ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ “ΗΤΑΝ ΔΥΟ ΦΥΓΑΔΕΣ”


Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’70

του Κώστα Τσιναρίδη

Η ταινία Ήταν δυο φυγάδες γυρίστηκε στις αρχές μιας δεκαετίας όπου κυριάρχησε η μεγάλη απογοήτευση από τα κάθε είδους οράματα της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτό, και η ύπαρξη μιας σχεδόν απελπισμένης βίας σε όλα τα επίπεδα έδωσε στη δεκαετία του ’70 μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα στον 20ο αιώνα. Και φυσικά επηρέασε και μια μεγάλη ομάδα ταινιών.

Οπωσδήποτε, οι ΗΠΑ είναι μια χώρα που κατά καιρούς έχει πρωτοπορήσει σε πολλά επίπεδα, μαζί και στην ανίχνευση νέων κοινωνικών φαινομένων.

Φέρτε Μου Το Κεφάλι Του Αλφρέντο Γκαρσία

Φέρτε Μου Το Κεφάλι Του Αλφρέντο Γκαρσία

Ο μεγάλος Σαμ Πέκινπα, στον οποίο έχει αποδοθεί ο περιοριστικός χαρακτηρισμός “ποιητής της βίας”, συνέλαβε από νωρίς τα διάφορα αδιέξοδα, που στις ταινίες του αντανακλώνται ως βιαιότητα σε συνδυασμό με μελαγχολία. Στα Αδέσποτα σκυλιά (1971) ο φιλήσυχος έως μεμψίμοιρος καθηγητής Ντάστιν Χόφμαν αναγκάζεται να μετακομίσει στην Αγγλία μη μπορώντας να προσαρμοστεί στις πολιτικές εντάσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ωστόσο, η βία τον ακολουθεί και εκείνος πρέπει να χρησιμοποιήσει τα ίδια μέσα για να επιβιώσει. Στο νοσταλγικό Τζούνιορ Μπόνερ (1971) ο ήρωας (Στιβ ΜακΚουίν) είναι ένας ρομαντικός που δε μπορεί να προσαρμοστεί στη σκληρότητα του σύγχρονου κόσμου. Το μόνο που του μένει είναι να αποσυρθεί ώστε να μπορέσει να κρατήσει ακέραιες τις αξίες του. Αργότερα, η μικρή αισιοδοξία που δείχνει ο Πέκινπα στο Ήταν δυο φυγάδες θα χαθεί ολότελα στην επόμενη ταινία του, το άκρως πεσιμιστικό Φέρτε μου το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία (1974). Η δυνατότητα διαφυγής έχει εξαφανιστεί τελείως και το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.

Ιδιαίτερη σημαντικότητα έχει η σειρά ταινιών του Βρώμικου Χάρι με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ. Στην πρώτη ταινία της σειράς Ο Επιθεωρητής Κάλαχαν (1971) η σύγκρουση σερίφη-παρανόμου έχει μεταφερθεί από τα λιβάδια στη σύγχρονη μεγαλούπολη. Ο παρανοϊκός δολοφόνος κρύβεται στη χαώδη πολιτεία και μπορεί να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή από αέρος ή εδάφους. Ο αστυνομικός πρέπει να τον συλλάβει αναπτύσσοντας μεθόδους και τρόπο σκέψης ανάλογο με το δικό του. Στο Ο επιθεωρητής Κάλαχαν ξαναχτυπά (1976) ο εχθρός είναι μερικοί απελπισμένοι “Τουπαμάρος” με ασαφείς ιδεολογικές αναφορές που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια, εξοπλισμένοι με σύγχρονα όπλα.

Ο Σίντνεϊ Λιούμετ γύρισε δύο ρεαλιστικές περιπέτειες. Στη Μεγάλη Ληστεία της Νέας Υόρκης (1971) μια συμμορία loosers με επικεφαλής τον Σον Κόνερι επιχειρεί να ληστέψει ένα υπερπολυτελές συγκρότημα πολυκατοικιών. Όλα είναι υπολογισμένα, αλλά τα ανθρώπινα λάθη αποδεικνύονται μοιραία όταν έχουν να αντιμετωπίσουν τη σύγχρονη τεχνολογία. Στη Σκυλίσια Μέρα (1974), άλλη μια ιστορία απελπισμένης ληστείας, το αξιοθρήνητο δίδυμο των ληστών (Αλ Πατσίνο – Τζον Καζάλε) προβαίνει σε αψυχολόγητες ενέργειες για να πετύχει τους στόχους του. Η ψευδαίσθηση δύναμης που τους δίνεται λόγω της προσωρινής ομηρίας των υπαλλήλων ανατρέπεται στο ξαφνικό πικρό τέλος. Όλα μένουν ένα εφήμερο αφήγημα των ΜΜΕ. Και στο δραματικό θρίλερ Έκβους (1977), βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Πίτερ Σάφερ, το ειδεχθές έγκλημα ερεθίζει τον ψυχίατρο Ρίτσαρντ Μπάρτον, που αποφασίζει να ερευνήσει τα βαθύτερα αίτιά του. Το συμπέρασμα είναι ότι η έκρηξη απελπισμένης βίας του ασθενή είναι μια σπασμωδική άμυνα στη στρέβλωση της ανθρώπινης φύσης από τον σύγχρονο αστικό πολιτισμό.

