ΔΙΠΛΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΓΑΛΛΙΚΟ ΝΕΟ ΚΥΜΑ ΚΑΙ ΧΑΜΦΡΕΪ ΜΠΟΓΚΑΡΤ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3 1

Η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 και το ΚΕΜΕΣ παρουσιάζουν στα πλαίσια του αφιερώματός τους Το ζεύγος και η βία τη Δευτέρα 16 Ιανουαρίου στην αίθουσα ΒΑΚΟΥΡΑ 1 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 2310233665) ένα εξαιρετικό διπλό πρόγραμμα: στις 21:05 θα προβληθεί η αριστουργηματική βραβευμένη ταινία μικρού μήκους του Ρομπέρ Ανρικό Το Ποτάμι της Κουκουβάγιας (Γαλλία, 1962, ασπρόμαυρη, 26′) και στις 21:30 το κλασικό φιλμ νουάρ του Τζον Κρόμγουελ Ανθρώπινη κόλαση (ΗΠΑ, 1947, ασπρόμαυρη, 100′). Παίζουν: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Λίζαμπεθ Σκοτ, Μορίς Καρνόφσκι, Τσαρλς Κέιν, Γουίλιαμ Πρινς. Δυο ταινιες που μοιάζουν πολύ μεταξύ τους ως στυλ, αναπαράγωντας ένα κλίμα γοτθικού τρόμου, παρότι η μία γυρίστηκε από Γάλλο και η άλλη από Αμερικάνο.2Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, του οποίου έντυπη ανάλυση για την Ανθρώπινη κόλαση θα διανεμηθεί στους θεατές, ενώ για το Ποτάμι της Κουκουβάγιας θα διανεμηθεί έντυπη ανάλυση της Πόπης Μανωλίδου. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

 

Το προς συζήτηση θέμα στο μάθημα για τον κινηματογράφο θα είναι: Η αρτίστικη φιλοσοφία του φιλμ νουάρ.

 

Ένας στρατιώτης εξαφανίζεται λίγο πριν παρασημοφορηθεί και ένας συνάδελφός του αποφασίζει να ερευνήσει το γεγονός.

 

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί για την Ανθρώπινη Κόλαση είναι η ακόλουθη:

 

«Υπάρχει περίπτωση να βρεθεί ένα νουάρ καλύτερο από το Γεράκι της Μάλτας; Πιο έντονο σε κυνισμό, πιο δυνατό στα πάθη, πιο ανατρεπτικό στην τιμωρία, πιο πικρό στην αγάπη που προδίδει; Ναι, υπάρχει και επιτέλους πρέπει να το μάθετε! Είναι η Ανθρώπινη Κόλαση του άσημου επαγγελματία Τζον Κρόμγουελ.

Μόλις τελειώνει ο πόλεμος, δύο ανδραγαθήσαντες φίλοι στρατιωτικοί πηγαίνουν στην Ουάσινγκτον για να παραλάβουν τα παράσημά τους. Ο ένας θα εξαφανιστεί και όταν ο άλλος τον αναζητήσει θα τον βρει νεκρό. Στη συνέχεια, θα γνωρίσει και θα συνδεθεί με την πανέμορφη ξανθή φίλη του.

Συγκλονιστική ταινία (επίτηδες αποφεύγω τον όρο νουάρ) σε όλα τα επίπεδα. Οι κοινωνικοί στόχοι είναι σαφείς και ανατέμνουν μια κοινωνία ευθύς μετά τον πόλεμο, που δεν εννοεί να αλλάξει, ειναι διαβρωμένη από το χρήμα, την απάτη και την ανάγκη για ευμάρεια (θυμηθείτε πως εκείνη την εποχή γυρίζεται το Με διπλή ταυτότητα του Μπίλι Γουάιλντερ). Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ παίζει με τον ίδιο χαμηλότονο, εκπληκτικό τρόπο που τον είδαμε στο Γεράκι της Μάλτας, ενώ η Λίζαμπεθ Σκοτ είναι κάτι παραπάνω από χάρμα οφθαλμών και στυλ. Εκφράζει άμεσα το λερωμένο όμορφο πρόσωπο του αμερικανικού ονείρου.

Δε θα μείνω στην εξαιρετική διαχείριση των στερεοτύπων του φιλμ νουάρ, γιατί αυτή η ταινία απαιτεί μια πιο απαιτητική διαχείριση, ομολογεί τον ναρκισισμό της, την ηδυπάθειά της αλλά και τις ορμές θανάτου. Όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση πίεσης υιοθετούμε πάντα μια κραυγή εμψύχωσης. Από το “Αέρα” που φώναζαν οι φαντάροι στη Βόρειο Ήπειρο φτάνουμε στο “Τζερόνιμο” που κραύγαζαν οι Αμερικάνοι αλεξιπτωτιστές στο ‘Β Παγκόσμιο Πόλεμο για να πάρουν κουράγιο μπρος στο χάος του κενού. Όμως το χάος του κενού είναι ιδίως πιο τρομακτικό όταν επιχειρείς το άλμα στο θάνατο. Τότε είναι που σε κατακλύζει η μελαγχολία της απώλειάς σου και βλέπεις και αναγνωρίζεις πως η μικροεπιχείρηση που έστησες δεν έχει καμία σχέση με το εγχείρημα της νίκης στο ‘Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Και όπως το αλεξίπτωτο ανοίγει, έτσι και η ψυχή ξεφεύγει από το σώμα με το “Τζερόνιμο” να σημαίνει πλέον “τι έκανα και γιατί”.

