ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ


κριτική της Έλενας Ανδρεάδου από το Cine.gr για το «ΜΠΟΥΛΙΤ»

«Ο υπαστυνόμος Φρανκ Μπούλιτ καλείται να αναλάβει την προστασία ενός μάρτυρα ως τη διεξαγωγή μιας πολύ σημαντικής δίκης. Ο μάρτυρας όμως τραυματίζεται θανάσιμα και ο Μπούλιτ με το συνεργάτη του προσπαθούν να ανακαλύψουν το δολοφόνο, τα κίνητρα της πράξης του και ποιος κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Η θέση του υπαστυνόμου είναι εξαιρετικά δύσκολη και η ευθύνη του μεγάλη για την τροπή που πήραν τα πράγματα.

Ένα καθαρά αστυνομικό φιλμ που δείχνει την ταυτότητά του από την πρώτη σκηνή. O Στιβ ΜακΚουίν ως έμπειρος υπαστυνόμος Μπούλιτ είναι απ’ τους καλύτερους που θα μπορούσαμε να δούμε σ’ έναν τέτοιο ρόλο. Ψύχραιμος, λιγομίλητος, προτιμά περισσότερο να σκέφτεται και να ενεργεί παρά να αναλύει τις αποφάσεις και τα σχέδιά του. Με τη διορατικότητά του μπορεί να διακρίνει τις κρυμμένες αλήθειες και με τις παράτολμες πρωτοβουλίες του οδηγεί το μυστήριο στη λύση του.

Σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας (και θεωρώ πως αυτό είναι το μεγάλο της πλεονέκτημα) δεν προσπαθούν να ανακαλύψουν το δολοφόνο, αυτός άλλωστε αποκαλύπτεται στην αρχή ακόμα, αλλά το θέμα είναι γιατί ο μάρτυρας έκανε κάποιες συγκεκριμένες κινήσεις που διευκόλυναν τους εκτελεστές (απασφάλισε την πόρτα τραβώντας το σύρτη) και ποιος τους δίνει εντολές.

Πρόκειται για ένα σκοτεινό φιλμ που οδηγεί σταδιακά σε αποκαλύψεις και σ’ ένα τέλος απρόβλεπτο. Αυτό βέβαια μέχρι τη στιγμή που αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω απ’ όλη την ιστορία, γιατί από κει και ύστερα τα πράγματα μπαίνουν στη φυσική τους τροχιά και ακολουθούν την αναμενόμενη εξέλιξη. O Πίτερ Γέιτς δημιουργεί μια ταινία αρκετά γρήγορη σε ρυθμούς και ανοίγει τα φύλλα του ένα-ένα, αποφεύγοντας την πληθώρα στοιχείων που παραφορτώνουν συνήθως τα αστυνομικά φιλμ.

Ένα στοιχείο πάλι που διαφέρει αρκετά από ανάλογες ταινίες, σύγχρονές της και μη, είναι η ελλιπής χρήση της μουσικής. Είναι σύνηθες πια φαινόμενο η μουσική να παίζει πρωταρχικό ρόλο σε ταινίες που έχουν έντονη δράση και αγωνία με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων σύμφωνων με το αισθητικό αποτέλεσμα που επιδιώκει να πετύχει ο δημιουργός τους. Στη συγκεκριμένη όμως, ελάχιστες είναι οι σκηνές καταδίωξης που συνοδεύονται από κάποια μελωδία.

Ο Στιβ ΜακΚουίν χειρίζεται τον Φρανκ Μπούλιτ αποφεύγοντας τις έντονες αντιδράσεις και διατηρώντας μια έκφραση απόλυτης ψυχραιμίας, χωρίς όμως να λείπουν η επιφυλακή και η εγρήγορση που απαιτεί ο ρόλος του.

Η Ζακλίν Μπισέ δεν προσφέρει τίποτε άλλο πέρα από μια γοητευτική παρουσία και ο Ρόμπερτ Βον έχει έναν μάλλον εκνευριστικό ρόλο χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις.»

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s