Η αυτοδικία ως σύγχρονη μορφή βίας εμφανίζεται πρώτα στον παραγνωρισμένο Εκτελεστή της Νύχτας (1974) του Μάικλ Γουίνερ. Ο μεσοαστός Τσαρλς Μπρόνσον, πρώην αντιρρησίας συνείδησης στον πόλεμο της Κορέας, ανακαλύπτει έναν άλλο εαυτό ύστερα από τη δολοφονία της γυναίκας του. Πλέον λειτουργεί ως εκδικητής που ξεκαθαρίζει τους απόβλητους του αμερικάνικου ονείρου για λογαριασμό της τάξης του. Ο ψυχικός του πόνος δεν είναι το αίτιο άλλα το άλλοθι για το ξεδίπλωμα του σκοτεινού εαυτού του, που κρυβόταν κάτω από ένα φιλελεύθερο προσωπείο. Το πορτράρισμα ενός τέτοιου politically incorrect ήρωα προκάλεσε κύμα αντιδράσεων από κοινό και κριτικούς που δε μπόρεσαν να δουν τη λεπτή ειρωνεία που κρυβόταν μέσα στους συμβολισμούς του Γουίνερ. Στον βραβευμένο Ταξιτζή (1976) του Μάρτιν Σκορσέζε, επιχειρείται μια μεταφορά της πλοκής της Αιχμάλωτης της Ερήμου (1956) του Τζον Φορντ στη σύγχρονη μεγαλούπολη. Ο Σκορσέζε, ειλικρινής θαυμαστής του Φορντ, προσπαθεί να απεικονίσει τον βασανισμένο ήρωα μέσα στο σκληρό κόσμο της νύχτας. Ωστόσο, ο ελεγειακός τόνος του Φορντ για το παράλληλο τέλος δύο πολιτισμών, των λευκών πιονέρων και των ινδιάνων, δεν υπάρχει στον Ταξιτζή. Η βιαιότητα του ήρωα της πρώτης ταινίας, που αποτελεί στίγμα και απομυθοποίηση του ηρωισμού και του ευτυχούς τέλους, μετατρέπεται στη δεύτερη ταινία σε άκριτο ηθικολογικό σχόλιο που τελικά καταλήγει στη δικαίωση μέσα από την αφέλεια του ήρωα. Ο Σκορσέζε απέτυχε στη μεταφορά του, μια και έδειξε έναν πολιτισμό σε σήψη, αλλά του διέφυγαν τα λεπτά όρια μετάβασης από τη μία πλευρά στην άλλη.

Το γουέστερν, που πάντοτε μελετούσε το τέλος ενός παλιού τρόπου ζωής και τη μετάβαση σε ένα νέο, δίνει τα τελυταία του σπουδαία δείγματα γραφής στη δεκαετία του ’70. Στον Εκδικητή εκτός νόμου (1976) ο Ίστγουντ αναπτύσσει μια ματιά ανάλογη του Πέκινπα. Ο ήρωας είναι μόνος του ύστερα από το τέλος του παλιού κόσμου και καταδιώκεται συνεχώς. Θα καταφέρει να βρει τον εαυτό του σε διαφορετικό χώρο, αλλά η βία τον καταδιώκει συνεχώς. Η πολυπόθητη αλλά μάταιη εκδίκηση δε μπορεί να επουλώσει τα τραύματα του παρελθόντος. Και στο Με το χέρι στη σκανδάλη (1976) ο Ντον Ζίγκελ αποσπά από τον Τζον Γουέιν μία από τις καλύτερες ερμηνείες του στο ρόλο ενός πιστολέρο που πεθαίνει από καρκίνο.

