ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ  “Η ΕΝΤΙΜΗ ΚΥΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΗΣ”

΄Αρπαγες γής

΄Αρπαγες γής

Του Κώστα Τσιναρίδη

Ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον θέμα, που υπάρχει στην εν λόγω ταινία. Οι διαμάχες αφορούν κυρίως καταπάτηση κτημάτων των μικροκαλλιεργητών από μεγαλοκτηματίες ή εταιρείες σιδηροδρόμων. Ωστόσο, τα μοτίβα μπορεί να ποικίλλουν περισσότερο, όπως και τα νοήματα που μπορούν να αντιστρέφονται. Και το τρίτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα περισσότερα γουέστερν σχετίζονται άμεσα με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, αλλά δε λείπουν και οι εξαιρέσεις.

Η τεράστια οικονομική κρίση του 1929 έφερε μια μεγάλη εξαθλίωση στα λαϊκά στρώματα, μαζί με μια καταστροφή της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας. Αυτή η τάση ήταν μεγαλύτερη στις Πολιτείες του Νότου και της Δύσης, που δεν ήταν τόσο βιομηχανοποιημένες. Η οικονομική πολιτική του Προέδρου Ρούζβελτ, γνωστή ως Νew Deal, κατόρθωσε να αναθερμάνει την οικονομία μεσω του κρατικού παρεμβατισμού και ενός περιορισμένου ελέγχου στους σχεδιασμούς των μεγάλων εταιρειών. Από τότε ξεκίνησε μια καχυποψία από φιλεργατική ματιά απέναντι στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, κάτι που φαίνεται σε κοινωνικές ταινίες όπως το Άνθρωποι και ποντίκια (1939) του Λιούις Μάιλστοουν και Τα σταφύλια της οργής (1940) του Τζον Φορντ. Μαζί όμως ήρθε και μια ματιά φιλική προς τη μικρή ιδιοκτησία, κυρίως την αγροτική. Και επειδή οι εμπειρίες της κρίσης ήταν ιδιαίτερες στη Δύση, το γουέστερν μπόρεσε να μιλήσει παραβολικά πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Η Πύλη της Δύσης

Η Πύλη της Δύσης

Από τα πρώτα σχετικά γουέστερν ήταν το Η κόρη του Νότου (1938) του Τζέιμς Χόγκαν. Εδώ ο Ράντολφ Σκοτ υποδύεται έναν πρώην Νότιο στρατιώτη από το Τέξας που επιστρέφει στη γενέτειρά του για να δουλέψει στο κτήμα του. Εκτός από τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης έχει να αντιμετωπίσει και τους τοκογλύφους που έρχονται από τον νικητή Βορρά.

Στον εντυπωσιακό Τζέσε Τζέιμς (1939) του Χένρι Κινγκ, το πιο επιτυχημένο εισπρακτικά γουέστερν της εποχής του, τα δύο αδέρφια Τζέιμς (Τάιρον Πάουερ και Χένρι Φόντα) προσπαθούν να ζήσουν τίμια μετά τον πόλεμο αλλά οι τοκογλύφοι τους πιέζουν. Ύστερα από την οικονομική τους καταστροφή, αναγκάζονται να καταφύγουν στην παρανομία. Σταδιακά, η συμμορία μεγαλώνει με νέα μέλη που είναι και εκείνοι φαλιρημένοι αγρότες. Οι στόχοι τους περιλαμβάνουν μόνο τράπεζες και γίνονται λαϊκοί ήρωες.

Στο πολύ διασκεδαστικό Οι 4 εκδικητές (1940), ο Τζορτζ Μάρσαλ αφηγείται την ιστορία των γνωστών αλλά και αγαπητών στο κοινό Αδερφών Ντάλτον. Εδώ οι Ντάλτον είναι αρχικά αγρότες που έχουν να αντιμετωπίσουν διαρκείς καταπατήσεις χωρίς να γνωρίζουν τον υπεύθυνο. Τελικά, γίνονται και αυτοί παράνομοι και ο ένοχος αποκαλύπτεται πως είναι μια μεγάλη σιδηροδρομική εταιρεία που χρειάζεται τις μικρές εκτάσεις για να περάσει το τρένο. Παρόλο που η ιστορική της ακρίβεια είναι υπό αίρεση, η επιρροή που άσκησε η ταινία στο δημοφιλές κόμικ Λούκι Λουκ είναι εμφανής.

