ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ “ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ”


Μπάμπης Ακτσόγλου

Μπάμπης Ακτσόγλου

Ένα κείμενο του Μπάμπη Ακτσόγλου (1954-2007) για το βρετανικό Free Cinema, παρμένο από το βιβλίο του “Από τον Κλέφτη Ποδηλάτων στο Καζίνο Ρουαγιάλ

Τo free cinema, το οποίο εμφανίστηκε προς τα μέσα της δεκαετίας του ’50 στην Αγγλία, ήταν ένα κινηματογραφικό κίνημα συσπείρωσης νέων δημιουργών που, σε αντίδραση με το αρτηριοσκληρωτικό βρετανικό σινεμά εκείνης της εποχής, πρότεινε ένα πιο δυναμικό μοντέλο κινηματογράφου, με ρεαλιστικό και κοινωνικό προσανατολισμό, ενίοτε οργισμένο, χιουμοριστικό ή ονειροπόλο, αλλά σε απόλυτη ανταπόκριση με τις συντελούμενες κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές στην πάλαι ποτέ κραταιά Μεγάλη Βρετανία.

Η διάλυση της βρετανικής αποικιοκρατίας, με αποκορύφωμα την περιπέτεια του Σουέζ το 1956, ήταν φυσικό να επιφέρει βαθιές κοινωνικές μεταλλαγές στη μέχρι τότε άκρως συντηρητική Αγγλία. Η νέα γενιά, σε αναζήτηση της δικής της ταυτότητας, αμφισβήτησε έντονα τον αυταρχισμό και τις κυρίαρχες αξίες των μεγαλυτέρων, και τούτο το πνεύμα της αμφισβήτησης και της οργής εκδηλώθηκε στην ποπ μουσική, τη θεατρική σκηνή, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Είναι η εποχή του κινήματος των Young Angry Men, που συσπειρώνει λογοτέχνες σαν τους Τζον Όσμπορν, Άλαν Σίλιτοου, Χάρολντ Πίντερ, Γουίλις Χολ, Τζον Μπρέιν κ.ά. Στο Royal Court Theatre του Λονδίνου, τον κατεξοχήν χώρο έκφρασης της βρετανικής θεατρικής αβανγκάρντ, το κοινό συνωστίζεται για να δει μια νέα γενιά ηρώων που προέρχεται από την επαρχία, ανήκει στα εργατικά ή λαϊκά στρώματα και εκφράζει την εξέγερση της με την επαρχιώτικη προφορά της, όπως ο Τζίμι Πόρτερ στα Οργισμένα νιάτα, το θεατρικό έργο του Τζον Όσμπορν που θα αποτελέσει και ένα από τα πρώτα κινηματογραφικά έργα του free cinema. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο κίνησης των ιδεών θα πρέπει να εντάξουμε την αρθρογραφία του μαχητικού περιοδικού Sequence, που, αν και είχε σύντομη διάρκεια ζωής (1947-1951), επηρέασε σημαντικά τον κριτικό τρόπο σκέψης των Άγγλων διανοουμένων.

