«ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΕΛ ΠΑΣΟ»

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΉ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΑΠΟΛΛΩΝ ΣΤΙΣ 22:45

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΕΝΙΟ ΜΟΡΙΚΟΝΕ

«Εκεί που η ζωή δεν έχει καμία αξία, ο θάνατος έχει συχνά το τίμημά του. Γι’ αυτό και

εμφανίσθηκαν οι κυνηγοί επικηρυγμένων.» – Σέρτζιο Λεόνε

Ο θερινός κινηματογράφος ΑΠΟΛΛΩΝ τιμώντας τη μνήμη του Ένιο Μορικόνε, με την καλλιτεχνική επιμέλεια και την υποστήριξη της κινηματογραφικής λέσχης εργαζομένων ΕΡΤ3, παρουσιάζει την Κυριακή 12 Ιουλίου στις 22:45 το αριστούργημα του Σέρτζιο Λεόνε «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» («Per qualche dollaro in piu», έγχρωμο, Ιταλία-Ισπανία-Γερμανία, 1965, διάρκεια 132’, ιταλική γλώσσα). Παίζουν οι Κλιντ  Ίστγουντ, Τζιαν-Μαρία Βολοντέ, Λι Βαν Κλιφ. Η μουσική είναι του Ένιο Μορικόνε και η φωτογραφία του Μάσιμο Νταλαμάνο. Είναι η ιστορία δύο κυνηγών επικηρυγμένων, του αιμοσταγή αρχηγού μιας συμμορίας, αλλά κι ενός θαμμένου μυστικού.

Γενική είσοδος 5 ευρώ, φοιτητικά και ανεργίας 4 ευρώ, ενώ για τα μέλη της κινηματογραφικής λέσχης εργαζομένων ΕΡΤ3 η είσοδος θα είναι δωρεάν, με τον όρο να προσέλθουν στον κινηματογράφο το αργότερο στις 22:10.

Ακολουθεί αναλυτική κριτική του κριτικού κινηματογράφου και αντιπροέδρου της ΠΕΚΚ, Δημήτρη Κολιοδήμου.

«Ο κόσμος του Λεόνε, το σύμπαν μέσα στο οποίο κινούνται οι μοναχικοί ήρωές του με την ξεχωριστή επιδεξιότητα στο πιστόλι, είναι ένας κόσμος βιαιότητας, σκληρότητας και τυχοδιωκτισμού, εντός του οποίου περιπλανώνται συνεχώς οι κυνηγοί επικηρυγμένων – και ειδικότερα ο Άνθρωπος χωρίς Όνομα. Η μορφή του Κλιντ Ίτσγουντ, πέρα από οτιδήποτε άλλο, μοιάζει να λειτουργεί ως μία απόλυτα περιθωριακή φιγούρα απέναντι στις διάφορες κοινωνικές ομάδες που συναντάει στον δρόμο του. Από το Για μια χούφτα δολάρια μέχρι το Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος, με ενδιάμεσο σταθμό τη Μονομαχία στο Ελ Πάσο, φυσικά, τον παρακολουθούμε σ’ ένα συνεχές οδοιπορικό, σ’ ένα αδιάκοπο ταξίδι που αρχίζει από το πουθενά και τελειώνει στο πουθενά. Φτάνει σε μία πόλη και έχει μπροστά του ένα πλήθος επιλογών, αλλά, όταν φεύγει, τις έχει χρησιμοποιήσει όλες!

«Δεν είναι στις προθέσεις μου να γράψω Ιστορία», είχε πει ο Λεόνε, μιλώντας για τις ταινίες του. «Δεν έχω ούτε αυτή τη διάθεση, ούτε αυτό το δικαίωμα. Έτσι, φτιάχνω την ταινία μου ξεκινώντας από τη δική μου ιστορία, μία ιστορία φανταστική, επιδιώκοντας παράλληλα να πω κάτι για τους ανθρώπους του σήμερα… Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να παρουσιάσω μία ακριβή ιστορική άποψη – με τη συνδρομή της φαντασίας, φυσικά.» Αυτή η πρόθεση του σπουδαίου ιταλού σκηνοθέτη, μία χαρακτηριστικά απομυθοποιητική αντιστροφή των συμβάσεων του κατ’ εξοχήν αμερικανικού κινηματογράφου, όπως είχε αποκαλέσει ο Αντρέ Μπαζέν το είδος του γουέστερν, είναι πολύ φυσικό να αντανακλάται στον αφηγηματικό ρυθμό των ταινιών του, το ύφος, την αισθητική και την τεχνοτροπία τους.