Λίγο μετά το τέλος του πολέμου δεν γυρίστηκαν πολλά γουέστερν με το παραπάνω θέμα. Ξεχωρίζει το Αίμα στο Φεγγάρι (1948) του Ρόμπερτ Γουάιζ, μια ενδιαφέρουσα απόπειρα συνδυασμού γουέστερν και φιλμ νουάρ, με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ να μπλέκεται σε διαμάχη μικροκαλλιεργητών και μεγαλοκτηνοτρόφων χωρίς να μπορεί να διαλέξει πλευρά. Η ταινία εκμεταλλεύεται περισσότερο την περσόνα του Μίτσαμ, όπως διαμορφώθηκε από το φιλμ νουάρ.

Την ίδια εποχή μεσολάβησε η εμπειρία του μακαρθισμού, που τάραξε το Χόλιγουντ, και το γουέστερν αποδείχτηκε ένα αποτελεσματικό όχημα για την καταγγελία του, όπως έδειξε η μεγάλη επιτυχία του Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές (1952) του Φρεντ Τσίνεμαν. Και επειδή υπήρχε ήδη η πείρα της δεκαετίας του ’30, πολλοί σκηνοθέτες επανέφεραν το θέμα των καταπατήσεων.

Ο Τζορτζ Στίβενς, από τους κύριους πολέμιους του μακαρθισμού και του “καρφώματος” των πολιτικοποιημένων συναδέλφων του, γύρισε το 1953 το θρυλικό πλέον Οι άρπαγες της γης. Εδώ ο Άλαν Λαντ υποδύεται έναν άγνωστο πιστολέρο που αποφασίζει να ταχθεί στο πλευρό των φτωχών αγροτών ενάντια σε έναν αδίστακτο μεγαλοκτηνοτρόφο. Παραδόξως, ο Λαντ εμφανίζει δεξιότητες που δεν ταιριάζουν σε πιστολέρο, αλλά σε έμπειρο αγρότη. Από αυτό και άλλα διάφορα υπονοούμενα συμπεραίνουμε ότι ήταν κάποτε αγρότης πριν γίνει παράνομος. Μήπως είναι ο ξεχασμένος φιλμικός ήρωας του γουέστερν της δεκαετίας του ’30 που επιστρέφει για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νέους κατατρεγμένους του μακαρθισμού; Ουσιαστικά, ο Στίβενς αντιστρέφει τα νοήματα του γουέστερν, που επιβάλλουν ανοιχτές περιοχές (open range) για τα κοπάδια, και εξιδανικεύει τις διάσπαρτες μικρές ιδιοκτησίες που φράζουν το χώρο με συρματοπλέγματα. Το παράδοξο δεν είναι το παραπάνω συμπέρασμα, το οποίο εξάλλου ανταποκρίνεται και στην ιστορική πραγματικότητα, αλλά ότι ο καουμπόι ήρωας (Λαντ) το υπηρετεί με τόση αυτοπεποίθηση, παρόλο που σημαίνει και τη δική του εξαφάνιση από το ιστορικό κάδρο και το τέλος του έπους. Αυτή η παραδοξότητα της δημιουργίας έπους μέσω του τέλους του συγκέντρωσε τα πυρά των Γάλλων κριτικών του Cahiers du Cinema που μίλησαν για ένα νέο είδος, το “επι-γουέστερν” (sur-western). Είναι ένα γουέστερν χωρίς αυτοπεποίθηση που, επειδή ντρέπεται για τον εαυτό του, επιθυμεί να νοθευτεί με ξένα προς αυτό νοήματα. Με αφελή ηθικά διδάγματα και συγκινησιακές φορτίσεις, οι Άρπαγες της γης έγιναν τελικά το πιο επιτυχημένο εισπρακτικά γουέστερν της δεκαετίας του ’50. Στα επόμενα γουέστερν, ευτυχώς, η παραδοξότητα εξαφανίζεται.

