ΝΙΚΟΛΑΣ ΡΕΓΚ, Ο ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΟΣ ΒΡΕΤΑΝΟΣ


ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΤΗΣ «ΔΥΝΑΜΗΣ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ»

%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%b1%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%b3%ce%baΟ Ρεγκ βγήκε από τα σπλάχνα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές που απέδειξε πως μπορούσε να φτάσει ψηλά στην πυραμίδα, ζούσε όμως και σε έναν παράλληλο δικό του κόσμο. Ηρθε σε σύγκρουση με την κινηματογραφική βιομηχανία, με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της περί ψυχαγωγίας, από την πρώτη του ταινία, το χαοτικό «Performance» το 1970, υπογράφοντας μια σκανδαλώδη τοιχογραφία ροκ παρακμής. Στη συνέχεια, πολύ πιο συγκροτημένος, «πείραξε» βασικούς κανόνες της γραμμικής αφήγησης. Οι δημιουργικότερες στιγμές του ήταν ένας διαρκής πειραματισμός με την κίνηση, τα χρώματα και τις σκιές. Μια δυναμική άσκηση ισορροπίας γύρω από το κέντρο βάρους του κινηματογραφικού κάδρου. Πρωταρχική του ύλη ήταν το φως, που το χειρίστηκε όσο λίγοι κινηματογραφιστές, και βασικό του εργαλείο το μοντάζ, με το οποίο έδωσε νέα δυναμική στον χωρόχρονο.

Πηγαίο ταλέντο

Ο Ρεγκ υπήρξε μοντέρνος σε μια εποχή που ο μοντερνισμός φαινόταν πως είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του στον κινηματογράφο. Στο σινεμά του, όμως, δεν ταίριαζε η ετικέτα «σινεμά του δημιουργού». Ο Ρεγκ φαινόταν και αντιφατικός. Είχε μια παράξενη ανατρεπτική ζωντάνια, αλλά και μια ενστικτώδη τάση προς τη σιγουριά της κλασικής αφήγησης.

Επίσης, ήταν τελειομανής (είχε μανία με την τεχνική αρτιότητα της φόρμας) και τον διέκρινε εξαιρετική αίσθηση ρυθμού και αρμονίας. Η ένταση και η αριστοτεχνική ατμόσφαιρα, βασικά στοιχεία των ταινιών του, ήταν επακόλουθα της ευρηματικής χρήσης του οπτικού μέσου. Ο Ρεγκ είχε πηγαίο ταλέντο. Το σινεμά γι’ αυτόν δεν σήμαινε στεγνή παράθεση ιδεών, ούτε δίνη εμμονών σαν κι αυτές που καταπίνουν μεγαλόσχημους καλλιτέχνες. Ηταν πληθωρικός (ενίοτε αυτοκαταστροφικά) και πολύ ροκ! Ο Ρεγκ, τέλος, είναι ο σκηνοθέτης που έντυσε την Τζούλι Κρίστι στην πιο ερωτική σκηνή του αγγλικού σινεμά, με τη βοήθεια του παράλληλου μοντάζ, στο αριστουργηματικό του «Μετά τα μεσάνυχτα» (ελληνικός τίτλος του «Don’t Look Now»). Ο Ρεγκ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1928 και όταν τέλειωσε το σχολείο βρέθηκε από τύχη στο σινεμά, στα Marylebone Studios που έψαχναν παιδί για να σερβίρει τσάι και να χτυπάει την κλακέτα στα γυρίσματα.

Από τα χρόνια της κλακέτας ο Ρεγκ εξέφραζε τις ανησυχίες του με τρόπο που μάλλον δεν ταίριαζε με τη θέση του στο πλατό. Στα γυρίσματα ενός b movie πλησίασε τον παραγωγό για να του πει πως ο τίτλος της ταινίας, «Η μεγαλύτερη περιπέτεια του Ταρζάν», ήταν ατυχής. Επρόκειτο για επεισόδιο μιας σειράς και ο υπερθετικός δεν άφηνε εναλλακτικές λύσεις για το επόμενο επεισόδιο. Πώς θα το τιτλοφορούσαν για να είναι συνεπείς με τη λογική; «Η απογοητευτική περιπέτεια του Ταρζάν»; Το περιστατικό το αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «The Telegraph» πριν από μερικά χρόνια.