Οι ταινίες καταστροφής αποτελούν την πιο σημαντική κατηγορία ταινιών που εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70. Οι φυσικές καταστροφές, όπως και οι τρομοκρατικές ενέργειες, φάνταζαν στα μάτια των κινηματογραφιστών ως η νέμεση προς τους φορείς του αστικού τρόπου ζωής. Στον κλασικό Σεισμό (1974) του Μαρκ Ρόμπσον, η φανταστική πόλη είναι βουτηγμένη στην καθημερινή υποκρισία και τη σήψη. Το φυσικό φαινόμενο του σεισμού διαταράσσει την αφύσικη ηρεμία μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε υπόγειο αναβρασμό. Στον Πύργο της Κολάσεως (1974) του Τζον Γκίλερμιν, ένα μεγαλοαστικό πάρτι σε έναν ουρανοξύστη μετατρέπεται σε εφιάλτη όταν ξεσπά πυρκαγιά στο κτίριο. Οι θαμώνες δε μπορούν να αντιδράσουν και περιμένουν τη σωτηρία από αέρος ενώ συγκεντρώνονται στην ταράτσα. Μια μπουνιουελική ματιά πάνω στην καταστροφολογία.

Εκτός της Αμερικής, η χώρα με κριτική κινηματογραφική ματιά πάνω στην απογοήτευση της δεκαετία του ’70 υπήρξε η Ιταλία. Το σπαγγέτι γουέστερν, που είχε περάσει στην έντονη πολιτικοποίηση, δίνει δύο σπουδαία δείγματα. Στους Κομπανιέρος (1970) του Σέρτζιο Κορμπούτσι, οι ήρωες αποδέχονται τη βία ως αναγκαίο συστατικό της επανάστασης. Ωστόσο, η άνιση αναμέτρηση με τον εχθρό βαραίνει την έκβαση, και το μόνο που μένει είναι οι αυτοκτονικές ενέργειες τύπου καμικάζι. Ανάλογος είναι και ο προβληματισμός του Σέρτζιο Λεόνε στο Κάτω τα κεφάλια (1971). Ο αναρχικός κεντρικός ήρωας (Τζέιμς Κόμπερν) παρασύρεται στην επανάσταση όχι από τη λογική αλλά από το συναίσθημα. Οι εκρηκτικές του μέθοδοι λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στην απογοήτευσή του, αλλά και στο επονείδιστο παρελθόν του. Μαζί με το σπαγγέτι γουέστερν ανθεί και η πολιτική κωμωδία.

Ήμασταν Τόσο Αγαπημένοι

Ήμασταν Τόσο Αγαπημένοι

Στο Ήμασταν τόσο αγαπημένοι (1974) του Έτορε Σκόλα, μια μεγάλη επιτυχία, οι ήρωες έχουν φθαρεί από την πεζή καθημερινότητα. Η αντιστασιακή τους δράση λειτουργεί περισσότερο ως θλιβερή ανάμνηση ενός ηρωικού παρελθόντος παρά ως έμπνευση για το μέλλον. Αντιστασιακός υπήρξε και ο ήρωας του Ανθρωπάκου (1977) του Μάριο Μονιτσέλι. Ωστόσο, αυτό δεν τον εμπόδισε να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα στην οποία κάποτε αντιτάχθηκε. Το ρουσφέτι και η πατρονία τον έφθειρε σταδιακά, μέχρι που ανακάλυψε και έναν βαθύτερο βίαιο εαυτό. Μια κριτική ματιά όχι μόνο πάνω στη μεταπολεμική πορεία της Ιταλίας, αλλά και στον Εκτελεστή της Νύχτας, ωστόσο ακόμα πιο αποτελεσματική.

Αν ωστόσο θέλουμε να μιλήσουμε για το καλύτερο παράδειγμα απαισιοδοξίας στον κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70, τότε πρέπει να αναφέρουμε το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι (1972). Η φθορά επιδρά πλέον στη σεξουαλικότητα των ηρώων, που κινούνται από την αλλοτρίωση μέχρι το σαδισμό για την ικανοποίησή τους. Η πλήρης απουσία συναισθημάτων τούς οδηγεί σε σκληρές αισθητικές και αισθησιακές εμπειρίες, ωστόσο η σεξουαλική ένταση δε μπορεί να καλύψει το ψυχικό τους κενό. Άλλο ένα παραγνωρισμένο αριστούργημα, από τα πολλά που μιλούν χωρίς περιστροφές για τα αδιέξοδα του σύγχρονου τρόπου ζωής και πολιτισμού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s