PAINT IT BLACK


κριτική  του Δημήτρη Μπάμπα από το Cinephilia.gr

salaire-de-la-peur-1953-10-gΑποκλεισμένοι σε μια γαλλική αποικία της Νοτίου Αμερικής, δύο τυχοδιώκτες – ο Μάριο και ο Τζο – αντιμετωπίζουν μια πρόκληση: για να αποκτήσουν τα χρήματα του εισιτηρίου επιστροφής τους στην πατρίδα, πρέπει να οδηγήσουν ένα φορτηγό με νιτρογλυκερίνη (ένα εκρηκτικό ευαίσθητο στην μεταφορά) για λογαριασμό μιας εταιρείας πετρελαίου. Η διαδρομή όμως και το ταξίδι κάθε άλλο παρά εύκολη είναι, καθώς το φορτίο κινδυνεύει να εκραγεί στους δύσβατους και επικίνδυνους δρόμους…

Κλασική ταινία της χρυσής εποχής του ευρωπαϊκού σινεμά (τότε που παρήγαγε ταινίες δημιουργών, αλλά και ταινίες που υπηρετούσαν με συνέπεια τα κινηματογραφικά είδη), «Το Μεροκάματο του τρόμου» (Le Salaire de la peur), στέκεται μετέωρο: αποτελεί σπάνιο πλέον δείγμα ενός κινηματογράφου που κατόρθωνε να συνδυάζει τα τυπικά στοιχεία ενός είδους (περιπέτεια) με τις έμμονες ιδέες του σκηνοθέτη – μια σκοτεινή αρνητική εκδοχή του κόσμου και ένας βαθύς πεσιμισμός για την ανθρώπινη φύση. Οι επιρροές του Άλφρεντ Χίτσκοκ στον τρόπο που η φόρμα της περιπέτειας εμπλουτίζεται με στοιχεία μιας προσωπικής αντίληψης για τον κόσμο και τον άνθρωπο, είναι παραπάνω από εμφανείς στην ταινία του Γάλλου Ανρί-Ζορζ Κλουζό.

Χωρίζοντας την ταινία σε δύο άνισα μέρη – τόσο από πλευράς φιλμικού χρόνου, όσο και αφηγηματικού ρυθμού – η σκηνοθεσία τα χρησιμοποιεί με διαφορετικούς στόχους. Στο πρώτο τμήμα, που διαδραματίζεται σε μια απομονωμένη επαρχιακή πόλη, δίνει την ευκαιρία για μια τοιχογραφία των προσώπων – μια πολυεθνική ομάδα τυχοδιωκτών – που είναι εγκλωβισμένα στο χώρο. Παράλληλα, η σκηνοθεσία κατευθύνει την προσοχή του θεατή πάνω στο βασικό δίπολο των χαρακτήρων – τον αδύνατο και υποτακτικό Μάριο και τον “εξουσιαστή” Τζο -, απομονώνοντάς τους από το πλήθος. Η αφηγηματική χαλαρότητα, που επικρατεί στο πρώτο μέρος, βρίσκεται σε συμφωνία με την απραξία και την αδράνεια που βιώνουν οι ήρωες. Η απουσία του έρωτα – τυπικού στοιχείου σε κάθε περιπέτεια, όπου ο ήρωας θα πρέπει να υπερβεί τα εμπόδια για να κατακτήσει τη γυναίκα, τα υπονοούμενα για ομοφυλοφιλία, η απόρριψη και η περιφρόνηση της γυναικείας παρουσίας, περιγράφουν το χώρο: Ένας κλειστός ανδρικός κόσμος είναι ο τόπος της μικρής πόλης, μια ανδρική φυλακή από την οποία δεν υπάρχει απόδραση (1). Κεντρικά στοιχεία σ’ αυτό το τμήμα της ταινίας οι δεσμοί ανάμεσα στους άνδρες, η ανδρική φιλία και οι διάφορες εκδοχές της ανδρικής ταυτότητας.

