ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΘΡΑΣΟΣ


«ΤΟΝΙ ΕΡΝΤΜΑΝ»  της Μάρεν Άντεtoni-erdmann-2016από τον Γιάννη Ν. Γκακίδη

Παράξενο, αλλόκοτο, αρχικά ξερό και στη βάση του βιτριολικό χιούμορ. Στο επίκεντρο η σχέση ενός πατέρα με την κόρη του, στο φόντο η εκδοχή του σύγχρονου καπιταλισμού στην Ευρώπη, με κυρίαρχο φορέα την Γερμανία. Αυτός δάσκαλος μουσικής σε κάποιο σχολείο της Γερμανίας, αυτή σύμβουλος επιχειρήσεων σε πολυεθνική στο Βουκουρέστι. Αυτός αθεράπευτος πλακατζής και αιώνιος έφηβος, αυτή καριερίστα και παγιδευμένη στο όνειρα των αεριτζήδων golden boys , υπό την οπτική της φεμινίστριας. Ο  Βίνφριντ Κονράτι επισκέπτεται αιφνίδια, την κόρη του Ίνες στο Βουκουρέστι. Αυτή είναι πνιγμένη με τα επαγγελματικά ραντεβού, εντούτοις προσπαθεί να κρατήσει τα προσχήματα. Αυτός βλέπει τη ζωή της κόρης του και ανησυχεί, αλλά δεν το δείχνει. Φεύγει για να μην μπλέκεται στα πόδια της. Ωστόσο θα γυρίσει σύντομα ως Τόνι Έρντμαν, απλά φορώντας μια περούκα, αλλά αποφασισμένος να φέρει το πάνω-κάτω. Η Μάρεν Άντε μας αφηγείται μια ωραία ιστορία από τα έργα και τις ημέρες του σύγχρονου καπιταλισμού. «Έχουν στο Βουκουρέστι το καλύτερο εμπορικό κέντρο της Ευρώπης, αλλά κανένας δεν μπορεί να ψωνίσει». Μια χώρα του πρώην υπαρκτού καπιταλισμού προσφέρεται για επιχειρηματικές δραστηριότητες, ως αναπτυσσόμενη αγορά. Οι εταιρείες κοράκια, είναι εδώ και παντού, για να αναλάβουν την εκτέλεση των θυμάτων της καπιταλιστικής απληστίας. Ναι, τους καημένους τους εργαζόμενες. Περικοπές, παντού και σε όλα για να σωθεί η τάδε και η δείνα επιχείρηση. Η εταιρεία κοράκια αναλαμβάνει να κάνει την εξυγίανση της εταιρείας, με απολύσεις. Όπως το κάνουν εδώ, με τα κοράκια που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν την είσπραξη δανείων, για χάρη των τραπεζών. Με μάνατζερς που διατείνονται, πως ενεργούν για το όφελος του δημόσιου συμφέροντος. Η Άντε κάνει καίριο σχόλιο, χωρίς φόβο και πάθος, για την παρούσα οικονομική κατάσταση και την κυριαρχία της έναντι της πολιτικής. Όλα είναι αριθμοί, κέρδη ή ζημίες και στο φόντο η ακόρεστη απληστία. Ναι, δε ζορίζεται καθόλου να καταδείξει την ευθύνη της ασκούμενη γερμανικής πολιτικής στο εξωτερικό και ιδιαίτερα, σ’ αυτό που ονομάζεται ευρωπαϊκή κοινότητα. Ο πλακατζής πατέρας Βίνφριντ, αλλά και το alter ego του, ο Τόνι Έρντμαν ξεκινά με το ξερό χιούμορ του ανέκφραστου, μετεξελίσσεται σε ειρωνικό, για να καταλήξει καυστικό. Αποδέκτες οι διαχειριστές του καπιταλιστικού συστήματος, που εκπροσωπούνται από τα «βαποράκια» των εταιρειών. Η κόρη του Βίνφριντ, είναι τέτοιο «βαποράκι» που, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην επαγγελματική πίεση και το όνειρο που αυτή επαγγέλλεται από την μια, κα την προσωπική ζωή της που, είναι σχεδόν εξαφανισμένη. Ο Τόνι Έρντμαν προσπαθεί να ασκήσει το πατρικό καθήκον, με έγνοια και στορφή, αλλά με τον δικό του ιδιαίτερο και έμπλεου χιούμορ τρόπο. Ωστόσο τα καλαμπούρια και τα αστεία κάποτε τελειώνουν και πρέπει να παρθούν αποφάσεις, τουλάχιστον από την κόρη του Ίνες. Αυτή θα κάνει, ένα τρελό επαναστατικό διάλειμμα, για να επανέλθει στον ίδιο δρόμο, σε άλλο τόπο. Τώρα λέγεται Σαγκάη. Ωστόσο αυτό το διάλειμμα αρκεί για να δείξει πόσο εγκλωβισμένη, είναι η ίδια και η γενιά της, στις καπιταλιστικές νόρμες της ψηφιακής εποχής. Η σκηνή με τους γυμνούς συμμετέχοντες στο πάρτι, η αμηχανία τους, αναδεικνύει, την ένδεια συναισθημάτων, την απουσία προσωπικής ζωής, τον εγκλωβισμό τους. Ναι, η γενιά του Βίνφριντ, αυτή της δεκαετίας του 1960, μπορεί να μην τα κατάφερε, να ενσωματώθηκε στο σύστημα, ωστόσο ο ίδιος, έστω και ως εξαίρεση είναι φωτεινό παράδειγμα ουμανιστικών αντιλήψεων. Και τούτο φαίνεται πιο ανθρώπινο, από τις υπερφίαλες καριέρες που, κάνουν τα «βαποράκια» των πολυεθνικών, ζώντας στο παγερό τοπίο μιας ψευδαισθητικής γκλαμουριάς. Το μότο τους, ο χρόνος είναι χρήμα, συνεπάγεται, πως η ξεκούραση είναι σπατάλη κεφαλαίου, δημιουργεί γελοίες ενοχές και καταδεικνύει το προσωπικό τους αδιέξοδο, αλλά και της κοινωνίας που οικοδομούνε. Αν οικοδομούν και δεν γκρεμίζουν. Η συνταγή της Μάρεν Άντε για μια υπαρξιακή τραγική κωμωδία που, αγγίζει και τον τελευταίο μικροαστό είναι επιτυχής και βραβεύτηκε από τους κριτικούς στις Κάννες.

Εξαιρετικός στον διπλό  ρόλο του πατέρα ο αυστριακός Πήτερ Σιμόνισεκ, αλλά και η  Σάντρα Χιούλερ στον ρόλο της κόρης.

Τελικά και οι Γερμανοί, έχουν χιούμορ. Για την ιστορία να αναφέρω πως, υπάρχουν πολλοί σατιρικοί καλλιτέχνες και stand up κωμικοί στην Γερμανία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s