Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΜΕ (Ψ)ΑΙΜΑ


κριτική του Κώστα Τσιναρίδη για την ταινία «ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ»«Το γουέστερν αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα δυναμικό και αναγνωρίσιμο είδος την εποχή της μεγάλης ακμής του. Συμβόλισε την νοσταλγική επιβίωση του έπους μέσα στη σκληρή καθημερινότητα ενώ οι συμβάσεις του αξιοποιήθηκαν ώστε να δημιουργηθούν και διάφορα άλλα υποείδη, πχ το σπαγγέτι γουέστερν. Βέβαια, κάποτε επήλθε και η αναπόφευκτη παρακμή του και μαζί της η απομυθοποίηση των ηρώων του. Ωστόσο, οι μύθοι αποδεικνύονται πολλές φορές αναγκαίοι και ισχυρότεροι από την πραγματική υπόσταση των ηρώων. Αυτό είναι το κεντρικό νόημα του υπέροχου σατιρικού γουέστερν του Τονίνο Βαλέρι Το όνομα μου είναι Κανένας.

Στα τελευταία χρόνια της Άγριας Δύσης, ο παλαίμαχος πιστολέρο Τζακ Μπόρεγκαρντ (Χένρι Φόντα) προσπαθεί να κατοχυρώσει το μερίδιο που του εξασφάλισε η φήμη του ώστε να αποσυρθεί. Ο Σάλιβαν (Ζαν Μαρτέν), ένας διεφθαρμένος ιδιοκτήτης χρυσωρυχείου που απολαμβάνει τη στήριξη της Άγριας Συμμορίας, έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Μπόρεγκαρντ. Κάπου εδώ εμφανίζεται ο Κανένας (Τέρενς Χιλ), ένας μυστηριώδης νεαρός πιστολέρο και φανατικός θαυμαστής του Μπόρεγκαρντ, που αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να γραφεί ακόμα ένα λαμπρό έπος με τη σύγκρουση των δύο πλευρών. Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίσσονται κατά τα πρότυπα των μύθων.

Όλη η σύλληψη και εκτέλεση της ταινίας (που βασίζεται σε μια ευφυή σεναριακή ιδέα του Σέρτζιο Λεόνε) στέκεται κριτικά πάνω στην εξέλιξη του γουέστερν, από τον προπολεμικό ρομαντισμό μέχρι τον κυνισμό που επέφερε η ματιά του ιταλικού γουέστερν. Η περσόνα του Χένρι Φόντα ανταποκρίνεται τέλεια σε αυτό τον στόχο, μια και αποτέλεσε ένα σταθερό πρότυπο ακεραιότητας μέχρι τη βαθύτατη υπονόμευσή του στο αριστούργημα του Λεόνε Κάποτε στη Δύση (1968). Από την άλλη, η εύθυμη παρουσία του Τέρενς Χιλ, όπως διαμορφώθηκε από τα κωμικά γουέστερν τύπου Τρινιτά, λειτουργεί ως ένα σχόλιο για την αφέλεια του θεατή και την εξαπάτησή του από τα κινηματογραφικά πρότυπα. Ακόμα και το όνομά του (Κανένας) και η εξωτερική του εμφάνιση, που παραπέμπει σε άγγελο (ξανθός, γαλανομάτης, με λευκή καμπαρντίνα), συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.Ο Βαλέρι υπήρξε βοηθός του Λεόνε στα δικά του γουέστερν και μετέπειτα σημαντικός σκηνοθέτης του σπαγγέτι γουέστερν. Από την αρχική αργόσυρτη σεκάνς μέχρι την τελική αναμέτρηση του Φόντα με την Άγρια Συμμορία (αναφορά στην επίσης αναθεωρητική ματιά του Σαμ Πέκινπα πάνω στο γουέστερν), δείχνει να έχει αφομοιώσει το στυλ του δασκάλου του. Δε λείπουν και οι αναφορές στον βωβό κινηματογράφο, μέσω των πολλών γκαγκ, σχολιάζοντας τη χαμένη πρωταρχική ουσία του μέσα στο χρόνο. Η δε μουσική επένδυση του Ένιο Μορικόνε, δυναμική και σαρκαστική ταυτόχρονα, είναι από τις σπουδαιότερές του και υπηρετεί την ειρωνική ματιά της ταινίας.

Με αυτή την ταινία κλείνει ουσιαστικά το είδος του γουέστερν με μια απομυθοποιητική αλλά καθόλου μελαγχολική ματιά. Η απομυθοποίηση βοηθάει, τελικά, τον θεατή να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα ώστε να μπορέσει να την αναπτύξει στις νέες συνθήκες. Η σκληρή καθημερινότητα απαιτεί ηρωισμό που δε θ’αργήσει να αναπαρασταθεί και στη μεγάλη οθόνη. Κλείνοντάς μας το μάτι, ο Βαλέρι στο τελικό πλάνο της ταινίας μάς δηλώνει: “φίλες και φίλοι, η περιπέτεια συνεχίζεται!”.»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s