Την εικόνα της απραξίας και αδράνειας θα αντιστρέψει ο σκηνοθέτης στο δεύτερο μέρος: είναι η ευκαιρία για απόδραση από τη “φυλακή”, που προσφέρει η πρόταση του διευθυντή της εταιρείας για μεταφορά δύο φορτηγών με νιτρογλυκερίνη. Το πέρασμα από την αφηγηματική χαλαρότητα στους έντονους ρυθμούς της περιπέτειας προκαλείται από δύο στοιχεία: τη συνεχή κίνηση των φορτηγών (και τα εμπόδια της διαδρομής) και την εκκρεμότητα – είναι η επερχόμενη έκρηξη, μια απειλή που επικρέμεται πάνω από τους ήρωες, που λειτουργεί ενισχυτικά στις εντάσεις του ταξιδιού. Ο χώρος, αλλά και η ιδιομορφία του φορτίου, προσφέρει μια σειρά από εμπόδια που παρεμβάλλονται στην διαδρομή των δύο φορτηγών: ένας δρόμος που πρέπει να διανυθεί από τα φορτηγά με σταθερή ταχύτητα, τα δυο φορτηγά που δεν πρέπει να πλησιάσουν, μια ετοιμόρροπη γέφυρα, ένας βράχος που κλείνει το δρόμο. Η υπερπήδηση των εμποδίων – στοιχείο που αποτελεί το θεμέλιο λίθο σε κάθε περιπέτεια – δημιουργεί τις υψηλές εντάσεις (αφηγηματικές και όχι μόνο) ανάμεσα στα πρόσωπα.

Από την ακινησία στη συνεχή κίνηση και από την αφηγηματική χαλαρότητα στην ένταση, η κίνηση της σκηνοθεσίας είναι καθοριστική: οι αλλαγές πάνω στην κινηματογραφική φόρμα έχουν επιπτώσεις και στα πρόσωπα του μύθου, την persona τους. Είναι λοιπόν οι αλλαγές στο περιβάλλον της ταινίας – χώρος και αφηγηματικός ρυθμός – που αποκαλύπτουν τελικά τη βαθύτερη ουσία των προσώπων, που τα οδηγούν στη διάλυση των μεταξύ τους δεσμών και σχέσεων, που προκαλούν την ένταση ανάμεσα στα πρόσωπα. Τις αντιδράσεις τους απέναντι στους κινδύνους της διαδρομής, ο σκηνοθέτης τις εκθέτει με μία σχεδόν σαδιστική ευχαρίστηση: είναι η εικόνα του “κυρίαρχου” Τζο που καταρρέει και η ταπεινωτική συμπεριφορά του Μάριο απέναντι του (μία ακόμη αντιστροφή ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος). Γίνεται η διαδικασία μεταφοράς της νιτρογλυκερίνης μια λυδία λίθος, μια δοκιμασία για την αυθεντικότητα και την αλήθεια των προσώπων. Κεντρικά σημεία της διαδρομής είναι ο φόβος του επερχόμενου θανάτου, οι αλλαγές που επέρχονται στην ανδρική εικόνα (όταν ο κίνδυνος είναι εμφανής), η ουσία (ή απουσία) της ανδρικής ταυτότητας, οι έννοιες του θάρρους και της δειλίας.

Μέσα από αυτήν τη σύγκρουση των δύο σχετικά αυτόνομων μερών της ταινίας, εκφράζεται το αδιέξοδο του ανδρικού κόσμου, η κατάρρευση της ανθρώπινης φύσης μπροστά στον επερχόμενο θάνατο, το ανέφικτο της ευτυχίας. Αποτελεί, «Το Μεροκάματο του Τρόμου», μια ταινία η οποία μεταδίδει ένα κλίμα ζοφερό, απαισιόδοξο και σκοτεινό στον θεατή, μια αίσθηση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Αποτελεί, η ταινία, μια απαισιόδοξη και κυνική εκδοχή της αιώνιας πάλης του Άνδρα με τη Μοίρα και το Πεπρωμένο του.

(1) Το πρώτο πλάνο της ταινίας είναι μια μεταφορά που ο θεατής αντιλαμβάνεται μόνο όταν αυτή ολοκληρωθεί: παγιδευμένα από ένα παιδί, τέσσερα έντομα προσπαθούν μάταια να ξεφύγουν. Μια ανάλογη σκηνή υπάρχει και στην «Άγρια Συμμορία» του Σαμ Πέκινπα (μια παρέα παιδιών έχει παγιδεύσει ένα σκορπιό), ένδειξη των δεσμών συγγένειας ανάμεσα στα δύο φιλμ…

Ριμέικ της ταινίας είναι το «Sorcerer» (1977) του Γουίλιαμ Φρίντκιν, με τον Ρόι Σάιντερ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s