Ιδρυτές του ήταν ο Λίντσεϊ Άντερσον, φοιτητής της αγγλικής λογοτεχνίας στην Οξφόρδη, αλλά και ντοκιμαντερίστας, όπως και ο Κάρελ Ράιζ, τσέχικης καταγωγής, που ήταν υπεύθυνος προγράμματος στο National Film Theatre (κάτι σαν τη δική μας Ταινιοθήκη). Ενθυμούμενος τα ηρωικά εκείνα χρόνια, λέει ο Ράιζ: «Μέσα από το Sequence θελήσαμε να εκφράσουμε τη δυσαρέσκεια μας για το κριτικό ρεύμα της εποχής, που έδειχνε απάθεια στην αρτηριοσκλήρωση του βρετανικού σινεμά και των λονδρέζικων κλισέ του. Θέλαμε επίσης να αντιδράσουμε κατά του ύποπτου θαυμασμού σε ό,τι χειρότερο γινόταν σε Γαλλία, Αγγλία ή Ρωσία. Το σινεμά που θαυμάζαμε ήταν αυτό του Χοκς, του Πρέστον Στάρτζες, του Τζον Φορντ ή του Γουίλιαμ Γουέλμαν, δηλαδή το μεγάλο αμερικανικό σινεμά που περιφρονούσαν οι κριτικοί». Όταν έκλεισε το Sequence, οι βασικοί του αρθρογράφοι συνέχισαν να γράφουν στο κινηματογραφικό περιοδικό Sight and Sound, προκαλώντας συχνά αίσθηση, όπως ο Λίντσεϊ Αντερσον με το άρθρο του «Stand Up! Stand Up!» (φθινόπωρο 1956), που κινούνταν στο ιδεολογικό πλαίσιο της Νέας Αριστεράς και κατέγραψε το κοινωνικό πλαίσιο της δυσαρέσκειας της γενιάς των Young Angry Men. Ο Άντερσον, αν και είχε σπουδάσει φιλολογία, είχε ήδη ξεκινήσει την κινηματογραφική του καριέρα, γυρίζοντας ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, όπως το Ο Dreamland (1953) ή τα Παιδιά της Πέμπτης (Όσκαρ καλύτερης ταινίας μικρού μήκους, 1955), δουλεύοντας ταυτόχρονα στη διαφήμιση και στην τηλεόραση (σκηνοθέτησε μερικά επεισόδια της σειράς «Ο Ρομπέν των Δασών»). Σύντομα, γύρω του σχηματίστηκε ένας κύκλος φίλων κινηματογραφιστών, που περιλάμβανε κυρίως τους Κάρελ Ράιζ, Τζον Σλέσινγκερ, Τόνι Ρίτσαρντσον και τον διευθυντή φωτογραφίας Γουόλτερ Λάσαλι, οι οποίοι γύρισαν μια σειρά ταινίες μικρού μήκους, με κοινωνικό προβληματισμό, που άρχισαν να προβάλλονται στο National Film Theatre. Μια από αυτές τις προβολές, που έγινε το Φεβρουάριο του 1956, έμελλε να μείνει ιστορική: τρεις μικρού μήκους ταινίες, συγκεκριμένα το Ο Dreamland του Άντερσον, το Momma don’t Allow των Κάρελ Ράιζ και Τόνι Ρίτσαρντσον και το Together της Λορέντσα Ματσέτι (στο οποίο ο Άντερσον είναι μοντέρ), προβάλλονται για πρώτη φορά κάτω από τον τίλο free cinema (η πατρότητα του όρου ανήκει στον κριτικό Γκάβιν Λάμπερτ, πρώην συνεργάτη του Sequence). Ακολουθούν και άλλα προγράμματα κάτω από τον ίδιο τίτλο, η διεθνής κοινότητα τον αγκαλιάζει αμέσως και ένα νέο κινηματογραφικό κίνημα επιβάλλεται προτού καν περάσει στην παραγωγή ταινιών μεγάλου μήκους. Εξάλλου, για ορισμένους κριτικούς, το free cinema διήρκεσε μεταξύ 1955 και 1959, όσο δηλαδή και η δραστηριότητα αυτή των μικρομηκάδων, και έσβησε όταν αυτοί πέρασαν στην κανονική κινηματογραφική παραγωγή. Τα ντοκιμαντέρ του free cinema συνεχίζουν την παράδοση του αγγλικού ντοκιμαντέρ, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Τζον Γκρίρσον στη δεκαετία του ’30 και από τους Μπέζιλ Ράιτ, Χάμφρι Τζένινγκς ή Χάρι Γουάτ στη δεκαετία του ’40. Όμως, ενώ επαναφέρουν τη ρεαλιστική παράδοση του συλλογικού ήρωα (οι μανάβηδες της λαχαναγοράς του Κόβεν Γκάρντεν στο Κάθε μέρα εκτός Χριστουγέννων του Άντερσον, οι νεαροί ενός ντάνσινγκ κλαμπ στο Momma don’t Allow, οι τεντιμπόηδες ενός κλαμπ στο Νότιο Λονδίνο στο We Are the Lambeth Boys του Κάρελ Ράιζ), οι ήρωες αυτοί δεν είναι ανώνυμοι. Για παράδειγμα, οι ήρωες του Momma don’t Allow μοιάζουν με χαρακτήρες δραματικής ταινίας, η κάμερα τους καταγράφει στους χώρους εργασίας τους, για να τους ξεχωρίσει από τους άλλους. Ύστερα μας πληροφορεί για τα κοινά τους σημεία: είναι νέοι, ανήκουν στα φτωχά λαϊκά στρώματα (υπάλληλοι, εργάτες, φοιτητές), ονειρεύονται τη φυγή και η καθημερινή τους διασκέδαση είναι το Wood Green Jazz Club, ένα χορευτάδικο όπου παίζει η ορχήστρα του Κρις Μπάρμπερ. Εκτονώνονται για τα καλά στη διάρκεια της βραδιάς και ύστερα επιστρέφουν στη μιζέρια της δουλειάς τους, αναμένοντας την ώρα που θα ξαναβρεθούν στο αγαπημένο τους κλαμπ.