Είχα χρόνια να δω τέτοιο συνταρακτικό, πικρά ποιητικό και κυνικό νουάρ. Είναι βαθύτατα μοντέρνο και τόσο υγρό όσο η ίδια η μελαγχολία. Τζερόνιμο, λοιπόν, και ας κάνουμε βουτιά στις εικόνες αυτού του αριστουργήματος.»

 

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί για το Ποτάμι της Κουκουβάγιας είναι η ακόλουθη:

 

«Ο Ανρικό έχει δώσει τα όρια της ουτοπίας: η πραγματοποίησή της σχετίζεται και με τον κόσμο όπου κινούνται οι ήρωες. Δεν αρκεί μόνο το όνειρο, αλλά απαιτούνται και οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή του. Γι’ αυτό και συνθλίβονται από τις αντικρουόμενες συνθήκες (παλιοί σύντροφοι, αστυνομία και σχέσεις που είναι αδιάφορες προς τις δικές τους επιλογές).

Στο Ποτάμι της Κουκουβάγιας το ίδιο θέμα τοποθετείται με όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Ένας πολίτης παρακολουθεί τις προετοιμασίες του απαγχονισμού του από τον στρατό της χώρας. Το έγκλημά του; Η υπονοούμενη απόπειρα δολιοφθοράς της γέφυρας παρά τις προειδοποιήσεις της πινακίδας. Μα εκείνος έκανε το καθήκον του. Που βρισκόταν λοιπόν το έγκλημα; Μόνη επιλογή η δραπέτευση που πραγματοποιείται μέσω του ποταμού. Στο τέλος όμως αποδεικνύεται φαντασιακή. Η αγωνία του θανάτου τον σπρώχνει σε μια φανταστική απόδραση, η οποία αποδεικνύεται ανέφικτη, και τελικά η ποινή πραγματοποείται.

Απώλεια της ουτοπίας. Τίποτε όμως δεν θα συντελούσε στην ανάπτυξή της αν ο ήρωας εκτιμούσε καλύτερα τα μηνύματα της πραγματικότητας. Η απαγορευτική πινακίδα για κάθε δολιοφθορά που αφορούσε γέφυρες, σήραγγες και τρένα οριοθετεί τη δράση των ανθρώπων και τα όρια της ουτοπίας. Η απαγορευτική πινακίδα δημιουργεί έναν κόσμο ανάγκης που παγιδεύει μέσα του τον άνθρωπο. Όμως οι γέφυρες, οι σήραγγες και τα τρένα είναι οδοί διαφυγής από αυτόν τον κόσμο, και η κοινωνία έχει τα μέσα για να αποτρέψει την οποιαδήποτε δολιοφθορά, χρησιμοποιώντας τη νόμιμη βία (στρατός). Ο ήρωας πάνω στο ικρίωμα συνειδητοποιεί το παράλογο: τι είναι σωστό και τι λάθος; Τι είναι καθήκον και τι παράνομη πράξη; Πότε μια τιμωρία είναι θεμιτή και πότε εφιάλτης; Ποιος θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού;

Η διαφυγή είναι η μόνη λύση. Διαφυγή μέσα από έναν δρόμο που είναι ο μόνος αφύλακτος: τα νερά του ποταμού. Δημιουργείται μια προσωρινή, όπως αποδεικνύεται, νίκη απέναντι στην ανάγκη και τη βία, αλλά η μάχη δεν έχει τελειώσει. Η επιστροφή στον δικό του κόσμο αποδεικνύεται αγωνιώδης, δραματική. Μοιάζει με την τελευταία αναμέτρηση με το θάνατο καθώς αυτός επιβάλλεται στο τέλος. Άλλωστε, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει αλλιώς. Όλα είναι με το μέρος του: η πινακίδα, οι κραυγές της κουκουβάγιας, και τα όργανα του στρατού.

Η διεκπεραίωση γίνεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε θρίλερ αλλά και στη λογοτεχνία του παραλόγου (Η Δίκη του Κάφκα). Ηχητικά και εικονοπλαστικά όλα συντείνουν εκεί: το κρώξιμο της κουκουβάγιας, η αγωνιώδης προσπάθεια διαφυγής, αλλά και ο δρόμος προς το σπίτι, μακρύς, με παρατεταγμένα δέντρα και χωρίς συγκεκριμένο τέρμα. Και τέλος, η χρονικά παρατεταμένη στιγμή της συνάντησης του ήρωα και της συζύγου του, που αποδεικνύεται αυτό που ήταν ορατό εξ’ αρχής: μόνη πραγματικότητα ο θάνατος, παρά την προσωρινή αναστολή του. Τελικά, τα όνειρα δεν παίρνουν πάντα εκδίκηση.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s