ΤΟ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΔΡΑΜΑ «ΧΑΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ»


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3

Η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 και το ΚΕΜΕΣ παρουσιάζουν ,στα πλαίσια του αφιερώματός τους Το ζεύγος και η βία, τη Δευτέρα 20 Mαρτίου στις 21:00 στην αίθουσα ΒΑΚΟΥΡΑ 1 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 2310233665) το κοινωνικό δράμα του Μπίλι Γουάιλντερ Χαμένο σαββατοκύριακο (ΗΠΑ, 1945, ασπρόμαυρη, 101′). Παίζουν: Ρέι Μίλαντ, Τζέιν Γουάιμαν, Φίλιπ Τέρι, Χάουαρντ Ντα Σίλβα.

Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, ενώ στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη αναλύση της Χριστίνας Κιαγιά από το Cinefreaks.gr. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο μάθημα για τον κινηματογράφο θα είναι: Ο τρόπος που ο μέγας δημιουργός Μπίλι Γουάιλντερ μετατρέπει τις ταινίες του σε κάτι άλλο, υπερβαίνοντας το τυπικό τους θεμα.Ένας αποτυχημένος συγγραφέας αποφασίζει, για χάρη της αρραβωνιαστικιάς του, να αναμετρηθεί μέσα σε ένα σαββατοκύριακο με το πρόβλημα του αλκοολισμού που τον βασανίζει.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Ο Μπίλι Γουάιλντερ είναι αναμφισβήτητα ένας από τους σκηνοθέτες που διαμόρφωσαν το Χόλιγουντ στην καλύτερη εποχή του. Ωστόσο, έμεινε γνωστός για την, αριστουργηματική βεβαίως, Λεωφόρο της Δύσεως (1950) ή δυο έγχρωμα σινεμασκόπ με τη Μέριλιν Μονρόε. Κι όμως, έχει γράψει και σκηνοθετήσει πολλά διαμαντάκια του σινεμά των δεκαετιών ’40 και ’50. Ένα τέτοιο διαμάντι, που χρονολογείται από το 1945, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τσαρλς Ρ. Τζάκσον, είναι και η ταινία Χαμένο σαββατοκύριακο.

Η δράση εξελίσσεται στο Μανχάταν του 1938, όπου ο ήρωας Ντον Μπίρναμ, συγγραφέας, ζει με τον αδερφό του Γουίκ Μπίρναμ και είναι ερωτευμένος με την Έλεν, δημοσιογράφο, που τον αγαπάει χωρίς όρους. Όμως ο Ντον έχει ένα πρόβλημα. Είναι χρόνια αλκοολικός. Χωρίς αυτοπεποίθηση, θεωρώντας τον εαυτό του έναν αποτυχημένο συγγραφέα πριν καν προσπαθήσει να γράψει οτιδήποτε, ο Ντον παραδίνεται στις ενορμήσεις του. Κλέβει, εξαπατά, λέει ψέματα, γίνεται θύμα του ίδιου του ευτού του. Προκειμένου να πιει, πέφτει πολύ χαμηλά. Μέχρι που πιάνει πάτο. Κι όπως συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος πιάνει πάτο, ο Ντον έχει δύο επιλογές. Ή θα σηκωθεί ή θα αφεθεί για πάντα.

Το story μπορεί να μη λέει και πολλά, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζεται είναι που κάνει τη διαφορά. Μέχρι εκείνη την εποχή το σινεμά παρουσίαζε τους αλκοολικούς με ανάλαφρο, κωμικό ύφος. Για πρώτη φορά στα κινηματογραφικά χρονικά το πρόβλημα του αλκοολισμού παρουσιάστηκε ρεαλιστικά. Όχι επιπόλαια ούτε μελοδραματικά, αλλά έτσι όπως του άρμοζε: ως προσωπικό και κοινωνικό πρόβλημα. Μάλιστα, αυτό που είχε εντυπωσιάσει τους θεατές της εποχής ήταν η ανελέητη ακρίβεια που διαπνέει την ταινία. Τα παθήματα του αμετανόητου εξαρτημένου δεν βασίζονται σε λογοτεχνικές εξάρσεις κι εντυπωσιασμούς, αλλά σε λιτές αποτυπώσεις των περιπετειών ενός τυπικού Σαββατοκύριακου του μέσου αλκοολικού.

Η ταινία, βέβαια, δεν καινοτομεί μόνο ως προς την προσέγγιση του περιεχομένου της, αλλά και ως προς τον τομέα των ειδικών εφέ. Στη σκηνή στην οποία παρουσιάζεται ο Ντον να έχει παραισθήσεις από το αλκοόλ, βλέπουμε ένα ποντίκι σε μια τρύπα στον τοίχο του σπιτιού του και μια νυχτερίδα να μπαίνει από το παράθυρο και να ορμάει για να το καταβροχθίσει. Αίμα στον τοίχο και φρίκη στο πρόσωπο του Ντον. Αυτή η σκηνή μοιάζει να βγήκε από ταινία τρόμου της εποχής και τα ειδικά εφέ λειτούργησαν εξυπηρετώντας επαρκώς τις ανάγκες της σκηνής.

Στην επιτυχία της ταινίας συνέβαλε δραστικά και η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία της. Ο διευθυντής φωτογραφίας Τζον Σάιτς έπαιξε με τις αντιθέσεις στους εσωτερικούς χώρους και δημιούργησε σκιές. Συνέθεσε ένα άκρως ατμοσφαιρικό σκηνικό, που δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, την ψυχοσύνθεση του αλκοολικού που παλεύει ανάμεσα στο προσωπικό του φως και σκοτάδι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή όπου ο ήρωας, εν μέσω μιας από τις κρίσεις του, ψάχνει ένα μπουκάλι ουίσκι που είχε κρύψει και το βρίσκει από τη σκιά που σχηματίζεται στο ταβάνι όταν ανάβει το φως.

Όμως, ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι άλλος από τις αψεγάδιαστες ερμηνείες των ηθοποιών. Ο Ρέι Μίλαντ κεντάει στο ρόλο του αλκοολικού συγγραφέα, δίνοντας την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του. Εύθραυστος όπου χρειαζόταν και άγριο θηρίο όταν έπρεπε, εξαιρετικά πλαισιωμένος από τις εξ ίσου δυναμικές ερμηνείες των υπόλοιπων ρόλων, ο Μίλαντ κέρδισε δικαιωματικά το ‘Όσκαρ για μια από τις καλύτερες στιγμές της πορείας του.»

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s