Η μικρού μήκους ταινία και το ντοκιμαντέρ ήταν περισσότερο οικονομική παρά αισθητική επιλογή των σκηνοθετών του free cinema, οι οποίοι, από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν ευνοϊκές συνθήκες παραγωγής στην αγγλική κινηματογραφία, πέρασαν στη ταινία μυθοπλασίας μεγάλου μήκους. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε εδώ ή επιτυχία της ταινίας Room at the Top (Στον ανεμοστρόβιλο των παθών) του Τζακ Κλέιτον (1959), ένα μεταβατικό, κατά κάποιον τρόπο, έργο ανάμεσα στην παραδοσιακή αγγλική δραματουργία και το νέο ύφος της σχολής του free cinema. Βασισμένη σε μυθιστόρημα του Τζον Μπρέιν, ο ήρωας, ένας νεαρός αριβίστας (Λόρενς Χάρβεϊ), προσπαθεί να κρύψει την εργατική καταγωγή του όταν έρχεται να δουλέψει ως λογιστής σε μια βιομηχανική πόλη του Γιόρκσαϊρ. Κατανοώντας σύντομα ότι είναι πολύ δύσκολο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αναρριχηθεί κοινωνικά και επαγγελματικά, φλερτάρει την αφελή κόρη του τοπικού μεγαλοβιομήχανου, ο οποίος κάνει τα πάντα για να εμποδίσει αυτόν το δεσμό. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν ο ήρωας θα φτιάξει έναν δεύτερο δεσμό με μια παντρεμένη καλλιτέχνιδα (Σιμόν Σινιορέ), αρκετά μεγαλύτερη του σε ηλικία. Αν και θα αρχίσει να την ερωτεύεται πραγματικά, τίποτα δεν θα μπορέσει να σταματήσει τα σχέδια του να φτάσει στην κορυφή. To Room at the Top χαρακτηρίστηκε «Χ» από την αγγλική λογοκρισία, εξαιτίας των ρεαλιστικών του διαλόγων και της τόλμης ορισμένων ερωτικών σκηνών, που σήμερα φαίνονται αρκετά ξεπερασμένες, στην εποχή τους ωστόσο έκαναν πραγματικά μεγάλη αίσθηση. Ταυτόχρονα ήταν μια ταινία που σκιαγραφούσε διεισδυτικά την κοινωνική ατμόσφαιρα στη βιομηχανική επαρχιακή Αγγλία, έστω και αν ο βασικός κορμός του σεναρίου θύμιζε ένα μάλλον συμβατικό κοινωνικό μελόδραμα. Συνάντησε πάντως τεράστια εμπορική επιτυχία, τιμήθηκε με Όσκαρ σεναρίου και ερμηνείας για τη Σιμόν Σινιορέ, ανέδειξε σε διεθνή σταρ τον Λόρενς Χάρβεϊ και άνοιξε το δρόμο στις αυθεντικές ταινίες του free cinema.

