Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΡEΝΤΦΟΡΝΤ, ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ “ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ”


%cf%81%cf%8c%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%84-%cf%81%ce%ad%ce%bd%cf%84%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%bd%cf%84Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, στις 18 Αυγούστου του 1936. Ο πατέρας του ήταν, αρχικά, γαλατάς και, στη συνέχεια, λογιστής, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά. Η καταγωγή των προγόνων του είναι βρετανική και ιρλανδική, κάτι που εξηγεί, τα πυρόξανθα μαλλιά του, τα οποία είναι και το κύριο γνώρισμά του. Λέγεται πως, όταν γύριζε από το σχολείο του, στο σπίτι, σταματούσε έξω από τα στούντιο της Fox, για να παρακολουθήσει τους διάσημους ηθοποιούς της εποχής. Στην εφηβεία του, συνήθιζε να κάνει μικροκλοπές (τάσια αυτοκινήτων), ενώ κατανάλωνε πολύ αλκοόλ. Η συμπεριφορά του αυτή, τον εμπόδισε στο να κερδίσει κάποια υποτροφία, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο.

Μόλις αποφοίτησε από το σχολείο, κέρδισε, τελικά, υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, χάρις στην ικανότητά του στον αθλητισμό και – κυρίως – στο μπέιζμπολ.Εκείνο το χρονικό διάστημα δούλευε ως σερβιτόρος. Έπειτα, ξεκίνησε να δουλεύει στις πετρελαιοπηγές της Καλιφόρνια, ώστε να μαζέψει χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Κατάφερε να μείνει στη Γηραιά Ήπειρο για ένα χρόνο. Τον περισσότερό του καιρό, τον πέρασε στο Παρίσι, ενώ γράφτηκε και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Όμως, οι κακές κριτικές των καθηγητών του, τον οδήγησαν στην επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα, μετέβη στο Μπρούκλιν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής, στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή και τον εαυτό του, αφού για μια περίοδο είχε αποκτήσει ένα αρκετά μποέμικο στυλ. Στη συνέχεια, πήγε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Στην ακρόασή του, κατάφερε να εκπλήξει τους κριτές, οι οποίοι ανέφεραν πως: «διαθέτει μια φυσική άνεση στην έκφραση, ζωηρή φαντασία, ένα χάρισμα». Η επαφή του αυτή με την υποκριτική τον κέρδισε και τον έκανε να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο.

Η πρώτη φορά που συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία ήταν το 1962, στο ανεξάρτητο Ο πόλεμος μας έκανε σκληρούς, το οποίο γυρίσθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες. Το 1965 έπαιξε στο Μεταξύ σοβαρού και αστείου, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία. Την ίδια χρονιά, συμπρωταγωνίστησε με τους Νάταλι Γουντ και Κρίστοφερ Πλάμερ, στο Έρωτες που σβήνουν την αυγή, του Ρόμπερτ Μάλιγκαν, το οποίο προτάθηκε, τελικά, για δύο βραβεία Όσκαρ, ενώ ο ίδιος ο Ρέντφορντ κέρδισε την πρώτη του Χρυσή Σφαίρα, αφού ανακηρύχθηκε ο πιο πολλά υποσχόμενος ηθοποιός. Το 1966, του δόθηκε ο ρόλος του σερίφη στην Καταδίωξη του Άρθουρ Πεν, όμως, ο ίδιος επέλεξε αυτόν του κατάδικου. Επίσης, συνεργάσθηκε και πάλι με τη Νάταλι Γουντ , αυτή τη φορά για το Αγάπη για τον έρωτα, του Σίντνεϊ Πόλακ, το οποίο είχε βασιστεί στο ομώνυμο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς. Το 1967 πρωταγωνίστησε μαζί με την Τζέιν Φόντα στην κινηματογραφική εκδοχή του Ξυπόλητοι στο πάρκο. Το 1969, πρωταγωνίστησε στο γουέστερν του Τζορτ Ρόυ Χιλ, με τίτλο Οι δυο ληστές, μαζί με τον Πολ Νιούμαν. Ο Ρέντφορντ κατάφερε να κερδίσει τους υπόλοιπους υποψήφιους (Στιβ ΜακΚουίν, Μάρλον Μπράντο, Γουόρεν Μπίτι), για το δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία αυτή είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ. Ωστόσο, απέρριψε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; και Ο Πρωτάρης του Μάικ Νίκολς, επειδή ανησυχούσε για την πιθανή δημιουργία του «στερεοτύπου του ξανθού αρσενικού». Στη συνέχεια, πρωταγωνίστησε σε ταινίες που είχαν μέτρια απήχηση, όπως, το Ο πρωταθλητής του ιλίγγου (1969) του Μάικλ Ρίτσι. Παρ’όλα αυτά κέρδισε ΒΑFTA Kαλύτερου Ηθοποιού για τον Πρωταθλητή του Ιλίγγου και τον Δραπέτη.

