ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ TA “AΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ”


ΞΑΦΝΙΚΕΣ ΑΣΤΡΑΠΕΣ

Η γέφυρα του ποταμού Κβάι

Η γέφυρα του ποταμού Κβάι

Του Κώστα Τσιναρίδη

Ο όρος “αστραπές” δεν αναφέρεται σε φυσικά φαινόμενα αλλά σε ξεσπάσματα ή μεταστροφές κινηματογραφικών ηρώων. Ενίοτε και σε περιστατικά τα οποία μπορεί να απασχολήσουν και το νόμο. Ούτε είναι τόσο “ξαφνικές”. Οι υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στο περιβάλλον των ηρώων επιδρούν και στη συνείδησή τους, με αποτέλεσμα την τελική ανατροπή, που μόνο φαινομενικά είναι ξαφνική.

Από τις πολύ παλιές απόπειρες καταγραφής είναι η Θύελλα στην Ασία (1928) του Βσέβολοντ Πουντόβκιν. Η επαφή ενός ανίδεου Μογγόλου βοσκού με έναν μαχητή του Κόκκινου Στρατού τον επηρεάζει κατά έναν απροσδιόριστο τρόπο, που μετά ξεχνιέται. Ο μετέπειτα εξευτελισμός του από Δυτικούς εμπόρους τον οδηγεί σε βίαιο ξέσπασμα, που προφανώς σχετίζεται από την ιδεολογική “όσμωση” του παλιού συντρόφου του.

Στο Κόκκινο Ποτάμι (1948) του Χάουαρντ Χοκς, η ανυπακοή του θετού γιου (Μοντγκόμερι Κλιφτ) προς τον πατέρα του (Τζον Γουέιν) ωθεί τον δεύτερο σε αναζήτηση εκδίκησης εναντίον του. Ωστόσο, δε μπορεί να τον σκοτώσει. Η ταινία επικρίθηκε για το “χάπι εντ”, αλλά αυτό που διαφεύγει από τον θεατή είναι η αδιόρατη επικοινωνία τους κατά τη διάρκεια της ταινίας. Είναι προφανές ότι δε μπορούν να αλληλοσκοτωθούν, παρά τα όσα συνέβησαν.

Στη Γέφυρα του Ποταμού Κβάι (1957) του Ντέιβιντ Λιν, ο αιχμάλωτος Άγγλος μηχανικός (Άλεκ Γκίνες) συμπεριφέρεται εντελώς αλλόκοτα, ανατρέποντας κάθε έννοια πατριωτισμού ή επαγγελματικής συνέπειας. Στο τέλος, καταλαβαίνει το λάθος του μέσα σε μια τελική σκηνή ιδιαίτερης πυκνότητας, όπου η μεταστροφή του δε μπορεί να διορθώσει όλα τα προηγούμενα. Μόνη λύση η καταστροφή.

Στην Ιστορία Δύο Πόλεων (1958) του Ραλφ Τόμας, ο κυνικός και αριβίστας Ντερκ Μπόγκαρντ δέχεται να θυσιαστεί στη γκιλοτίνα χάριν της αγαπημένης του. Η ανιδιοτελής του στάση προς το τέλος ξαφνιάζει τον θεατή, αλλά δεν προκύπτει ως κεραυνός εν αιθρία, μια και ο ίδιος ζει την ταραχή της Γαλλικής Επανάστασης.

Στον φημισμένο Στρατηγό ντελλά Ρόβερε (1959) του Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο θεατρίνος Βιτόριο ντε Σίκα προσπαθεί να επιβιώσει από τη δοκιμασία της γερμανικής κατοχής εκτελώντας κάθε λογής θέλημα των κατακτητών. Στο τέλος, όμως, καταλήγει να προκαλέσει αληθινή εξέγερση εναντίον τους, ανατρέποντας τη στάση που κράτησε στη φυλακή.

Το σπαγκέτι-γουέστερν έχει, ως συνήθως, να επιδείξει ανάλογα δείγματα και στη σκιαγράφηση τέτοιων φαινομενικών “αστραπών”. Στο σπουδαίο Κομπανιέρος (1970) του Σέρτζιο Κορμπούτσι, ο κυνικός ήρωας μεταστρέφεται ξαφνικά, προκάλώντας αρκετά ερωτηματικά. Ωστόσο, η τριβή του με τον επαναστάτη Τόμας Μίλιαν και η εμπλοκή του στη μάχη, χαρακτηριστικό μοτίβο των ταινιών του Κορμπούτσι, επιδρά αδιόρατα στον ίδιο και προκαθορίζει τη στάση του. Στο Τι γυρεύω μες στην επανάσταση (1972), πάλι σε σκηνοθεσία του Κορμπούτσι, ο κεντρικός ήρωας (Βιτόριο Γκάσμαν) αντιδρά με μια συμπεριφορά ανάλογη του ντε Σίκα στον Στρατηγό ντελλά Ρόβερε. Και, τέλος, στο Ήταν ήρωες και τους έλεγαν καθάρματα (1972) του Τονίνο Βαλέρι, ένα φαινομενικά απόρθητο φρούριο διαλύεται κυριολεκτικά από μια μικρή ομάδα επιδρομέων. Το αφύσικο του γεγονότος εξηγείται από τις διάφορες μικρολεπτομέρειες που έχουν διαβρώσει την στρατιωτική πειθαρχία και που την ώρα της μάχης αποκτούν αποφασιστική σημασία.

Αναπαράσταση

Αναπαράσταση

Αλλά και ο ελληνικός κινηματογράφος έχει να επιδείξει πολλές ανάλογες αξιόλογες ταινίες, κυρίως στη δεκαετία του ’70. Στη σπουδαία Αναπαράσταση (1970) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ένα έγκλημα πάθους εξιχνιάζεται και καταχωρείται με περισσή λεπτομέρεια. Ωστόσο, γίνεται φανερό ότι ήταν αναπόφευκτο, λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν και που γέννησαν το άλλο, ατιμώρητο αυτή τη φορά, κοινωνικό έγκλημα της μετανάστευσης. Στο Δι’ ασήμαντον αφορμήν (1974) του Τάσου Ψαρρά, μια φαινομενικά ανεξήγητη φιλονικία που κατέληξε στο φόνο κρύβει από πίσω της μεγάλες οικονομικές διαφορές ανάμεσα σε ιδιοκτήτες αγρότες και κολίγους. Η ταινία βασίζεται σε αληθινό περιστατικό σε κάποιο καπνοχώρι της Μακεδονίας το 1953. Και ο πάντοτε ποιοτικός όσο και λαϊκός στη θεματολογία του Παύλος Τάσιος έκλεισε τον κύκλο με δυο σπουδαίες ταινίες πάνω στο θέμα. Στο Ναι μεν, αλλά (1972) ένας φόνος και μια αυτοκτονία διεγείρουν το ενδιαφέρον του κοινού της εποχής. Ένας δημοσιογράφος με κριτική ματιά (Αλέξης Δαμιανός) ερευνά την υπόθεση και βρίσκεται μπροστά σε ένα πλέγμα καταπίεσης και απωθημένων που σχετίζονται με τις κυρίαρχες ηθικές αξίες. Και στη σπουδαία Παραγγελιά (1980), ένα έγκλημα σχετίζεται φαινομενικά με τη στέρηση ενός χωρού. Ωστόσο, είναι ο τελικός κρίκος μιας μεγάλης αλυσίδας που έχει να κάνει με τους περιορισμούς μιας καταπιεσμένης προσωπικότητας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s