Ο πρώτος από την αυθεντική ομάδα του free cinema που πέρασε στη σκηνοθεσία και παραγωγή ταινιών μεγάλου μήκους ήταν ο Τόνι Ρίτσαρντσον. Συνεργάτης του Τζον Όσμπορν στο θέατρο, ίδρυσε μαζί του την εταιρεία παραγωγής Woodfall Films (στην οποία συμμετείχε αρχικά και ο Καναδός παραγωγός Χάρι Σάλτσμαν) και διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη τα Οργισμένα νιάτα (1959), που ωστόσο δεν είχαν τη δύναμη και το κλίμα αμφισβήτησης του πρωτότυπου θεατρικού έργου. Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον πάντως, στο ρόλο ενός διανοούμενου των λαϊκών τάξεων που χωρίζει προσωρινά από την έγκυο γυναίκα του (Μερί Γιουρ) και τα φτιάχνει με μια φιλενάδα της (Κλερ Μπλουμ), ήταν εξαιρετικός και είναι κρίμα που τα χολιγουντιανά καθήκοντα του τον απομάκρυναν από το υπόλοιπο κίνημα του free cinema. Ο Ρίτσαρντσον συνέχισε με ένα ακόμα θεατρικό έργο του Τζον Όσμπορν, Ο Γελωτοποιός (1960), που αποτέλεσε μεγάλη σκηνική επιτυχία του Λόρενς Ολίβιε, αλλά δεν συνάντησε την αναμενόμενη επιτυχία στην οθόνη, ίσως γιατί παρέμενε αυτούσια θεατρικό. Έχει όμως συμβολική σημασία, γιατί στους δεύτερους ρόλους ξεχωρίζουν οι Άλαν Μπέιτς και Άλμπερτ Φίνεϊ, δυο ηθοποιοί που, μαζί με τον Τομ Κόρτνεϊ, θα γίνουν τα σύμβολα του free cinema. Η Woodfall Films γνώρισε την πρώτη της μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία όταν ξέφυγε από τον κλοιό των θεατρικών διασκευών του Όσμπορν και στράφηκε στη σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία, μεταφέροντας στην οθόνη το μυθιστόρημα του Άλαν Σίλιτοου Σαββάτο βράδυ, Κυριακή πρωί (1960). Ο σκηνοθέτης Κάρελ Ράιζ δεν ξεχνά την ντοκιμαντεριστική εμπειρία του όταν, στην αρχή της ταινίας, δείχνει, με γενικές εικόνες, την καθημερινή ζωή των εργατών σε μια βιομηχανική κωμόπολη όπως το Νότιγχαμ: βρόμικοι ομιχλώδεις δρόμοι, εργατικές κατοικίες, ομοιόμορφα κτισμένες στη σειρά, νυχτερινές παμπ. Ωστόσο η ταινία του, αν και απόλυτα ρεαλιστική, δεν έχει καμιά σχέση με τα κοινωνικά δράματα που ωραιοποιούν κατά κάποιον τρόπο την εργατική τάξη. Ο κεντρικός ήρωας του Ράιζ, ο νεαρός εργάτης Άρθουρ Σίτον (Άλμπερτ Φίνεϊ), είναι ένα ανεύθυνο άτομο που περιμένει πότε θα έρθει το Σαββατόβραδο για να ξεδώσει, να πιει με τους φίλους του και να καμακώσει στη συνέχεια όποιο θηλυκό βρεθεί μπροστά του, ακόμα και τις συζύγους των συντρόφων του στο πιοτό. Ούτε ακριβώς συμπαθής, ούτε όμως και αντιπαθής, ο Άλμπερτ Φίνεϊ (στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του) σπάει την παράδοση του θετικού ήρωα, δίνοντας μας το πορτρέτο ενός ακόμα Young Angry Man, που διοχετεύει σε ολότελα απατηλούς δρόμους την οργισμένη διάθεση του.

