Η αναγόρευση του χαβαλέ[1] σε ύψιστο θανάσιμο αμάρτημα[2]


Σχόλιο του Γιάννη Κιριμλίδη ,μέλος την κινηματογραφικής λέσχης των εργαζομένων της ΕΡΤ    με αφορμή την ταινία «Η περιπέτεια, είναι περιπέτεια»

Τη γιαγιά μου την έλεγαν Ευλαμπία. Γεννήθηκε στη Μικρά Ασία στα 1900 και πέθανε το  ’92, αφού νεκροφίλησε προηγουμένως τρία από τα πέντε παιδιά της. Συνηθιζόταν τότε να προσφωνούν τους ανθρώπους με την επαγγελματική, τη φυσιογνωμική ή κάποια άλλη τους ιδιότητα, αντί του βαφτιστικού τους ονόματος. Ποτέ δεν άκουσα, μέχρι το θάνατό της, κάποιον να την προσφωνεί με το όνομά της. Για τους πάντες ήταν η Χατζή. Προσωνυμία που της αποδόθηκε, όταν σε ηλικία 12 ετών ταξίδεψε με τους γονείς της ατμοπλοΪκώς από τη Σινώπη στα Ιεροσόλυμα.

Από τη γιαγιά μου τη Χατζή ποτέ δεν άκουσα παραμύθια με βασιλόπουλα και πριγκίπισσες, κοκκινοσκουφίτσες και Χιονάτες. Οι διηγήσεις της ήσαν, πάντα, ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης και παραβολές από την Καινή.

Από τις τελευταίες, δύο ήσαν αυτές, που με προβλημάτιζαν. Η παραβολή του «άφρονος πλουσίου» και εκείνη «των ταλάντων».

Σύμφωνα με την πρώτη, ένας γεωκτήμονας, μετά από μία ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά, αποφάσισε να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης που διέθετε και ονειρευόταν την ευδαίμονα ζωή που τον περίμενε. (Λουκ. ιβ΄ 16-21 «ναπαύου, φάγε, πίε, εφραίνου»).  Τις σκέψεις του, όμως,  τις άκουσε ο Πανεπόπτης και του ΄στείλε τον άγγελο του θανάτου. Μου ήταν αδύνατο να αποδεχθώ την θεϊκή τιμωρία ενός σώφρονα ανθρώπου. Άλλωστε, προνοητικά συμπεριφέρονταν και τα πρόσωπα του οικογενειακού και συγγενικού μου περιβάλλοντος. Ήταν αμάρτημα η πρόνοια του άφρονος πλουσίου να ασφαλίσει την υπερπαραγωγή μιάς εύφορης χρονιάς κατασκευάζοντας μεγαλύτερες αποθήκες – ακριβώς όπως ο Ιωσήφ την εποχή των παχέων αγελάδων της Αιγύπτου;  Μήπως επειδή σκέφθηκε και την δική του καλοπέραση-χαβαλέ; Γιατί, τότε, ο Θεός άφησε ατιμώρητους τον Ιωσήφ και τον Φαραώ; Μήπως θα σταματούσαν τα συμπόσια στα ανάκτορα της Μέμφιδας και των Θηβών κατά την εποχή των ισχνών αγελάδων; Γιατί η «έντιμος πενία», που στο τηγάνι της τσιγαριζόταν το σύνολο σχεδόν των ελλήνων της δεκαετίας του ’50, εξυψωνόταν στο επίπεδο της χριστιανικής αρετής; Και σήμερα, μήπως η εποχή των Μνημονίων είναι η εξ ύψους τιμωρία για την επί σειρά ετών καλοπέραση-χαβαλέ, που προηγήθηκε;

Αυτή, όμως, που δυσκολευόμουν να κατανοήσω το νόημά της, σαν παιδί προσχολικής ηλικίας,  ήταν η δεύτερη παραβολή. Εκείνη των 5, 2 και 1 ταλάντων, που εμπιστεύθηκε ο αφέντης αντίστοιχα σε τρεις δούλους του, πριν αναχωρήσει για μακροχρόνιο ταξίδι. Με την επιστροφή του κυρίου τους, οι δύο από τους τρεις δούλους επέστρεψαν στο διπλάσιο το ποσό, που τους εμπιστεύθηκε, ήτοι 10 και 4 τάλαντα, εισπράτοντας τα εύσημα του αφέντη τους. Ο τρίτος – φοβούμενος ίσως εμπορική δυσπραγία ή ένα bail-in των τραπεζών της εποχής – έθαψε το τάλαντο στη γη και το επέστρεψε άνευ προσαυξήσεως, γεγονός που επέσυρε την μήνη του αφέντη του.[3]

Με την πάροδο των ετών, άρχισα να πιάνω το πραγματικό νόημα της παραβολής, πολύ αργότερα, βέβαια, από τον πρώτο που το συνέλαβε, πριν από σχεδόν πεντακόσια χρόνια, τον Ιωάννη Καλβίνο. Σύμφωνα με το ομώνυμο δόγμα που αυτός διατύπωσε, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τη μεταθανάτια σωτηρία του. Μόνο η θεία χάρις ήταν ικανή να σώσει τον πιστό. Και ως μόνες και σοβαρές ενδείξεις απονομής της θείας χάριτος θεωρήθηκαν ο ασκητικός βίος και η επιτυχία στον επαγγελματικό,  οικονομικό και κοινωνικό τομέα.

