ΤΣΑΪΝΑΤΑΟΥΝ

Του Δημήτρη Κολιοδήμου

Για πολλούς τα όνομα του Ρόμαν Πολάνσκι είναι συνώνυμο της αφηγηματικής δεξιοτεχνίας και της τεχνικής τελειότητας. Μεγάλος σκηνοθέτης του κινηματογράφου και ιδιοφυής δημιουργός, έχει μία μοναδική «διαλογική» σχέση με το υλικό του, μία πλήρη κατανόηση των συμβάσεων του φιλμικού είδους με το οποίο καταπιάνεται, ένα πραγματικό πάθος για την αποτελεσματική διήγηση της ιστορίας και μία συστηματοποιημένη αίσθηση των θεματικών μοτίβων που την διαπερνούν. Έτσι, αυτό που τον γοητεύει περισσότερο δεν είναι η σατιρική ή κριτική θεώρηση της κοινωνίας, γνώρισμα όλων των έργων του, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αλλά η δημιουργία ενός προσωπικού κλίματος και ο εγκλωβισμός του θεατή σ’ έναν αλάθευτα κατασκευασμένο κόσμο. Κι αυτή η εμμονή του, παρούσα και στην Τσαϊνατάουν (Chinatwon, 1974), διαφαίνεται από το παρακάνω απόσπασμα, που είναι παρμένο από την αυτοβιογραφία του.

«Ο Ρόμπερτ Ίβανς, ο παραγωγός της ταινίας, έλεγε πως θα ’πρεπε να αντιγράψουμε την ατμόσφαιρα των παλιών ταινιών που γυρίζονταν ασπρόμαυρες την εποχή του ’30, κι εγώ έλεγα πως θα ’πρεπε να αντιγράψουμε την ίδια την ατμόσφαιρα της εποχής του ’30 – όχι των ταινιών της εποχής. Ήθελα να γυρίσουμε μία ταινία μέσα στην περίοδο του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά να το κάνουμε με όλα τα τεχνικά μέσα και εφέ του 1973. Ήθελα μία ταινία σύγχρονη, πάνω στην περίοδο του ’30.»

Στη συγκεκριμένη ταινία, λοιπόν, υιοθετώντας απόλυτα τις συμβάσεις του φιλμ νουάρ, αναβιώνει μία περασμένη εποχή, αναζητώντας την αυθεντικότητα στο ύφος και τη φιλμική γραφή. Και, επιπλέον, αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι το φιλμ νουάρ είναι ένα είδος που δεν έχει σβήσει και χαθεί – ένα είδος διαχρονικό και ολοζώντανο. Φτιάχνει, με άλλα λόγια, ένα σύγχρονο αστυνομικό έργο, με στέρεη αφήγηση, που στηρίζεται στη δράση ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, ο οποίος αναλαμβάνει μία συζυγική υπόθεση και οι έρευνές του αποκαλύπτουν ότι αυτή αποτελεί την κορυφή ενός παγόβουνου έτοιμου να συντρίψει το αδιάφθορο μοναχικό άτομο που θα θελήσει να αντιστρατευτεί τα οργανωμένα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα.

Στο Λος Άντζελες του 1937, μιας χρονιάς που «σημαδεύει όσο καμία άλλη το τέλος των ψευδαισθήσεων της ρουζβελτικής πολιτικής του νιου ντιλ, καθώς η Αμερική μπαίνει σ’ ένα νέο καπιταλιστικό στάδιο συγκεντρωτικής οικονομίας, μέσα από το οποίο αναδεικνύονται οι σύγχρονοι μεγιστάνες του κεφαλαίου», ο πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ Τζέι Τζέι Γκίτες προσλαμβάνεται για να ερευνήσει μία υπόθεση μοιχείας. Όμως, η γυναίκα που μισθώνει τις υπηρεσίες του δεν είναι η πραγματική Ίβλιν Μόλρεϊ και, όταν ο δεσμός του υποτιθέμενου άνδρα της γίνεται πρωτοσέλιδο σκάνδαλο στις εφημερίδες και ο Χόλις Μόρλεί δολοφονείται, μπλέκεται σε μία αινιγματική ιστορία, όπου η πολιτική και η ηθική διαφθορά συμβαδίζουν. Πεισματάρης, μα και  δεινός ιχνηλάτης, ο Γκίτες ανακαλύπτει ότι η ερωμένη του Χόλις ήταν αδελφή (και συγχρόνως κόρη) της γυναίκας του και ξεσκεπάζει μία τεραστίων διαστάσεων σκευωρία, που ξεκινάει από μία απάτη της Εταιρείας Υδάτων του Λος Άντζελες και καταλήγει σε μία παράνομη αγορά στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο.

Ο Πολάνσκι απεικονίζει με ρεαλισμό μία κοινωνία ταξική, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση, το έγκλημα, την ανυπαρξία ιδανικών, τη διαφθορά και τη διάβρωση, την έλλειψη κάθε ηθικής αξίας και τη δικαιοσύνη του κεφαλαίου. Ολόκληρος ο αποκρουστικός κόσμος της Τσαϊνατάουν ελέγχεται από έναν υπεράνω του Νόμου, πανίσχυρο και εξουσιαστικό «πολίτη Κέιν»: τον Νώε Κρος. Μπροστά στη δύναμή του, που δεν είναι άλλη από τη δύναμη του χρήματος, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ-ήρωάς του είναι τελείως αβοήθητος. Μοιάζει μ’ έναν περιπλανώμενο ιππότη αλλοτινών εποχών που, παρά τους κινδύνους που διατρέχει, είναι ουσιαστικά ανήμπορος να γλιτώσει τα θύματα του μεγιστάνα Κρος από την προδιαγραμμένη μοίρα τους. Γι’ αυτό και είναι ένας τραγικός ήρωας, που η δειλία του στο παρελθόν, όταν παραιτήθηκε από το Αστυνομικό Σώμα της Τσαϊνατάουν, μετασχηματίζεται σε οριστική ήττα του στο παρόν, οδηγώντας τον στην πλήρη και ολοκληρωτική συντριβή από τους μηχανισμούς του συστήματος.

Και η Κινεζούπολη είναι ο χώρος που θα συναντηθεί το τότε με το τώρα. Αυτή η συνοικία των μεταναστών στην καρδιά της μεγαλούπολης, που δεν την βλέπουμε παρά μόνο στα τελευταία πλάνα, αλλά που ως τόπος υποδηλώνεται με πλήθος αναφορών καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, θα φανερώσει τη νίκη του «κακού» έναντι του «καλού». Η οριστική έκρηξη που θα συντελεστεί εκεί θα αποκαλύψει το κρυμμένο κάτω από την αστυνομική ιστορία πολιτικό επίπεδο του φιλμ και, παράλληλα, θα μετατρέψει τον «απονήρευτο» Γκίτες σε αναχρονιστική μορφή, απελπισμένη παρά τον κυνισμό της.

Chinatown. ΗΠΑ, 1974. σκηνοθεσία Ρόμαν Πολάνσκι. σενάριο Ρόμπερτ Τάουνι. φωτογραφία Τζον Αλόνσο. μουσική Τζέρι Γκόλντσμιθ. ηθοποιοί Τζακ Νίκολσον (Τζέι Τζέι Γκίτες), Φέι Ντάναγουεϊ (Ίβλιν Μόλρεϊ), Τζον Χιούστον (Νώε Κρος), Πέρι Λοπέζ (Εσκομπάρ). διάρκεια 130 λεπτά. πρεμιέρα 20 Ιουνίου 1974 (στην Ελλάδα, 9 Μαΐου 1974).

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s