Στο λυρικό Τζόνι Γκιτάρ (1954) του Νίκολας Ρέι, η Τζόαν Κρόφορντ υποδύεται μια πεισματάρα γυναίκα της Άγριας Δύσης που δε θέλει να πουλήσει την ιδιοκτησία της στο σιδηρόδρομο. Η εταιρεία ξεσηκώνει όλη την πόλη εναντίον της χρησιμοποιώντας κάθε λογής ταπεινά ελατήρια των κατοίκων. Η Κρόφορντ αντιστέκεται ενάντια στον όχλο που θέλει να την εξοντώσει με τη βοήθεια του εραστή της (Στέρλινγκ Χέιντεν, από τους κύριους στοχοποιημένους ηθοποιούς στο μακαρθισμό). Ευτυχώς, το τέλος είναι αίσιο, με το ζευγάρι να γλυτώνει και να φεύγει μακριά από τη συκοφαντία και την απρέπεια. Ίσως έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη αντιμακαρθική ταινία.

Ο μαυροπινακισμένος Τζόζεφ Λιούις γυρίζει το 1958 τον Τρόμο του Τέξας, πάλι με τον Χέιντεν και με σενάριο του κομμουνιστή Ντάλτον Τράμπο, που υπογράφει με ψευδώνυμο. Εδώ η συγκαλυμμένη επίθεση ενάντια στο μακαρθισμό γίνεται με την αντιστροφή των μοτίβων του Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές. Οι φτωχοί αγρότες (και αρκετοί εργάτες γης) κινδυνεύουν από έναν αδίστακτο μεγιστάνα του πετρελαίου που εποφθαλμιά τις πετρελαιοφόρες εκτάσεις τους. Αντίθετα με την προηγούμενη ταινία, ο λαός στηρίζει τον υπερασπιστή του, που δεν είναι εκπρόσωπος του νόμου, αλλά πρώην φαλαινοθήρας, “εργάτης της θάλασσας”. Καμακώνοντας τον πιστολέρο που δρα υπό τις διαταγές του επιχειρηματία, ο Λιούις παίρνει συμβολική εκδίκηση για το “κάρφωμα” το δικό του και του Τράμπο.

Σιωπηλός καβαλάρης

Σιωπηλός καβαλάρης

Ένα πολύ ενδιαφέρον γουέστερν μακριά από πολιτικές αναφορές είναι το Χωρίς συρματοπλέγματα (1955) του Κινγκ Βίντορ. Εδώ ο Κερκ Ντάγκλας υποδύεται έναν γελαδάρη που αναγκάζεται να μετακινείται διαρκώς επειδή ο δρόμος των κοπαδιών φράζεται από τις μικρές ιδιοκτησίες. Τάσσεται στο πλευρό των κτηνοτρόφων αλλά καταλαβαίνει ότι το δίκιο βρίσκεται με την πλευρά των μικροκαλλιεργητών. Αλλάζει στρατόπεδο με πίκρα και έχοντας πλήρη συνείδηση ότι αυτό είναι και το δικό του τέλος, αντίθετα με τον ήρωα της ταινίας του Στίβενς. Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος του ανήκει στο παρελθόν, αποσύρεται διακριτικά μετά το τέλος της διαμάχης. Η προσέγγιση του Βίντορ είναι εύθυμη, αποκλείοντας τη μελαγχολία, και σατιρίζει τη συνειδησιακή κρίση του γουέστερν της δεκαετίας του ’50.

