ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ «ΑΓΓΕΛΟΥΣ»


κριτική  του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου για το «ΔΩΣ’ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ» «Είναι η ιστορία του οδηγού νοσοκομειακού Φρανκ και της γοητευτικής Νταϊάν, που η μητριά της (κυρία Τρέιμαν) πεθαίνει μυστηριωδώς από εισπνοή φωταερίου. Η κοπέλα αποπλανεί με τη γοητεία της τον στιβαρό νέο άνδρα, αλλά εκείνος οσμίζεται σοβαρό κίνδυνο. Αντιφατικές καταστάσεις, έλξεις, υποψίες και στοιχεία συσσωρεύονται ως το ανατρεπτικό τέλος.

Εξαίσιο, μονάκριβο, ένα είδος μαργαριταρένιου κολιέ δώρο από τον μέγιστο Ότο Πρέμινγκερ, που με την ευρωπαϊκή παιδεία του κεντάει πάνω στο αμερικάνικο μοντέλο του φιλμ νουάρ όχι μόνο μια εξπρεσιονιστική δαντέλα, αλλά χαράζει και τα σημάδια ενός υπόγειου, κρυφού, ανείπωτου ρήγματος. Όταν το τελευταίο διαρρηχθεί πλήρως, θα καταπιεί ως δίνη το τελευταίο ίχνος μιας κατεστημένης οικογενειακής ηθικής και ως εκ τούτου του συστήματος που την περιτυλίγει.

Κοντά στην κυνική φιγούρα του Μίτσαμ φαίνεται πως δένει η αγγελική οπτασία της πανέμορφης Βρετανίδας Σίμονς. Όμως μια αρρώστια, ένας ύπουλος καρκίνος σιγοτρώει τα σωθικά ενός συστημικού μορφώματος. Μια αυτοκαταστροφή, μια βαριά ψυχοπάθεια αιωρείται και αφήνει τα εντυπώματά της παντού. Η εξωτερικά πανέμορφη, πλούσια, βολεμένη και καπριτσιόζα κοινωνία καταρρέει και ο Πρέμινγκερ με χιτσκοκικό σασπένς και σκληρότητα φυσιοδίφη την παρακολουθεί.

Η φωτογραφία και τα καδραρίσματα του μεγάλου στυλίστα Χάρι Στράντλινγκ όχι μόνον κάνουν θαύματα, αλλά μέσω της υψηλής αισθητικά χρήσης της σκιάς και του φωτός αναδεικνύονται κενά, ρήγματα, φωλιές, ορμές θανάτου. Η μουσική του άλλου μετρ Ντιμίτρι Τιόμκιν ανασύρει το ηθικό και ιδεολογικό βάρος του κλασικού γοτθικού μελοδράματος.

Οι ηθοποιοί δένουν αρμονικά και εκθέτουν τα σώματά τους σε όμορφα ντεκόρ. Κι εκεί όμως θα τους ανακαλύψει η αμείλικτη κάμερα του Πρέμινγκερ. Αποτυπώνει τα σώματά τους με πλαν αμερικέν, μεσαία πλάνα και καδραρίσματα αντιπαράθεσης και πάθους. Η κάμερα κινείται αργά και σταθερά, ενώ η αφήγηση εναλλάσσει σιωπές με πυκνό διάλογο. Στις ραφές του μοντάζ (ρακόρ) δεν ενοποιείται απλά η αφήγηση, αλλά αιωρείται και η νύξη, η έλλειψη, το αόρατο, το ανείπωτο, το μη εξηγήσιμο.

Με εναλλακτικό ελληνικό τίτλο Τέσσερα πτώματα χωρίς ένοχο, το απαισιόδοξο οπτικό ποίημα του Πρέμινγκερ εγκαταλείπεται στο θαυμασμό (μας) ως το πιο μεταμοντέρνο σχόλιο για την πλήρη απώλεια και τη διαδικασία του ολισθήματος προς αυτήν.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s