Με τον ίδιο τρόπο συνέχισε να διατυπώνει τις απόψεις του και τις αντιρρήσεις του και αργότερα, όταν είχε κατακτήσει τη θέση του βοηθού διευθυντή φωτογραφίας σε ταινίες όπως ο «Λόρενς της Αραβίας» ή ο «Δόκτωρ Ζιβάγκο». Στα γυρίσματα του δεύτερου ο Ντέιβιντ Λιν δεν ανέχτηκε τα σχόλιά του και τον έδιωξε. Ο Ρεγκ, πάντως, εξελίχτηκε σε κορυφαίο διευθυντή φωτογραφίας.

Με τους σταρ της ροκ

Το πέρασμά του στη σκηνοθεσία ήταν και αυτό εν μέρει ζήτημα τύχης. Το 1970 ο σεναριογράφος Ντόναλντ Κάμελ αναζητούσε έναν νέο σκηνοθέτη, με ιδιαίτερη ματιά και στυλ, για το «Performance». Ο Ρεγκ τράβηξε την προσοχή του, παρότι δεν είχε ιδέα τι είδους ταινία θα ήθελε να γυρίσει. Ηταν ήδη αναγνωρισμένος διευθυντής φωτογραφίας, με επαίνους για τη «Μάσκα του κόκκινου θανάτου» του Ρότζερ Κόρμαν (1964), το «Φάρεναϊτ 451» του Φρανσουά Τριφό (1966), και την «Πετούλια» του Ρίτσαρντ Λέστερ (1968).

Ο Κάμελ αφέθηκε στους πειραματισμούς του Ρεγκ και το φιλμ κύλησε στον αφρό του ροκ και της αντικουλτούρας. Η δοκιμαστική προβολή του προκάλεσε μέχρι και στομαχικές διαταραχές στον παραγωγό, που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έβλεπε τον Μικ Τζάγκερ σε σκηνές με ελεύθερο σεξ και ναρκωτικά. «Η Warner απείλησε πως θα μου κάνει μήνυση επειδή δεν της παρέδωσα την ταινία που προσδοκούσε» λέει ο Ρεγκ.

Παράλληλα, οι κριτικές ήταν κάτι χειρότερο από μαχαίρι. Ο Ρεγκ είχε ιδιαίτερη σχέση με το ροκ και τους μουσικούς του, τρεις από τις τέσσερις διάσημες ταινίες του έχουν ως πρωταγωνιστές ροκ σταρ.

Μετά τον Τζάγκερ ήρθε η σειρά του Ziggy Stardust/ Ντέιβιντ Μπάουι, στον «Ανθρωπο που έπεσε στη Γη» (στην πιο παράξενη ίσως ταινία επιστημονικής φαντασίας), και του Αρτ Γκαρφάνκελ στη «Δύναμη της σάρκας». Κατά τον Ρεγκ «οι ροκ σταρ φωτίζουν καλύτερα από τους ηθοποιούς την κινηματογραφική οθόνη».

Ο Ρεγκ έγινε πηγή έμπνευσης για νεότερους σκηνοθέτες, ένας από αυτούς είναι και ο Μάικλ Γουιντερμπότομ. Δεν θα ’ταν υπερβολή να πούμε, πως η σκηνή του τέλους στο αριστουργηματικό «Μετά τα μεσάνυχτα» έχει στοιχειώσει τον Ντέιβιντ Λιντς. Οι ταινίες του αγαπήθηκαν από τους θεατές που αντιλαμβάνονται το σινεμά ως ένα φως που σε ταράζει όταν πέφτει άπλετο στο εσωτερικό σου σκοτάδι.

Δημήτρης Μπούρας

(Η Καθημερινή 19-9-2015)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s