Με την πτώση του ενδιαφέροντος για το γουέστερν από τη δεκαετία του ’60, χάθηκε σταδιακά και η θεματολογία για τις οικονομικές διαμάχες και τις καταπατήσεις. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του αριστουργηματικού Κάποτε στη Δύση (1968) του Σέρτζιο Λέονε, που εμπνέεται από πολλά παλιότερα γουέστερν και ιδίως από το Τζόνι Γκιτάρ. Ξεχωριστή για τους αντίθετους λόγους είναι και η περίπτωση ενός άλλου γουέστερν, του Οι αετοί του καταραμένου κάμπου (1969) του οσκαρικού σκηνογράφου Νέιθαν Τζούραν. Εδώ ο Τέλι Σαβάλας υποδύεται έναν μεγαλοκτηματία που υποκινεί ταραχές με τους Ινδιάνους ώστε να αναγκάσει τους ιδιοκτήτες των εκτεθειμένων μικρών κτημάτων να τα πουλήσουν σ’εκείνον. Κακογυρισμένη, με ασάφεια νοημάτων, η ταινία είναι λίγο αντιρατσιστική, λίγο ψυχολογική, λίγο σπαγκέτι-γουέστερν, και σίγουρα το σενάριό της θα είχε καλύτερη τύχη στα χέρια ενός σκηνοθέτη της δεκαετίας του ’50. Κλασικά γουέστερν είναι και δύο ταινίες με τον Τζον Γουέιν, το Εναντίον όλων των παρανόμων (1970) του Άντριου ΜακΛάγκλεν και το Ρίο Λόμπο (1970) του Χάουαρντ Χοκς, φανατικού πολέμιου του “επι-γουέστερν”. Το πρώτο είναι αφορμή για χορταστικό θέαμα και το δεύτερο άλλη μια τυπική έκθεση των απόψεων του Χοκς πάνω στην αξία του γουέστερν.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο άνισο αριστούργημα του Μάικλ Τσίμινο Η πύλη της Δύσης (1980). Ο Τσίμινο αφηγείται ένα αληθινό περιστατικό, τη διαμάχη μιας σιδηροδρομικής εταιρείας με φτωχούς μετανάστες αγρότες. Με ευρωπαϊκή σκηνοθετική ματιά, η ταινία αποτέλεσε μεγάλη αποτυχία εξαιτίας των εξόδων που επέφερε η τελειομανία του Τσίμινο. Από την άλλη, η επιλογή ενός ξεπερασμένου θέματος με ταυτόχρονη πρωτοποριακή προσέγγιση δεν κατάφερε να προσεγγίσει το κοινό, βλάπτοντας τις καριέρες όσων ενεπλάκησαν στην ταινία. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αναγνωρίστηκε η αναμφισβήτητη αξία της.

Πιο ισορροπημένος ο Κλιντ Ίστγουντ, που γνωρίζει άριστα τους κανόνες του είδους, θα δώσει τον Σιωπηλό Καβαλλάρη (1985), ένα άτυπο ριμέικ του Οι άρπαγες της γης του Τζορτζ Στίβενς. Εδώ οι αγρότες συγκρούονται με μια αδίστακτη μεταλλευτική εταιρεία έχοντας στο πλευρό τους έναν μυστηριώδη πιστολέρο-ιεροκήρυκα με μεταφυσικά χαρακτηριστικά, χωρίς την παραδοξότητα της ταινίας του Στίβενς. Η ταινία είναι ένα σχόλιο για το τέλος του ειδυλλιακού προμονοπωλιακού καπιταλισμού και τη βίαιη αντικατάστασή του από τον μονοπωλιακό. Επίσης, για τη μεγάλη αξία ενός ξεχασμένου κινηματογραφικού είδους με θεματοφύλακα τον πρωταγωνιστή της ταινίας, που έρχεται από το παρελθόν για να αποτελέσει μια παράφωνη νότα στις εφετζίδικες ταινίες δράσης της δεκαετίας του ’80. Και όλα στο φόντο των αγροτικών κινητοποιήσεων στις ΗΠΑ ενάντια στην οικονομική πολιτική του Προέδρου Ρίγκαν μέσα στην ίδια δεκαετία. Ο Ίστγουντ είχε ήδη στο ενεργητικό του άλλη μία παρόμοια αλλά αποτυχημένη απόπειρα, το Τζο Κιντ (1972) σε σκηνοθεσία του βετεράνου Τζον Στάρτζες, με μια ιδιαίτερα νωθρή σκηνοθετική προσέγγιση.

Τελευταία ανάλαμπη πάνω στο θέμα Ο άγραφος νόμος της Δύσης (2003) του Κέβιν Κόστνερ, με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Προσπαθεί να ενσωματώσει τα μοτίβα όλων των προηγούμενων ταινιών, χωρίς να το καταφέρνει. Μένει μόνο ο ειλικρινής θαυμασμός του Κόστνερ για το είδος. Η ασάφεια στόχων και οι σινεφίλ αναφορές δεν είναι πλέον ικανές να προσελκύσουν το κοινό. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για το γουέστερν αλλά και για όλα τα είδη, που φαίνονται πλέον να επαναλαμβάνουν τους ίδιους προβληματισμούς αδυνατώντας να αναδείξουν καινούργιους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s