ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡΙΚΟ ΦΙΛΜ


ΜΕ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗ “ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ”

Μπόνι και Κλάιντ

Μπόνι και Κλάιντ

Του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

dermetzo@otenet.gr

Στο πολυβραβευμένο του φιλμ Ένας άντρας και μια γυναίκα (1966) (αποσπάσματά του περιέχονται και στη Μεγάλη Διάρρηξη), ο Κλοντ Λελούς καθορίζει τους όρους της νεορομαντικής ερωτικής σχέσης μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας. Στη Μεγάλη Διάρρηξη, ο Λίνο Βεντούρα είναι ένας κυριλέ λαϊκός παράνομος που συνδέεται με τη διανοούμενη Φρανσουάζ Φαμπιάν, που είναι καθ’όλα νόμιμη. Ποια, όμως, υπήρξαν τα πιο μεγάλα ρομαντικά και γκανγκστερικά ζευγάρια του σινεμά; Στο ρομαντισμό των Μπόγκαρτ-Μπέργκμαν στην Καζαμπλάνκα (1942) του Μάικλ Κέρτιζ θα αντιπαραθέσω την παθιασμένη σκληρότητα των Μπόνι και Κλάιντ (1967) του Άρθουρ Πεν. Στον ιλιγγιώδη έρωτα του Τόνι Σκοτ θυμάμαι την απανθρωπιά και τη βία των Γούντι Χάρελσον και Τζούλιετ Λιούις στους Γεννημένους Δολοφόνους (1994) του Όλιβερ Στόουν. Κι αν είναι αθώοι οι ήρωες του Λανγκ στο Έχω δικαίωμα να ζήσω (1937), δεν είναι καθόλου τέτοιοι στο καλτ αριστούργημα του Τζόζεφ Λιούις Ο πόλεμος του εγκλήματος (1950). Αν είναι τρυφεροί, ωραίοι και μοιραίοι ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, είναι αδίστακτοι και κυνικοί οι δύο του ζεύγους που σκοτώνουν αθώες γυναίκες στο Δολοφόνοι για μοναχικές καρδιές (2006) του Τοντ Ρόμπινσον (βασισμένου σε πραγματική ιστορία). Και αν είναι διαβολικοί εραστές οι Φρεντ ΜακΜάρει και Μπάρμπαρα Στάνγουικ στη Διπλή Ταυτότητα (1944) του Μπίλι Γουάιλντερ, η ίδια σκληρότητα επικρατεί στους Τζον Γκάρφιλντ-Λάνα Τάρνερ και Τζακ Νίκολσον-Τζέσικα Λανγκ και Μάσιμο Τζιρότι-Κλάρα Καλαμάι, στις τρεις εκδοχές των Γκάρνετ-Ράφελσον-Βισκόντι, μόνο που εδώ βασικό ρόλο παίζει και η μοίρα. Βέβαια, και στις σκληρές ιστορίες ο έρωτας πάντα θα συνδέει τα ζευγάρια. Το θέμα είναι με ποια ποιότητα; Είναι άραγε η συντροφικότητα της γυναίκας του Στέρλινγκ Χέιντεν στους Κουρσάρους των μεγαλουπόλεων (1950) του Τζον Χιούστον ή η αγωνιακή συμμετοχή πάλι της συζύγου του Χέιντεν στη βαλίτσα με τα δολλάρια που διαλύεται στο Χρήμα της οργής (1956) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ; Πως στέκει, άραγε, το ιδεολογημα; Αγαπώ, άρα συμμετέχω, κάτι που και ο νόμος το δέχεται για συζυγική σχέση; Ή αγαπώ και βελτιώνω διαφωνώντας; Τα πιστόλια θα καπνίζουν πάντοτε. Αυτός είναι ο καιρός των δολοφόνων και η ηθική συμμετοχή των θεατών. Ο Ζυλιέν Ντιβιβιέ προλαβαίνει και το δηλώνει μέσω του τίτλου της ταινίας του Να οι δολοφόνοι (1956) όπου καταδικάζει στην κυριολεξία σε θάνατο την Ντανιέλ Ντελ Όρο. Δεν είναι καθόλου τυχαία η τελευταία φράση που λέει ο Ζαν Γκαμπεν “την αγαπούσα μέχρι θανάτου και το ξεπέρασα” όπως δύο φορές ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο Γεράκι της Μάλτας (Μέρι Άστορ) και στην Ανθρώπινη Κόλαση (Λίζαμπεθ Σκοτ).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s