Κατά τον κοινωνιολόγο Μαξ Βέμπερ, αυτή η θεολογία της εργασίας δημιούργησε τον επιχειρηματία, που διάγει βίο σκληρά εργαζόμενου, άνευ σπατάλης και χλιδής και αποταμιεύοντας μανιωδώς. Πρόκειται για την εργασιακή ηθική, που οδήγησε στη καπιταλιστική ανάπτυξη και η οποία σήμερα, χωρίς πια έντονη τη θρησκευτική της φύση, επιβλήθηκε παντού.

Διαφορετικά, όμως, είναι τα ιστορικά δεδομένα. Αποτελεί ιστορικό γεγονός, ότι οι ελευθεροι Αθηναίοι πολίτες την περίοδο της πραγματικής και άμεσης Δημοκρατίας, αριθμούσαν περί τις είκοσι χιλιάδες. ΄Εργο τους ήταν να βουλεύονται στη βουλή, στο δήμο, στα δικαστήρια, στις φιλοσοφικές σχολές, στα συμπόσια και στην αγορά, να ιδροκοπάνε στα γυμναστήρια και να ξημεροβραδιάζονται συνωστιζόμενοι στις κερκίδες των θεάτρων· δηλ. με τα σημερινά κριτήρια αποτελούσαν την επιτομή του χαβαλέ. Αντίθετα, οι χειρώνακτες δούλοι υπολογίζονται σε τετρακόσιες χιλιάδες, αναλογώντας είκοσι δούλοι κατά μέσο όρο ανά ελεύθερο πολίτη. Οι τελευταίοι επιτελούσαν, τότε, το έργο που επιτελούν σήμερα οι υπολογιστες, τα μηχανήματα και τα βιομηχανικά ρομπότ. Ως εκ τούτου, είναι τουλάχιστον γελοίο, να διεκδικείται σήμερα το «δικαίωμα του ανθρώπου στην εργασία» και μάλιστα κακοπληρωμένης ή και απλήρωτης αντί του δικαιώματος του ανθρώπου στη φορολόγηση του κέρδους από την «εργασία» των μηχανών και των βιομηχανικών ρομπότ, που επινόησε η συλλογική διάνοια της ανθρωπότητας και όχι οι βιομήχανοι από μόνοι τους.

[1]  Νωχελικά ευχάριστο χάσιμο χρόνου, συνήθως με παρέα. Χαλαρά. Άραγμα, τεμπελιά.

[2]  Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα είναι μια ταξινόμηση των πιο σοβαρών αμαρτημάτων σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία, την οποία εισήγαγε ο Πάπας Γρηγόριος Α΄ κατά τη διάρκεια της θητείας του 590604 μ.Χ. στην εργασία του Magna Moralia.

Τα αμαρτήματα χαρακτηρίζονται «θανάσιμα» γιατί σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία μπορούν να στερήσουν τη θεία χάρη και να οδηγήσουν στην αιώνια καταδίκη της ψυχής του ανθρώπου, εκτός αν συγχωρεθούν με την εξομολόγηση. Σύμφωνα με την παράδοση, κάθε αμάρτημα εκπροσωπείται και από ένα δαίμονα.

Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ταξινομημένα κατά αύξουσα σοβαρότητα είναι:

(Από την Βικιπαίδεια)

Εντύπωση προκαλεί το θηλυκό γένος όλων των θανασίμων αμαρτημάτων («ς ρα διά γυναικός ρρύη τ φαλα» του Θεοφίλου στην Κασσιανή), ενώ άπαντες οι αντίστοιχοι δαίμονες είναι γένους αρσενικού

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, διάκριση των αμαρτιών σε θανάσιμες και μη, δεν υφίσταται. Κατ’ αυτήν, μία είναι η θανάσιμη αμαρτία, η αμετανοησία.

Κοινό σημείο αμφοτέρων των δογμάτων η απονομή συγχώρησης μετά από,  έστω και την ύστατη στιγμή, εξομολόγηση.

[3]  ΙΣΤ΄ Ματθαίου: Ματθ. κε΄ 14-30 «πονηρέ δούλε και οκνηρέ!…έδει ούν σε βαλείν το αργύριόν μου τοίς τραπεζίταις, και ελθών εγώ εκομισάμην αν το εμόν σύν τόκω. Άρατε ούν απ’ αυτού το τάλαντον και δότε τώ έχοντι τα δέκα τάλαντα· τώ γάρ έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται· από δε τού μη έχοντος και ό έχει αρθήσεται απ’ αυτού.» (Μεταφρ: δούλε πονηρέ και τεμπέλη… έπρεπε, λοιπόν, να βάλεις το αργύριο που σου έδωσα σε τράπεζα, κι εγώ σαν ερχόμουν θα έπαιρνα μαζί με το κεφάλαιό μου και τόκο. Πάρτε, λοιπόν, το τάλαντο απ’ αυτόν και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα· γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθεί και θα έχει περίσσευμα, ενώ από εκείνον που δεν έχει, θα αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει.)

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s