ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟΝΙ «Η ΝΥΧΤΑ»


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3

Η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 και το ΚΕΜΕΣ παρουσιάζουν στα πλαίσια του αφιερώματός τους Το ζεύγος και η βία τη Δευτέρα 27 Mαρτίου στις 21:00 στην αίθουσα ΒΑΚΟΥΡΑ 1 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 2310233665) το κοινωνικό δράμα του Μικελάντζελο Αντονιόνι Η Νύχτα (Ιταλία, 1961, ασπρόμαυρη, 115′). Παίζουν: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Μόνικα Βίτι, Μπέρναρντ Βίκι.

Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, ενώ στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη αναλύση του Πλάτωνα Ριβέλλη. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο μάθημα για τον κινηματογράφο θα είναι: Η συγγένεια του Αντονιόνι με το φιλμ νουάρ και ανάλογες ταινίες με τη Νύχτα.Η ιστορία αφηγείται τη σχέση ενός ζευγαριού υπο φθορά. Εκείνος γίνεται ένας διάσημος συγγραφέας και αυτή μένει στη σκιά του. Ένας στενός τους φίλος πεθαίνει και όταν βρεθούν στο πάρτι ενός βιομηχάνου, η όμορφη νεαρή κόρη του θα εισδύσει στη ζωή τους. Δεύτερο μέρος της ανεπανάληπτης τριλογίας του Αντονιόνι σχετικά με την αποξένωση και μνημειώδης στοχασμός στην αλλοτρίωση.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Ο κινηματογράφος του Αντονιόνι είναι ο κινηματογράφος της μοναξιάς. Η μοναξιά μέσα στον κόσμο, η αλλοτρίωση των συναισθημάτων, η αδυναμία επικοινωνίας γενικά και η αδυναμία επικοινωνίας των δύο  φύλων ειδικότερα. Δεν τον απασχολεί  η μοίρα των ηρώων ούτε συνδέει την τύχη τους με την κοινωνική τους τοποθέτηση. Για τον Αντονιόνι, οι άνθρωποι είναι μόνοι απέναντι στον εαυτό τους και, στην προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν, αλληλοπληγώνονται. Με τη δημιουργία της τριλογίας  ”Η Περιπέτεια”, “Η Νύχτα” και “Η Έκλειψη”, ο αρχικός του προβληματισμός ξεκαθαρίζει και ενδύεται με τη φόρμα του απόλυτου μινιμαλισμού, που όχι μόνο αυξάνει το αισθητικό ενδιαφέρον των ταινιών του, αλλά προσδιορίζει καλύτερα και το περιεχόμενο τους.

Στη “Νύχτα”, τη δεύτερη ταινία της τριλογίας, παρακολουθούμε το μισό εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού σε μια συγκεκριμένη πόλη, το Μιλάνο, και σε μια συγκεκριμένη εποχή, εκείνη του ανοικοδομητικού οργασμού της δεκαετίας του ΄60. Ο Τζιοβάνι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι), ένας επιτυχημένος νέος συγγραφέας, και η γυναίκα του Λίντια (Ζαν Μορό), επισκέπτονται στο νοσοκομείο τον ετοιμοθάνατο φίλο τους Τομάσο. Στη συνέχεια παρευρίσκονται σ’ένα πάρτι για το καινούργιο βιβλίο του Τζιοβάνι και στη δεξίωση ενός επιχειρηματία που θέλει να προσλάβει  το συγγραφέα προκειμένου να του γράψει την ιστορία της επιχείρησής του. Εκεί και οι δυο τους θα φλερτάρουν επιδεικτικά, ο Τζιοβάνι μάλιστα με τη 18χρονη Βαλεντίνα (Μόνικα Βίτι), την κόρη του επιχειρηματία. Με το τέλος της νύχτας και τον ερχομό της επόμενης ημέρας, ο φίλος τους και ο έρωτάς τους θα έχουν πεθάνει.

Και αυτή η ταινία του Αντονιόνι χαρακτηρίζεται από τη σχηματοποιημένη λιτότητα. Η αφήγηση περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Οι διάλογοι είναι τυπικοί, συμβατικοί, ελλειπτικοί. Ο ρυθμός εξαιρετικά αργός, κάθε σκηνή όμως είναι μια ταινία μέσα στην άλλη ταινία… Η μινιμαλιστική αυτή μορφή συμβάλλει στην απογύμνωση των συναισθημάτων των ηρώων και στην ανάδειξη της κενότητας των ανθρωπίνων σχέσεων. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες είναι αυτό της μεσο-μεγαλοαστικής τάξης των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η ψυχρότητα και η επιθετικότητα του περιβάλλοντος θα παίξει σημαντικό ρόλο. Η παγερότητα των νέων πολυτελών και άψυχων κτιρίων, οι αγχωτικές σκηνές μποτιλιαρίσματος και τα σκληρά και περιοριστικά καδραρίσματα έρχονται σε πλήρη συμφωνία με τα εσωτερικά αδιέξοδα των ηρώων.

