το κτήριο των ραδιοφώνων της ΕΡΤ3,Αγγελάκη 14,τον χειμώνα συνεχίστηκαν στον «Αλέξανδρο»,και από τον Οκτώβριο του 2015,όταν επανεκκίνησε η ΕΡΤ,οι ταινίες προβάλλονται στον κινηματογράφο «Βακούρα».

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Από το καλοκαίρι του 2016,μέχρι και σήμερα,το θερινό πρόγραμμα της λέσχης μετακομίζει στον ΑΠΟΛΛΩΝ.Τα φίλμ που έχουν προβληθεί μέχρι στιγμής πλησιάζουν τα 500.Σε κάθε ένα από αυτά γίνεται και γινόταν εισήγηση και ακολουθούσε συζήτηση,ενώ στο κοινό μοιράζονται έντυπες κριτικές αναλύσεις.

Πέραν  των κανονικών προβολών,έχουν γίνει και ιδιαίτερα αξιόλογα αφιερώματα,όπως «Αφιέρωμα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση», «Ταινίες για το γαλλικό Μάη», «Φίλμ που σχολιάζουν τον κόσμο του μέλλοντος», «Συνομιλίες ιαπωνικών νουάρ με αμερικανικά και γαλλικά»,κ.ά.Για τον Αύγουστο του 2020,έρχεται το αφιέρωμα «7 γυναίκες εξομολογούνται».Παράλληλα η λέσχη πέρα από τις προβολές έκανε πρίν από τις ταινίες πολλές μουσικές εκδηλώσεις με θέμα «Μουσικοί πρόλογοι»,που οργάνωνε και επέβλεπε ο δημοσιογράφος του ραδιοφώνου της ΕΡΤ3,Αλέξανδρος Τριανταφύλλου.Ακόμα,μέσα από την κοινωνική της επιτροπή οργάνωσε εράνους και εκδηλώσεις μεταξύ των μελών της.Βασικές της κατευθυντήριες γραμμές παρέμειναν πάντα η γνώση της ιστορίας του κινηματογράφου,η αλληλεγγύη,η κοινωνική συμμετοχή,η πολιτιστική παρέμβαση.Από την πρώτη κιόλας προβολή,το Κέντρο Ερευνών και Μελετών για το Σινεμά,κατανοώντας τον ρόλο της λέσχης,στάθηκε δίπλα της,κι εδώ και χρόνια οργανώνουν μαζί τις προβολές.Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας,προέκυψαν οι πολύ επιτυχημένες τηλεδιασκέψεις μεταξύ των μελών,τα άτυπα μίνι μαθήματα κινηματογράφου,η ίδρυση φυτωρίου νέων σε ηλικίας σινεφίλ,κι οι δωρεάν προβολές ταινιών.Πρωταρχική άποψη της λέσχης ήταν η είσοδος να είναι ελεύθερη για όλους,όπως στην αρχή.Επειδή όμως πρέπει να αποδίδεται ενοίκιο στον κινηματογράφο,καθιερώθηκε ένα συμβολικό εισιτήριο,πολύ φθηνότερο από αυτό των σινεμά.Στις συζητήσεις μετά το τέλος των ταινιών,υπάρχουν ικανοποιητικές συγκεντρώσεις θεατών,που ανταλλάσσουν γόνιμες απόψεις για δύο και τρείς ώρες.Στα 7 αυτά χρόνια,επήλθαν λογικά κάποιες δημιουργικές αλλαγές.Αρχικά αυξήθηκε ο αριθμός των νέων σε ηλικία θεατών.Η λέσχη απέκτησε κι έναν χαρακτήρα κοσμοπολίτικο,εξωστρεφή,αλλά πάντα βαθιά κοινωνικό.Οι προβολές κάποιων ταινιών αποτελούν και κοσμικό γεγονός για την πόλη.Συνεχίζοντας για 7η χρονιά,είναι φανερό πως ενώ οι κατευθυντήριες γραμμές παραμένουν ίδιες σε συνέπεια και σταθερότητα,διαμορφώνεται ένα σλόγκαν,που επιγραμματικά είναι: «πιο πολύ,πιο ψηλά,πιο κοντά» και ερμηνεύεται ως εξής:πιο πολύ γνώση,πιο ψηλά ο βαθμός ουσιαστικής επικοινωνίας,πιο κοντά,δηλαδή πιο συλλογικά,οι σχέσεις των μελών μας.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s