Συνεργάσθηκε ξανά με τον Σίντνεϊ Πόλακ το 1972 για το γουέστερν Τζερεμάια Τζόνσον και το 1973 για τη δραματική ιστορία αγάπης Tα καλύτερά μας χρόνια, μαζί με τη Μπαρμπαρα Στρέιζαντ. Στην ταινία αυτή, η οποία συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του είδους της, έπαιξε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους του, αυτόν του Χάμπελ. Ακόμη, το τραγούδι της Στρέιζαντ, The Way We Were, κέρδισε βραβείο Όσκαρ. Μεταξύ των δύο ταινιών του Πόλακ, μεσολάβησε Ο υποψήφιος του Μάικλ Ρίτσι (1972). Στην επόμενη συνεργασία του με τους Τζορτζ Ρόυ Χιλ και Πολ Νιούμαν, ο Ρέντφορντ κατάφερε να κερδίσει υποψηφιότητα για το Όσκαρ Ά ανδρικού ρόλου, για την ταινία Το κεντρί. Το 1974 ακολούθησε μια νέα επιτυχία, ο Μεγάλος Γκάτσμπι, η οποία βασίσθηκε στο αντίστοιχο λογοτεχνικό έργο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Η ταινία αυτή πέρασε από πολλές περιπέτειες έως ότου ξεκίνησαν τα γυρίσματά της, καθώς ο πρωταγωνιστικός ρόλος, προοριζόταν για τον Τζακ Νίκολσον, όμως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ τον κέρδισε την τελευταία στιγμή, ενώ ο σκηνοθέτης Τζακ Κλέιτον πίεζε ασφυκτικά τον τελικό πρωταγωνιστή να απαρνηθεί το προσωπικό του στυλ και να βάψει τα μαλλιά του μαύρα, κάτι που εκείνος αρνείτο πεισματικά. Το 1975 συνεργάσθηκε και πάλι με τον Πόλακ για το πολιτικό θρίλερ Τρεις μέρες του Κόνδορα, ενώ το 1976, στην ταινία Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου, η οποία βραβεύθηκε με τέσσερα Όσκαρ, πήρε το ρόλο του δημοσιογράφου Μπομπ Γούντγουορντ, ο οποίος πάσχιζε να διαλευκάνει το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες, με τον Πόλακ παραγωγό και τη Τζέιν Φόντα συμπρωταγωνίστρια, οι οποίες ήταν: το Η γέφυρα του Άρνεμ, του 1977 και το Ηλεκτρικός Καβαλάρης, του 1979. Το 1980, ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία (Συνηθισμένοι άνθρωποι), στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ντόναλντ Σάδερλαντ. Η ταινία αυτή κέρδισε τέσσερα Όσκαρ και ο Ρέντφορντ αυτό του καλύτερου σκηνοθέτη. Οι κριτικοί ανέφεραν πως ο Ρέντφορντ κατάφερε να βγάλει μια πολύ δυνατή δραματική ερμηνεία τόσο από τη Μαίρη Τάιλερ Μουρ, όσο και από τον Σάδερλαντ και τον Τίμοθυ Χάτον, ο οποίος κέρδισε Όσκαρ ‘Β ανδρικού ρόλου. Η δεκαετία του ’70 έκλεισε με το Brubaker.

