Ο ΜΙΔΑΣ ΤΩΝ ΟΣΚΑΡ ΣΙΝΤΝΕΪ ΠΟΛΑΚ


Ένα κείμενο του Γιάννη Ζουμπουλάκη για τον σκηνοθέτη του «Αγάπη για τον έρωτα» Σίντνεϊ Πόλακ, με αφορμή τον θάνατό του (28-5-2008)%cf%83%ce%af%ce%bd%cf%84%ce%bd%ce%b5%cf%8a-%cf%80%cf%8c%ce%bb%ce%b1%ce%baΈνα από τα κοινά σημεία των ηθοποιών Μπάρμπρα Στράιζαντ, Πολ Νιούμαν, Ντάστιν Χόφμαν, Χόλι Χάντερ, Τζέσικα Λανγκ, Μέριλ Στριπ και Κλάους Μαρία Μπραντάουερ είναι ότι όλοι τους έχουν προταθεί για Οσκαρ έχοντας παίξει σε ταινίες του Σίντνεϊ Πόλακ (η Λανγκ το κέρδισε για την «Τούτσι»). Συνδυάζοντας την ποιοτική, λουσάτη παραγωγή με την εισπρακτική επιτυχία και κλασική περίπτωση επαγγελματία «story teller», ο Πόλακ είχε στο ενεργητικό του ταινίες κάθε είδους: αισθηματικά δράματα όπως «Τα καλύτερά μας χρόνια», κωμωδίες («Τούτσι»), ρομαντικά έπη («Πέρα από την Αφρική», για το οποίο κέρδισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας), γουέστερν («Γκουερίλο») και πολιτικά θρίλερ όπως οι «Τρεις μέρες του Κόνδορα» και η «Φίρμα». Σκηνοθέτησε ακόμη και ένα ριμέικ, τη «Σαμπρίνα», που είχε πρωτογυριστεί από τον Μπίλι Γουάιλντερ. Γιος Ρώσων μεταναστών, ο Πόλακ γεννήθηκε στη Λαφαγέτ της Ιντιάνα την 1η Ιουλίου 1934 και από το 1952 ως το 1954 σπούδασε υποκριτική στη Νeighborhood Ρlayhouse School της Νέας Υόρκης υπό τις οδηγίες του κορυφαίου δασκάλου Σάνφορντ Μάισνερ. Το 1958 παντρεύτηκε την ηθοποιό της τηλεόρασης Κλερ Γκρίσγουολντ και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά, εκ των οποίων το ένα σκοτώθηκε σε δυστύχημα. Παρέμειναν παντρεμένοι ως το τέλος της ζωής του. Στην αρχή της καριέρας του ο Πόλακ κρατούσε μικρούς ρόλους σε παραγωγές της τηλεόρασης. Αργότερα στράφηκε προς τη σκηνοθεσία επεισοδίων τηλεοπτικών σειρών, όπως ο «Φυγάς», ο «Δρ Κιλντέρ» και ο «Μπεν Κέισι», που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία τη δεκαετία του 1960. Το 1966 κέρδισε το ΕΜΜΥ καλύτερης σκηνοθεσίας σε δραματική σειρά για τη δουλειά του στο σόου «Βob Ηope Ρresents the Chrysler Τheatre». Εναν χρόνο νωρίτερα, το 1965, είχε κάνει ντεμπούτο στη σκηνοθεσία με το «Παρακαλώ, συγχωρήστε με», ενώ το 1969 σκηνοθέτησε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του, το «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν». Η ταινία αυτή τον οδήγησε για πρώτη φορά στα Οσκαρ. Ωστόσο το Οσκαρ σκηνοθεσίας επρόκειτο να το κερδίσει πολλά χρόνια αργότερα για το «Πέρα από την Αφρική». Ενδιαμέσως είχε προταθεί και για τη σκηνοθεσία του «Τούτσι».
Σημαντικό κεφάλαιο στην καριέρα του Πόλακ ήταν η συνεργασία του με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο οποίος χάρη στις ταινίες του Πόλακ έγινε σουπερστάρ τη δεκαετία του ΄70. Η πρώτη συνεργασία τους ήταν το 1966 στην ταινία «Αγάπη για τον έρωτα» και η τελευταία στην «Αβάνα» (1990). Ο Πόλακ τον σκηνοθέτησε σε πέντε ακόμη ταινίες: «Τα καλύτερά μας χρόνια», «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα», «Τζερεμάια Τζόνσον ο αλύγιστος», «Ηλεκτρικός καβαλάρης» και «Πέρα από την Αφρική».

Ο «ιός» της ηθοποιίας δεν εγκατέλειψε ποτέ τον Πόλακ. Οι εμφανίσεις του σε δικές ταινίες του ή ταινίες άλλων σκηνοθετών ήταν πάντα χαρακτηριστικές. Στο «Τούτσι» ήταν υπέροχος παίζοντας τον ατζέντη τού Ντάστιν Χόφμαν, στο «Ο θάνατος σου πάει πολύ» ήταν ξεκαρδιστικός στον ρόλο του γιατρού που δεν μπορεί να πιστέψει ότι η Μέριλ Στριπ ζει, ενώ στα «Μάτια ερμητικά κλειστά» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ ήταν ο μεγιστάνας του πλούτου που παγίδεψε τον Τομ Κρουζ.
Το ντοκυμαντέρ «Sketches of Frank Gehry» με θέμα τον αρχιτέκτονα Φρανκ Γκέρι είναι το κύκνειο άσμα του Πόλακ στη σκηνοθεσία. Την ίδια χρονιά, όμως, το 2005, γύρισε και την τελευταία μυθοπλασία του, το πολιτικό θρίλερ «Η διερμηνέας» με τους Νικόλ Κίντμαν και Σον Πεν.
Εξίσου δημιουργικός ήταν ο ρόλος του Πόλακ στην παραγωγή ταινιών. Μία από τις τελευταίες ταινίες του ως ηθοποιού και παραγωγού ήταν το «Μάικλ Κλέιτον» δίπλα στον Τζορτζ Κλούνεϊ. Ο «Μάικλ Κλέιτον» ήταν παραγωγή της «μικρής» εταιρείας του, όπως ο ίδιος ο Πόλακ την αποκαλούσε. Το ένστικτό του στην παραγωγή ταινιών υπήρξε παροιμιώδες, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την καλλιτεχνική αλλά και εμπορική επιτυχία ταινιών όπως «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» και «Επιστροφή στο Cold Μountain». Συνεταίρος του ήταν και ο σκηνοθέτης Αντονι Μινγκέλα.
«Το σημερινό νεανικό κοινό του κινηματογράφου, πρώτον, είναι εξυπνότερο και, δεύτερον, έχει συνηθίσει στο να βλέπει εικόνες από τον κομπιούτερ του ακούγοντας ροκ μουσική με κολλημένα τα ακουστικά στ΄ αφτιά» είχε δηλώσει σε συνέντευξή του προς «Το Βήμα» το 2005 με αφορμή τη «Διερμηνέα». «Αυτό έχει ανεβάσει τον πήχη των κινηματογραφικών απαιτήσεων μιας ολόκληρης γενιάς θεατών, κάνοντας τη δουλειά μας δυσκολότερη. Το “μια φορά κι έναν καιρό” του κινηματογράφου έχει πεθάνει».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s