Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ ΠΡΟΣ ΤΗΝ «ΕΞΑΨΗ»


body-heat-5Του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

Οι όροι για να δει κάποιος την Έξαψη του Λόρενς Κάσνταν δεν είναι τόσο να την αντιμετωπίσει ως επανεγγραφή της Διπλής Ταυτότητας (1944) του Μπίλι Γουάιλντερ όσο να την εξηγήσει δια της ρήσης του Τζέιμσον (“δε μπορώ πλέον να βιώσω την ευτυχία στο σήμερα παρά μόνο ως παρελθόν”). Από αυτή την άποψη, η Έξαψη είναι πιο κοντά στη μεταμοντέρνα διαδικασία της Σειρήνας του Μισισιπή (1969) του Φρανσουά Τρυφό παρά στην Τσάιναταουν (1974) του Ρόμαν Πολάνσκι.

Το κλασικό αμερικανικό νουάρ αντιμετωπίζει το τώρα ως παγιωμένη κατάσταση και το μέλλον ως μια αόριστη προσδοκία. Στην Έξαψη, όμως, το μεταμοντέρνο στοιχείο εκφράζεται μέσα από τη βαθύτερη νοσταλγία του βασικού ήρωα (Γουίλιαμ Χαρτ) προς την απελθούσα (Κάθλιν Τέρνερ). Ο ήρωας αγαπάει τώρα ουσιαστικά τη μοιραία γυναίκα, ξεπερνάει το πάθος της φάσης όταν ήταν κοντά και τη λατρεύει ως μνήμη. Η απόμακρη αυτή σχέση τους είναι πολύ πιο ισχυρή από το αγχώδες πάθος τους. Στου Δολοφόνους (1946) του Ρόμπερτ Σιόντμακ, η Άβα Γκάρντνερ επανέρχεται ως θύμηση στον Μπάρτ Λάνκαστερ, μόνο που δεν είναι πια εδώ ούτε παρελθόν ούτε παρόν ούτε μέλλον: είναι μια διαδικασία αυτοκτονίας. Στο Πουλημένη στην αμαρτία (1949), πάλι του Σιόντμακ, η επάνοδος της συζύγου εξαρχής υπονομεύεται από αμφιβολίες. Στο τέλος και οι δυο νεκροί εκφράζουν την απώλεια όλων των χρόνων (παρελθόν, παρόν, μέλλον). Το φιλμ μπορεί να είναι αριστούργημα, όμως δε διαθέτει καμία νοσταλγία, καμιά βιωματική προσδοκία. Αντίθετα, στην Ανθρώπινη Κόλαση (1947) του Τζον Κρόμγουελ, η προσδοκία του άντρα είναι να βρει η άπιστη γυναίκα μια σίγουρη οδό προς το αλλού του θανάτου. Ο ήρωας που της κρατάει το χέρι όταν πεθαίνει ουσιαστικά τη διευκολύνει. Είναι ο νεκροπομπός που την οδηγεί με επιδεξιότητα στον Άδη. Τελικά έχουμε μια εκπληκτική αντιστροφή του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ δεν πάει να φέρει πίσω από τον Άδη τη Λίζαμπεθ Σκοτ αλλά τη στέλνει βαθιά στο χαώδες σύμπαν. Αυτό είναι τελικά μεταμοντέρνο.

Επιστρέφοντας στον Λόρενς Κάσνταν και την Έξαψη μπορούμε να πούμε ότι λίγοι μόνο σκηνοθέτες κατάφεραν να πλησιάσουν τη ματιά του. Ο Τζον Νταλ στο Σκότωσε με ξανά (1989) έδωσε πολλές υποσχέσεις που δεν τις δικαίωσε απολυτά. Αντίθετα, οι αδερφοί Κοέν (Μόνο αίμα, Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους, Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί) δείχνουν να έχουν απόλυτη επίγνωση του πως διαχειρίζεται κάποιος έννοιες όπως χώρος, χρόνος, ευτυχία, απώλεια. Είναι αλήθεια πως κάποιοι Αμερικανοί σκηνοθέτες του ανεξάρτητου σινεμά γυρίζουν ενίοτε μερικά ενδιαφέροντα νουάρ, που δε συντάσσονται όμως σε ολοκληρωμένο σώμα. Και στο βάθος πάντα θα υπάρχει η ανάμνηση του Ρόμπερτ Όλτμαν που με το Μια σφαίρα, ένα αντίο (1973) έδειξε καλά πως η κόλαση για τους ήρωες είναι η μοναξιά τους.

ΥΓ. Όλες οι ταινίες στις οποίες αναφέρεται αυτό το μικρό κείμενο έχουν προβληθεί από τη Λεσχη, εκτός από την Τσάιναταουν, τις τρεις των αδερφών Κοέν και το Σκότωσε με ξανά. Πάντα, όμως, υπάρχει χρόνος για να επανερχόμαστε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s