Η δεκαετία του ’80 ήταν μια πολύ λιγότερο δραστήρια περίοδος για το Ρέντφορντ, αφού συμμετείχε σε ελάχιστες ταινίες. Αυτές ήταν: Ο Καλύτερος, του 1984, στην οποία υποδύθηκε τον πρωταθλητή του μπέιζμπολ, το Πέρα από την Αφρική, του 1985, το οποίο βραβεύθηκε με επτά Όσκαρ και ήταν καρπός μιας νέας συνεργασίας του και του Σίντνεϊ Πόλακ, (ωστόσο, ο ίδιος ο Ρέντφορντ παραδέχθηκε πως, πρόκειται για τη χειρότερη ταινία που έχει γυρίσει σε ολόκληρη την καριέρα του), η κωμωδία Τρεις και μοναδικοί, του 1986, στο οποίο συμπρωταγωνίστησε με τις Ντέμπρα Γουίνγκερ και Ντάριλ Χάνα και το Αβάνα, του 1990.

Το 1992, συμπρωταγωνίστησε με τον Σίντνεϊ Πουατιέ στην κωμωδία Οι αθόρυβοι και σκηνοθέτησε τη δραματική ταινία Το ποτάμι κυλά ανάμεσά μας, με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ. Ο Ρέντφορντ διεκδίκησε το βραβείο της Χρυσής Σφαίρας για τη δουλειά του στην ταινία αυτή. To 1993 συμπρωταγωνίστησε με τους Γούντι Χάρελσον και Ντέμι Μουρ στην ταινία Ανήθικη πρόταση του Έντριαν Λάιν. Ωστόσο, ο ρόλος του χαμηλής ηθικής εκατομμυριούχου, τον έφερε αντιμέτωπο, για πρώτη και μοναδική – μέχρι σήμερα – φορά, με την υποψηφιότητα για το βραβείο του Χρυσού Βατόμουρου. Το 1994 σκηνοθέτησε το Quiz Show και έθεσε έτσι υποψηφιότητα για δύο βραβεία Όσκαρ: αυτού του καλύτερου σκηνοθέτη και αυτού της καλύτερης ταινίας. Το 1996 έπαιξε μαζί με τη Μισέλ Φάιφερ, στο Υπόθεση πολύ προσωπική. Το 1998 πρωταγωνίστησε και σκηνοθέτησε τον Γητευτή των αλόγων, όπου συμμετείχε και η πολύ νεαρής ηλικίας – τότε – Σκάρλετ Γιόχανσον. Η ταινία αυτή πήγε σχετικά καλά εμπορικά, ενώ οι κριτικές που απέσπασε ήταν – ως επί το πλείστον – θετικές. Ο Ρέντφορντ προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερου σκηνοθέτη. Το 2000, σκηνοθέτησε τον Θρύλο του Μπάγκερ Βανς, με πρωταγωνιστές τους Γουίλ Σμιθ, Ματ Ντέιμον και Σαρλίζ Θερόν.

Το 2001 συμπρωταγωνίστησε με τον Μπραντ Πιτ στο Spy Game του Τόνι Σκοτ. Το 2002 βραβεύθηκε με Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο. Ακολούθησε το θρίλερ μυστηρίου Tο ξέφωτο του 2004 με συμπρωταγωνιστές τους Ουίλεμ Νταφόε και Έλεν Μίρεν. Τ0 2005  έπαιξε με τους Τζένιφερ Λόπεζ και Μόργκαν Φρίμαν στην ταινία Aγεφύρωτες σχέσεις. Το 2007 σκηνοθέτησε το Λέοντες αντί Αμνών, συμπρωταγωνιστώντας με τη Μέριλ Στριπ και τον Τομ Κρουζ. To 2011 ο Ρέντφορντ σκηνοθέτησε το Ύποπτη συνομωσίας. To 2012 γύρισε, σε συνεργασία με το γιο του, το Watershed, ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την αλόγιστη εκμετάλλευση και τη σταδιακή πτώση της στάθμης του νερού του ποταμού Κολοράντο, ο οποίος αποτελεί την κύρια πηγή νερού για τις δυτικές Πολιτείες της Αμερικής. Το 2012 παρουσίασε την ταινία The Company You Keep, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τη Τζούλι Κρίστι και τη Σούζαν Σάραντον, ενώ είναι και σκηνοθέτης. Το 2013 πρωταγωνίστησε στην ταινία Όλα Χάθηκαν του Τζέι Σι Τσάντορ, που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών και απέσπασε θερμά χειροκροτήματα από το κοινό, ενώ επίσης αναμένεται να κυκλοφορήσει ένα ακόμη ντοκυμανταίρ δικής του σκηνοθεσίας, με θέμα το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.

Πηγή: ell.wikipedia.org

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s