Ο Άνθρωπος χωρίς Όνομα δεν τοποθετεί συρματοπλέγματα, δεν στρώνει σιδηροδρομικές γραμμές, δεν δουλεύει για κτηνοτρόφους, δεν συνοδεύει κοπάδια. Η τάση του να μετακινείται συνεχώς δεν έχει καμία σχέση με την «κατάκτηση της Δύσης» ή με τις συνδεδεμένες μ’ αυτήν αξίες. Έχει να κάνει με την προσπάθειά του να δώσει νόημα στη ζωή του. Και η περιθωριακότητά του σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές ομάδες έχει μία μάλλον «ιστορική» ερμηνεία: είναι η περιθωριακότητα του Άλλου, αυτού που δεν είναι ασήμαντος, αλλά προέρχεται από μία διαφορετική κουλτούρα. Και οι δοκιμασίες του μέσα στην κοινωνία –την οποία ο Λεόνε, παρά την εμμονή του στη λεπτομέρεια, απεικονίζει με μία σχετική «ελευθερία»– λειτουργούν ως ένα μαθηματικό θεώρημα: Ακολουθούν μία «πορισματική» θα λέγαμε πορεία, που αντανακλάται στη χαλαρή δομή. Αυτή η τελευταία μοιάζει μ’ ένα παζλ, που πρέπει να συμπληρωθεί κομμάτι-κομμάτι, κτιζόμενη γύρω από τις συνεχείς προσπάθειες του Ανθρώπου χωρίς Όνομα να «πουλήσει» ή να «δεσμεύσει» τον εαυτό του και τις ικανότητές του σε κάποιον άλλον. Η αξία του, όπως και η αξία των αντιπάλων του, προβάλλει καθώς προχωρεί μέσα από μία σειρά δοκιμασιών και περιπετειών, χάρη στην εκπληκτικά «εύκολη» αλλαγή στάσης και θεώρησης των πραγμάτων που υιοθετεί. Και οι διαφοροποιήσεις αυτές, οι μετατοπίσεις που κάνει συν τω χρόνω, είναι πολύ πιο σημαντικές απ’ ό,τι η πλοκή καθαυτή.

Να, λοιπόν, τα βασικά χαρακτηριστικά της Μονομαχίας στο Ελ Πάσο. Ο Μόνκο (ο Μοναχός, όπως αποκαλεί σε μία σκηνή ο Ίντιο τον Άνθρωπο χωρίς Όνομα) είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων. Χωρίς όνομα, χωρίς παρελθόν, χωρίς ρίζες, χωρίς υποχρεώσεις. Αναγνωρίζεται μόνο από εξωτερικές λεπτομέρειες, όπως οι μπότες, τα ρούχα, ο καπνός του πούρου του. Μέσα σ’ ένα κλίμα υπερβολικής σκληρότητας, όπου μετρούν μονάχα οι προσωπικές αξίες, ο κυνισμός του αποτελεί το μοναδικόγνώρισμα και η αγωνιστικότητά του τον μοναδικό σκοπό. Ο ίδιος είναι το αρχέτυπο του μεγάλου πολεμιστή, το στερεότυπο του επαγγελματία μαχητή με τον δικό του κώδικα τιμής, ο ελεγειακός ήρωας που νοιάζεται μόνο για το χρήμα και αδιαφορεί για τη σημασία (και την «αξία») της ζωής. Είναι ο μόνος από τους χαρακτήρες που κερδίζει τη συμπάθειά μας και ο μόνος που θα εξακολουθήσει να έχει ένα σκοπό στη ζωή του: να μαζεύει χρήματα, πουλώντας πτώματα.

Ο Ίντιο (η «βελτιωμένη» εκδοχή του Ραμόν Ρόχας στο Για μια χούφτα δολάρια) θα πεθάνει όχι μόνο γιατί είναι ληστής και καταζητούμενος, αλλά και επειδή τον βαραίνουν οι πράξεις του παρελθόντος, ενώ ο συνταγματάρχης Μόρτιμερ (αυτός που «μοιράζεται» το φλας-μπακ του ληστή, αποκαλύπτοντάς μας έτσι και τον λόγο που τον καταδιώκει) είναι καταδικασμένος να περάσει στην αφάνεια επειδή εκπλήρωσε τον σκοπό της ζωής του και η ύπαρξή του δεν έχει πια κανένα νόημα (εκτός, ίσως, αν πάρει την απόφαση να ακολουθήσει τα χνάρια του Ανθρώπου χωρίς Όνομα και γίνει κι αυτός επαγγελματίας κυνηγός επικηρυγμένων).

Ο χαρακτήρας που ερμηνεύει ο ΚλιντΊστγουντ, παρά το ότι σκέφτεται να τα παρατήσει και να αποσυρθεί, θα συνεχίσει να επιβεβαιώνει τον ανδρισμό του και να ελέγχει το περιβάλλον του, όπως ο Ελ Ίντιο ήλεγχε τα νεότερα μέλη της συμμορίας του και επέβαλε σ’ αυτά τη θέλησή του. Επιπλέον, είναι ο μόνος που είναι «θαρραλέος και, πάνω απ’ όλα, έντιμος» ως άνθρωπος του Νόμου (ο σερίφης του Χουάιτ Ροκ, για παράδειγμα, δεν είναι! Η σκηνή που ο Άνθρωπος χωρίς Όνομα ξεκαρφώνει το αστέρι από το στήθος του, λέγοντας στους κατοίκους ότι χρειάζονται έναν καινούργιο σερίφη, είναι χαρακτηριστική, αλλά και ενδεικτική του τρόπου θεώρησης της Άγριας Δύσης από τον Σέρτζιο Λεόνε: Η διακυβέρνηση των μεθοριακών πόλεων στηριζόταν σε νέο-φεουδαρχικές μεθόδους).»

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s