ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3


«ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ» του Νίκολας Ρεγκwenn_die_gondeln-5από τον Γιάννη Ν. Γκακίδη

Το ζεύγος Μπάξτερ βρίσκεται στην Βενετία για την αναπαλαίωση μιας εκκλησίας. Στο background τους η απώλεια ενός εκ των δύο παιδιών τους από πνιγμό. Το ζευγάρι προσπαθώντας να δημιουργήσει μιαν απόσταση από το συμβάν, άδραξε την ευκαιρία της εργασίας αναπαλαίωσης της εκκλησίας από τον Τζον. Ωστόσο η Λάουρα γνωρίζεται με δύο γυναίκες  εκ Σκωτίας, η μία εκ των οποίων είναι τυφλή και δείχνει να έχει μιαν αίσθηση ενόρασης. Μάλιστα της εκμυστηρεύεται πως, η μικρή κορούλα της είναι χαρούμενη εκεί που βρίσκεται και φορά το κόκκινο πανωφόρι της. Έτσι ξεκινά μια προσπάθεια της Λάουρα να επικοινωνήσει με την απωλεσθείσα κορούλα της, με τη συνδρομή της Χέιδερ. Η ενόρασή της ωστόσο διαβλέπει κίνδυνο για τη ζωή του Τζον και προτρέπει  την Λάουρα μετά του συζύγου της σε φυγή από την πόλη. Ο Νίκολας Ρεγκ πραγματεύεται τη διαχείριση απώλειας και την ενόραση ως πιθανό τρόπο αποφυγής του κακού. Αμφότερα είναι βαρύ φορτίο είτε για τον πενθούντα την απώλεια, είτε για τον έχοντα το «χάρισμα» της επονομαζόμενης έκτης αίσθησης.%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%b5%cf%83%ce%b1%ce%bd%cf%85%cf%87%cf%84%ce%b1-1Ο Τζον μάλιστα έχει και τα δύο, αφού διέβλεψε τον θάνατο της κορούλας του, χωρίς να μπορέσει τελικά να προλάβει. Παρότι προσπαθεί να αρνηθεί τούτη τη διαίσθηση ως υπαρκτό γεγονός, εντούτοις μοιάζει τούτο να τον κατατρέχει. Τούτη τη φορά κάποιος άλλος έχει την ενόραση κινδύνου και μάλιστα για τον ίδιο. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μπορεί κανείς να διαφύγει της «μοίρας» του. Αν υπάρχει μοίρα. Πάντως στην ιστορία που μας αναπτύσσει ο Ρεγκ, για ακόμη μια φορά δείχνει να υπερτερεί η άποψη της αναπόδραστης μοίρας. Και για ακόμη μια φορά μένει η επίπονη διαδικασία για τον άνθρωπο, η διαχείριση της μοίρας του, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή  καθαυτή. Βέβαια υπάρχουν και παράμετροι κοινωνικές και πολιτικές που καθορίζουν τούτη την μοίρα, αλλά στην περίπτωσή μας μένουν απ’  έξω. Η εστίαση γίνεται στο ατομικό και υπαρξιακό επίπεδο. Βέβαια πέρα από τη θεματική και την προσέγγισή της υπάρχουν και τα αισθητικά σημεία της ταινίας, που σιγοντάρουν στη νουάρ και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα μυστηρίου, συνοδευμένη από μια διαρκή εκκρεμότητα που φτάνει μέχρι το τέλος της ταινίας. Μια Βενετία «χειμβνιάτικη», υποφωτισμένη, μουντή, θλιμμένη, κλειστοφοβική, φωτογραφημένη εξαιρετικά από την κάμερα του Άντονι Μ. Ρίτσμοντ και την ατμοσφαιρική μουσική του Πίνο Ντονάτζιο, αμφότερα σε αντίστιξη με τα δρώμενα. Εντωμεταξύ όλη η ατμόσφαιρα στην ταινία πέρα από το καθαρά  εικονοληπτικό φόντο, δημιουργεί την αμφιβολία, την εκκρεμότητα και το μυστήριο με την επιπρόσθετη παρεμβολή μικρών δραματουργικών χαρακτήρων. Ο επίσκοπος, ο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου, ο αστυνομικός επιθεωρητής, αλλά και οι δύο προαναφερθείσες αδελφές, έχουν στάση και συμπεριφορά που, επιτείνουν το μυστήριο και τη σύγχυση. Σε ένα κοντράστ συναισθημάτων ο Ρεγκ επιλέγει να μας δείξει μια σεκάνς όπου, ο Τζον και η Λάουρα «έμπλεοι ευτυχίας» συνευρίσκονται ερωτικά, όντας βιώνοντας αμφότεροι το βάρος της απώλειας. Για τη σεκάνς αυτή, κατηγορήθηκε ο Ρεγκ από τους προτεστάντες της εποχής, όπου βέβαια το κυρίαρχο δεν είναι το σεξουαλικό, αλλά η έκφραση αγάπης και τρυφερότητας του ζεύγους. Συναισθήματα που παραμένουν αμοιβαία και χωρίς παρέκκλιση  μέχρι τέλους. Εξάλλου τι άλλο μένει στη διαχείριση της ζωής του πόνου και της θλίψης, παρά την αμοιβαία αγάπη και αλληλοστήριξη. Στη σημειολογία να αναφέρω το κόκκινο χρώμα ως ένδειξη κακού που, συμβολίζει το χυμένο αίμα, κάτι που διατρέχει το σύνολο της αφήγησης, με το κόκκινο πανωφόρι της μικρής, το χυμένο κρασί στα σλάιτς, το πανωφόρι του δολοφόνου στη Βενετία. Το διήγημα της Ντάφνε Ντε Μοριέ έχει το εγνωσμένο μυστήριο, αφού είχε τροφοδοτήσει και τον Χίτσκοκ με υλικό για ταινίες του, «Η Ταβέρνα στην Τζαμάϊκα», «Ρεβέκα», «Πουλιά». Μου θύμισε κάτι από «Θάνατο στην Βενετία» του Βισκόντι, βέβαια σε μια χειμωνιάτική και σκοτεινή ατμόσφαιρα, αλλά με τον θάνατο παρόντα. Ωστόσο ο Τόμας Μαν μιλούσε και για μιαν ολόκληρη εποχή πέρα από το υπαρξιακό. Στην ερμηνευτική συνδρομή οι εξαιρετικοί Ντόναλντ Σάδερλαντ, Τζούλι Κρίστι, αλλά και οι καλές Χίλαρι Μέισον , Κλέλια Ματάνια.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s