«Η ΕΞΑΦΆΝΙΣΗ»


του Grunemann,  της Ελευθερίας (της Bree και των πολιτών) και του Διαλόγου

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω

Κ. Π. Καβάφης

του Γιάννη Κιριμλιδη

Πολλές φορές ακούστηκε στις αρχές της οικονομικής κρίσης, ότι θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως ευκαιρία και όχι σαν καταστροφή. Και όντως, σαν ευκαιρία λειτούργησε για εμάς, τα μέλη της Κινηματογραφικής Λέσχης των Εγαζομένων της ΕΡΤ3, να κατανοήσουμε – μέσα από τον διάλογο που έπεται κάθε προβολής –  την βαθύτερη σημασία της τέχνης του κινηματογράφου από τεχνική, μορφολογική και ιδεολογική άποψη. Δόξα και τιμή λοιπόν, όσο οξύμωρο κι΄ αν ακούγεται, σ΄ αυτούς που ρίξαν το μαύρο στην ΕΡΤ.

klute-3Ας έρθω όμως στην ταινία. Ο ιχνηλάτης-καταλύτης John Klute  φθάνει στη Νέα Υόρκη για να εξιχνιάσει την Εξαφάνιση του παιδικού του φίλου Tom Grunemann. Η πρώτη του επαφή στην έρευνα είναι ένα call girl, η  Bree Daniels, ο κομβικός χαρακτήρας της ταινίας. Άτομο ανελεύθερο, θεωρεί ότι χειραγωγεί τους «πελάτες» αλλά, στην ουσία, είναι υποταγμένο και φοβισμένο απέναντι στον «προστάτη» και την εξουσία του χρήματος και των θεσμών. Το ζευγάρι  αισθάνεται εγκλωβισμένο σε ένα αφιλόξενο, ανασφαλές και απειλητικό περιβάλλον, αίσθηση που την επιτείνει η ασυνέχεια του μοντάζ, η φωτογραφία και η ανάδειξη των χώρων. Σταδιακά αποκαθίσταται μεταξύ τους η εμπιστοσύνη, που εξελίσσεται σε έρωτα (το δωμάτιο της Bree αδειάζει από αντικείμενα γιατί η ίδια γεμίζει από αισθήματα). Παράλληλα, ενώ ο έρωτάς της για τον Klute την απελευθερώνει από τα προηγούμενα δεσμά της, φοβάται ότι ο ίδιος έρωτας  θα την υποδουλώσει σε έναν γάμο ( όπως τη Στέλλα του Κακογιάννη).  Δύσκολο να θυμηθώ εφάμιλλο και καθηλωτικό αμερικανικό αλληγορικό νεο-νουάρ.Και αν ο Μούρναου με το Nosferatu, ο Φριτς Λανγκ με το Μ, ο Ρενουάρ με τον Κανόνα του Παιχνιδιού προέβλεψαν, από τη δεκαετία του 1920 και 1930 την ανευθυνότητα και την απληστία της άρχουσας τάξης, τον φασισμό και την εκατόμβη του Β΄ΠΠ.  Αν ο Πάκουλα, από το1971, προείδε τον ζόφο της μονομερούς – για το Κεφάλαιο – παγκοσμιοποίησης, που ως άλλος Πανόπτης Άργος παρακολουθεί με δορυφόρους, drones και διαδίκτυο τους πάντες. Τότε, πού πρέπει να αποδώσει κάποιος την αδράνεια και τη μοιρολατρεία απέναντι στην επέλαση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου εναντίον των δημοκρατικών και εργασιακών δικαιωμάτων  των πολιτών, που μαρμάρωσαν όπως ο ποντικός απέναντι στο φίδι;

Βέβαια, στη δεκαετία του ΄70 ήταν, που «ανεπαισθήτως» απομονωθήκαμε στον εαυτό μας. Το σιωπηρό σύνθημα ήταν «ο καθένας για τον εαυτό του»[1]. Θεωρήσαμε  τον διπλανό άνθρωπο εχθρό μας. Κατάπιαμε αμάσητη την αρχαία τακτική της εξουσίας, το «Διαίρει και βασίλευε». Ιδιωτικοί υπάλληλοι στράφηκαν κατά των δημοσίων, οι τελευταίοι κατά των υπαλλήλων των ΔΕΚΟ, όλοι οι προηγούμενοι κατά των αγροτών και οι αγρότες κατά των κατοίκων των πόλεων.                                                                                 Αποποιηθήκαμε την ιδιότητα του ελεύθερου και υπεύθυνου πολίτη και υιοθετήσαμε εκείνη του ιδιώτη και καταναλωτή. Η τιμημένη στη συλλογική συνείδηση  γενιά της Αντίστασης εκμαυλίσθηκε με ένα πεντοχίλιαρο σύνταξης αντιστασιακού. Η 50άρα led TV αντικατέστησε το βιβλίο, που διαβάζαμε στον καναπέ ή στο κρεβάτι. Εξοβελίσαμε την ουσία της ανθρωπιστικής παιδείας και κρατήσαμε τη χρησιμοθηρική της πλευρά. Επικαλούμαστε, ακόμη και σήμερα, τη σύνδεση της παιδείας με την αγορά εργασίας, ως εάν η παιδεία να ταυτίζεται με την επαγγελματική κατάρτιση. Θεοποιήσαμε την υπερεξειδίκευση σε βάρος της ευρύτερης εποπτείας κάθε επιστημονικού τομέα.                                                                                                                                Αντί δημοκρατικού διαλόγου με λογικά επιχειρήματα, καλή πίστη, ευγένεια και αλληλοσεβασμό μεταξύ των διαλεγομένων επιλέγεται η μέθοδος της διακοπής του ομιλητή για να ακουσθεί ένα τσιτάτο ή μία προσωπική «αλήθεια», που στη λογική του διακοψία υπέχει αξία θέσφατου.                                                                                                                                                Οι νεαροί οικονομολόγοι, μανατζαραίοι, και λοιποί τεχνοκράτες,  μεταμορφώθηκαν σε ταξικούς γενιτσάρους, που θυσιάζουν την τάξη που τους γέννησε στο βωμό του ετήσιου bonus. Γι΄ αυτούς,  το «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος» του Πρωταγόρα αποτελεί terra incognita, από την οποία πέρασαν και δεν ακούμπησαν.

Ας μην είμαστε όμως απαισιόδοξοι. Η πρωτοπορία των ανατρεπτικών αλλαγών στην Ιστορία ήταν ανέκαθεν ολιγάριθμη, μορφωμένη και προερχόταν συνήθως από την μέση αστική τάξη, που στις μέρες μας χειμάζεται παγκοσμίως.

 [1] «Ο καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός εναντίον όλων» : Τίτλος ταινίας του Werner Herzog, γνωστής και με τον τίτλο «Το αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s