Η ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΑΠΕΤΡΕΨΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ


%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%84Κριτική του διακεκριμένου αμερικανού κριτικού

Ρότζερ ΄Εμπερτ 

για το «ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ»

«Οι περισσότερες αστυνομικές ταινίες ξεκινούν στο παρόν και συνεχίζουν, αλλά το φιλμ νουάρ περιτυλίσσεται πίσω στο παρελθόν. Ο ήρωας του νουάρ είναι καταδικασμένος πριν ξεκινήσει η ιστορία: από τη μοίρα, την κακοτυχία, ή τον άστατό του χαρακτήρα. Οι αστυνομικές ταινίες δείχνουν κάποτε τους καλούς να γίνονται κακοί. Ο ήρωας του νουάρ δεν είναι ποτέ καλός, απλώς κοροϊδεύει τον εαυτό του, ζώντας εν αγνοία της σκοτεινής του πλευράς μέχρι που τα γεγονότα τού τη δείχνουν.

Το Αμαρτωλοί και Δολοφόνοι (1947) είναι ένα από τα μεγαλύτερα φιλμ νουάρ, η ιστορία ενός άντρα που προσπαθεί να απαλλαγεί από το παρελθόν και την αδυναμία του και ξαναρχίζει από την αρχή σε μια πόλη, με μια νέα δουλειά και μια νέα φιλενάδα. Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, που τα βαριά του μάτια και η λακωνική του φωνή, όπως και η παρουσία του ως βίαιου ανθρώπου ενδεδυμένου την αδιαφορία, τον έκαναν αρχετυπικό ηθοποιό του φιλμ νουάρ. Η ιστορία αρχίζει πριν ακόμη τον δούμε, καθώς τα προβλήματα έρχονται να τον βρουν στην πόλη. Ένας άνθρωπος από το παρελθόν του τον είδε να φορτώνει βενζίνη, και τώρα η παλιά του ζωή τον προφταίνει και τον τραβάει πίσω.

Ο Μίτσαμ παίζει έναν βενζινά, πρώην ιδιωτικό ντετέκτιβ από τη Νέα Υόρκη. Τότε είχε προσληφθεί από έναν γκάνγκστερ (ο Κερκ Ντάγκλας, ηλεκτρισμένος σε έναν πρώιμο ρόλο) για να βρει μια γυναίκα (η Τζέιν Γκριρ, που συνδυάζει ακαταμάχητα τη σεξουαλικότητα και την προδοσία) που τον πυροβόλησε και έφυγε με τα λεφτά του.

Ο σκηνοθέτης είναι ο Ζακ Τουρνέρ, ένας μετρ του σκοτεινού δράματος, γνωστός επίσης για το Οι άνθρωποι-γάτες (1942) και το Περπάτησα με ένα ζόμπι (1943). Εδώ δουλεύει για τρίτη φορά με τον διευθυντή φωτογραφίας Νίκολας Μουζουράκα, έναν μετρ των σκιών αλλά και του φωτός.

Ο Μίτσαμ και ο Ντάγκλας πιστεύουν ότι η ιστορία εμπεριέχει έναν πόλεμο θέλησης μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα και οι δύο είναι όργανα διεφθαρμένων γυναικών. Η Γκριρ προδίδει και τους δύο παραπάνω από μια φορά, ενώ υπάρχει επίσης και η θερμή “γραμματέας” (Ρόντα Φλέμινγκ) του λογιστή. Αυτό που συναρπάζει είναι ότι ο χαρακτήρας του Μίτσαμ προχωρεί μπροστά, παρά το ότι γνωρίζει τι του συμβαίνει. Ότι εμπλέκεται για άλλη μια φορά με τους άλλους δύο, παρά την ιστορία τους, και ότι συμφωνεί όταν η “γραμματέας” του προτείνει ένα ραντεβού με τον λογιστή, παρόλο που γνωρίζει και λέει κιόλας «νομίζω πως με παγίδευσαν,» δείχνοντας το ποτό που του έδωσαν ώστε τα αποτυπώματά του να είναι στο ποτήρι.

Οι σκηνές στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί και αυτές με το φόνο του λογιστή και την προδοσία της “γραμματέως”, είναι τόσο λαβυρινθώδεις, που είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμα και οι χαρακτήρες μπορούν να καταλάβουν ποιος τους προδίδει, και γιατί. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Μίτσαμ, ένας αξιολύπητος σκληρός, χρησιμοποιεί τη λογική, αντιλαμβάνεται την παγίδα, νομίζει πως μπορεί να ξεφύγει, ενώ είναι ακόμα μαγεμένος από τη Γκριρ.

Το νουάρ είναι γνωστό για τους εξυπνακίστικους διαλόγους, αλλά το σενάριο του Αμαρτωλοί και Δολοφόνοι διαβάζεται σαν μονοκονδυλιά. Βασίστηκε στο μυθιστόρημα του 1946 Στήστε την κρεμάλα μου ψηλά του Τζέφρι Χομς, ψευδώνυμο του μαυροπινακισμένου Ντάνιελ Μεϊνγουέρινγκ, που έγραψε και το σενάριο, με επιπλέον διαλόγους από τον Τζέιμς Μ. Κέιν.

Η τελική σκηνή της ταινίας, μεταξύ της φιλενάδας του Μίτσαμ και του υπαλλήλου του στο βενζινάδικο, με την ήσυχη ασάφειά της αντανακλά το ηθικό σκοτάδι της ταινίας».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s