Η έναρξη της νύχτας περικλείει ήδη το τέλος της ιστορίας, αφού η επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο παραπέμπει στο θάνατο της δικής τους σχέσης. Από την αρχή μέχρι το τέλος, οι ήρωες κινούνται γύρω από οδυνηρές και ταυτόχρονα λυτρωτικές καταστάσεις. Οι χαρακτήρες διαγράφονται με τρόπο ακριβή και αποστασιοποιημένο, ενώ ο Αντονιόνι εμβαθύνει στην ανδρική και γυναικεία ψυχοσύνθεση, χωρίς να εμμένει σε στερεότυπα και κοινωνικές συμβάσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους κορυφαίους νεωτεριστές δημιουργούς και ως ανατόμος των ανθρωπίνων σχέσεων. Ταυτόχρονα, θεωρείται – μαζί με τους Ντράγιερ, Μιζογκούτσι και Μπέργκμαν – ως ένας από τους σκηνοθέτες των γυναικών και αυτό γιατί στα έργα του η γυναίκα είναι πιο ευαίσθητος δέκτης της πραγματικότητας, γεγονός εμφανές και στη “Νύχτα”. Ο χαρακτήρας της Λίντια αποτελεί το συνδετικό κρίκο μιας σχετικής σταθερότητας στην ταινία: παρουσιάζεται ευαίσθητη, συνεπής και οξυδερκής. Δεν παρασύρεται από τη γοητεία της προβολής στη δεξίωση για το βιβλίο ούτε ενδίδει στο επίμονο φλερτ του πλούσιου άνδρα. Αντίθετα, επιχειρεί τη σύνδεση με το παρελθόν – το παρελθόν των φίλων, της ερωτευμένης νεότητας, της παλιάς γειτονιάς. Αυτή είναι που θα επισημάνει πρώτη και τα αδιέξοδα, ομολογώντας αρχικά στη νεαρή Βαλεντίνα πόσο μεγάλο είναι το βάρος των μάταιων χρόνων που κουβαλάει και στη συνέχεια παραδεχόμενη πως όλα έχουν ένα τέλος, αποκαλύπτοντας έτσι μια θανατερή αγωνία και μια ουσιαστική συνειδητοποίηση. Από την άλλη ο Τζιοβάνι, χαρακτήρας  περισσότερο αινιγματικός,  αποδεικνύεται αδιάφορος, επιπόλαιος, εγωιστής, αδυνατεί να κατανοήσει τα μηνύματα του χρόνου και να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Η εμφάνιση της νεότερης Βαλεντίνας υπογραμμίζει την αρχή της ψυχολογικής ανάγκης των ανδρών για επιβεβαίωση και το ρόλο που μηχανικά και χωρίς σκέψη έχουν στην κοινωνία. Η Βαλεντίνα με τον Τζιοβάνι έχουν ως κοινό σημείο μια εφηβική ανωριμότητα. «Βρίσκομαι σε γενική κρίση» λέει εκείνος, «Όχι, είσαι αδύναμος σαν και εμένα» του απαντάει αυτή. Η φθορά στη σχέση του ζευγαριού προκύπτει μέσα από δυο σύντομες, αλλά χαρακτηριστικές, λεπτομέρειες: από την αδιαφορία με την οποία ο Τζιοβάνι δίνει στη σύζυγό του το σφουγγάρι όταν αυτή κάνει μπάνιο, μια σκηνή που ο θεατής έχει συνηθίσει να βλέπει με άλλες προεκτάσεις και από την ανία του ζευγαριού κατά τη νυχτερινή τους έξοδο.

Πριν από τη σπουδαία τελική σκηνή, η επιγραμματική και σκληρή περιγραφή των στοιχείων που συνθέτουν τη ζωή των ηρώων ολοκληρώνεται με σαφήνεια: το ψυχρό και απάνθρωπο αστικό τοπίο, ο καλλιτεχνικός κόσμος με τα συμβατικά του ψεύδη, η ρουτίνα των φιλικών και ερωτικών σχέσεων, το κούφιο κοινωνικό περιβάλλον και ο κενός τρόπος διασκέδασης. Δεν μένει επομένως παρά μια τελειωτική σκηνή σαν κάθαρση και σαν κορύφωση. Ο σκηνοθέτης αδειάζει το κάδρο απ’όλα τα περιττά. Οι ήρωες απομακρύνονται από την έπαυλη για να καταλήξουν σ’ένα άδειο λιβάδι χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας, χωρίς διέξοδο και κυρίως χωρίς αιτία. Προχωρούν με περπάτημα αφύσικο και σταματούν σε στάση εξίσου αφύσικη. Η γυναίκα, επηρεασμένη από  το θάνατο του Τομάσο, αποκαλύπτει στον άνδρα ότι πλέον δεν είναι ερωτευμένη μαζί του. Η συνειδητοποίηση την κάνει να θέλει να πεθάνει τώρα που έχασε τη μόνη της βεβαιότητα, την αγάπη της γι’ αυτόν. Ο Τζιοβάνι στο άκουσμα της ομολογίας αντιδρά με φόβο και αδυναμία, δεν θέλει να αποδεχθεί την αλήθεια. Το τρυφερό άγγιγμα του χεριού του από εκείνη του δίνει θάρρος να ξεκινήσει ερωτικές περιπτύξεις. Εκείνη δεν τον απωθεί, αλλά ούτε του λέει πως τον αγαπά. Ο φακός απομακρύνεται. Ίσως και να αγαπιούνται. Ίσως και να συνεχίσουν μαζί. Ίσως και όχι…»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s