Το Σαββάτο βράδυ, Κυριακή πρωί συμπυκνώνει όλα τα χαρακτηριστικά των αυθεντικών ταινιών του free cinema, τα οποία μπορούμε να τα συνοψίσουμε ως εξής: κοινωνικός και ψυχολογικός προβληματισμός, ρεαλιστικός περίγυρος, απόρριψη του στούντιο και γύρισμα σε φυσικούς χώρους (κατά προτίμηση η βιομηχανική αγγλική επαρχία), ασπρόμαυρη φωτογραφία, χωρίς τεχνητούς φωτισμούς που δίνει εικόνα με «κόκκο», πριμοδότηση μιας νέας γενιάς ηθοποιών (Άλμπερτ Φίνεϊ, Τομ Κόρτνεϊ, Άλαν Μπέιτς, Ρίτα Τάσιγκαμ, Τζούλι Κρίστι, Ρίτσαρντ Χάρις, Άιν Ρεντγκρέιβ, Ντέιβιντ Γουόρνερ κ.ά.), ήρωες που βγαί­νουν από την καθημερινή πραγματικότητα, εκφράζουν την αντίθεση τους στο κυρίαρχο σύστημα, δεν συγκαταλέγονται όμως στους επαναστάτες, ούτε έχουν τα ηρωικά ή θετικά χαρακτηριστικά των τυπικών χολιγουντιανών χαρακτήρων. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών του free cinema δεν αποτελείται από πρωτότυπα σενάρια, αλλά από διασκευές θεατρικών και λογοτεχνικών έργων, οι συγγραφείς των οποίων έχουν προσωπική εμπειρία των συνθηκών της ζωής στην επαρχία και τα λαϊκά εργατικά στρώματα (ο Άλαν Σίλιτοου, για παράδειγμα, δούλευε στα εργοστάσια του Μίντλαντς, τα οποία περιγράφει στα μυθιστορήματα του). Ο Τόνι Ρίτσαρντσον, αφού γύρισε στην Αμερική μια αποτυχημένη διασκευή του Ιερού του Φόκνερ, επανήλθε στα γνώριμα λημέρια της αγγλικής επαρχίας μεταφέροντας στην οθόνη τη θεατρική επιτυχία της Σέλα Ντελάνι Γεύση από μέλι (1962), που αποκάλυψε το ταλέντο της Ρίτας Τάσιγκαμ, του ασχημόπαπου του αγγλικού κινηματογράφου. Πρόκειται για τη γλυκόπικρη ιστορία μιας 17χρονης, η οποία, αφού μένει έγκυος από έναν μαύρο ναύτη, αναγκάζεται να συγκατοικήσει με έναν ομοφυλόφιλο (Μάρεϊ Μέλβιν), που την παίρνει υπό την προστασία του. Η καλύτερη ωστόσο ταινία του Ρίτσαρντσον είναι Η μοναξιά του δρομέα μακρινών αποστάσεων (1962), βασισμένη σε μια νουβέλα του Σίλιτοου, η οποία σηματοδοτεί το ντεμπούτο του Τομ Κόρτνεϊ στην οθόνη. Ίσως ο πιο εσωστρεφής και μοναχικός χαρακτήρας της γενιάς των Young Angry Men, ο Κόλιν Σμιθ είναι τρόφιμος του αναμορφωτηρίου του Μπόρσταλ και προπονείται στον μαραθώνιο, κατά προτροπή του διευθυντή του ιδρύματος. Την κρίσιμη όμως στιγμή του αγώνα, όταν θα έχει προσπεράσει όλους τους αντιπάλους του, θα εγκαταλείψει την προσπάθεια, χάνοντας έτσι και τα προνόμια από τη νίκη του, σε μια ύστατη, αυτοκαταστροφική αλλά και λυτρωτική ταυτόχρονα πράξη αντίδρασης κατά των Αρχών, που πανηγύριζαν ήδη για τον επερχόμενο θρίαμβο του. Ο Τομ Κόρτνεϊ ήταν επίσης ο Μπίλι ο ψεύτης (1963), ο ονειροπόλος ήρωας ενός θαυμάσιου θεατρικού έργου των Γουότερχαουζ και Χολ, που μετέφερε δημιουργικά στην οθόνη ο Τζον Σλέσινγκερ. Ο Μπίλι, υπάλληλος σε γραφείο κηδειών σε κωμόπολη του Βορρά, είναι ένας συμπαθής «οργισμένος νέος» που δεν εξωτερικεύει ποτέ την αντίθεση του στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, αλλά βρίσκει διέξοδο στην ονειρική εκτόνωση και τα παθολογικά ψέματα. Όχι τυχαία, ο ήρωας αυτός έγινε η πιο αγαπημένη φιγούρα του free cinema, ενώ στη συνέχεια ενέπνευσε ένα θεατρικό μιούζικαλ και μια τηλεοπτική σειρά.

Ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσινγκερ πάντως δεν ήταν τυχαία περίπτωση. Ύστερα από μια εντυπωσιακή εμφάνιση, το 1961, με το ντοκιμαντέρ Terminus, με θέμα το σταθμό Βατερλό του Λονδίνου, γύρισε την Αμαρτία μιας νύχτας (1962), βασισμένη σε μυθιστόρημα του Σταν Μπάρστοου: μια ολότελα κυνική και αντιρομαντική ταινία, με θέμα το αδιέξοδο της συζυγικής σχέσης ανάμεσα σε έναν σχεδιαστή σε εργοστάσιο του Λάνκασαϊρ και μιας δακτυλογράφου. Η ταινία προκάλεσε την αντίδραση των πουριτανών, γιατί μιλούσε για πρώτη φορά ανοιχτά πάνω στο θέμα της έκτρωσης. Το ίδιο κυνική και αμοραλιστική είναι η Ντάρλινγκ (1966), η ιστορία ενός φιλόδοξου μοντέλου (Τζούλι Κρίστι), που χρησιμοποιεί τους άντρες για την κοινωνική της άνοδο. Η ταινία συνέβαλε πολύ στην εξέλιξη των ερωτικών ηθών, θεματικά, όμως, απομακρύνεται από τη συνήθη προβληματική του free cinema, για να καταγράψει το κλίμα του «Swinging London» στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Παραδόξως, ο Λίντσεϊ Άντερσον, ο θεωρητικός του free cinema, σε όλη αυτή την περίοδο της άνθησης του κινήματος ασχολείται με το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων στο Royal Court Theatre. To 1963, ωστόσο, γυρίζει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, This Sporting Life (Η τιμή ενός ανθρώπου), με κεντρικό ήρωα έναν ανθρακωρύχο του Γιόρκσαϊρ (Ρίτσαρντ Χάρις) που προσπαθεί να ξεφύγει από την κοινωνική του θέση ως επαγγελματίας παίχτης του ράγκμπι. Ο Κάρελ Ράιζ ήταν αυτός που συνέστησε τον Λίντσεϊ Άντερσον στον συγγραφέα Ντέιβιντ Στόρι και τον έπεισε να γυρίσει την ταινία, μια από τις ωριμότερες του free cinema (και για ορισμένους κριτικούς το τελευταίο γνήσιο δείγμα του κινήματος). Μεγάλη αίσθηση έκανε ο ρεαλισμός και η ωμότητα με την οποία περιγράφονται οι ερωτικές σκηνές, που έχουν κάτι το ζωώδες και πρωτόγονο. Αλλά και η ερμηνεία του Ρίτσαρντ Χάρις έχει κάτι από τη βιαιότητα και τον αυθορμητισμό του Μάρλον Μπράντο στο Λεωφορείον ο Πόθος, και δικαιολογημένα προτάθηκε για Όσκαρ. Ανάμεσα στους μικρότερης εμβέλειας σκηνοθέτες που το κινηματογραφικό τους ντεμπούτο μπορεί να ενταχθεί στο κίνημα του free cinema, επισημαίνουμε τον Ντέσμοντ Ντέιβις, ο οποίος γύρισε, το 1964, το Κορίτσι με τα πράσινα μάτια, από ένα μυθιστόρημα της Έντνας Ο’ Μπράιαν (με πρωταγωνιστές τους Ρίτα Τάσιγκαμ, Λιν Ρεντγκρέιβ και Πίτερ Φιντς), και τον Σίντνεϊ Φιούρι, που, το 1963, με το Leather Boys (πάντα με τη Ρίτα Τάσιγκαμ) έθιξε το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας, στο κοινωνικό πλαίσιο της ρεαλιστικής παράδοσης του free cinema. To 1963, ο Τόνι Ρίτσαρντσον θέλησε να σκηνοθετήσει την κομεντί εποχής Τομ Τζόουνς, από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Χένρι Φίλντινγκ, αλλά συνάντησε την αδιαφορία των Άγγλων παραγωγών. Έτσι στράφηκε προς την United Artists, μια κίνηση που θα αποβεί μοιραία για τη μετέπειτα πορεία του αγγλικού κινηματογράφου. Το Τομ Τζόοννς έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία και τιμήθηκε με 4 βασικά Όσκαρ, αλλά για πολλούς κριτικούς αυτό σήμανε και το τέλος του free cinema. Ο ερωτιάρης, ανεύθυνος, καλοπερασάκιας ήρωας που υποδύονταν ο Άλμπερτ Φίνεϊ ερχόταν την πιο κατάλληλη στιγμή. Το 1964, το κόμμα των Εργατικών θριάμβευε στις εκλογές. Οι Συντηρητικοί άφηναν την εξουσία, και ένα πνεύμα ελευθερίας και ευφορίας ήταν διάχυτο παντού. Η εποχή των Young Angry Men έδινε τη θέση της στο Swinging London της ποπ μουσικής, της ψυχεδέλειας, της μίνι φούστας, των φανταχτερών χρωμάτων, των ελεύθερων ερωτικών σχέσεων, της λατρείας του νέου και του εκκεντρικού. Ήταν λογικό οι προλετάριοι ήρωες στο ασπρόμαυρο επαρχιώτικο φόντο του free cinema να φαίνονται πλέον αναχρονιστικοί, και το αγγλικό σινεμά στράφηκε στην καταγραφή του φανταχτερού και παλαβιάρικου κλίματος της νέας αυτής εποχής.

Ο σκηνοθέτης που αποτύπωσε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα του Swinging London στον κινηματογράφο είναι αναμφίβολα ο Ρίτσαρντ Λέστερ. Οι δύο ταινίες του με τους Μπιτλς, A Hard Day’s Night και Help, εκτός, από μοναδικά μουσικά ντοκουμέντα, είναι κι ένας ύμνος στην αναρχία και το μπουρλέσκ παράλογο χιούμορ. Τα σουρεαλιστικά γκαγκ βρίθουν και στην ταινία με τον παράδοξο τίτλο Το νακ και πώς να το αποκτήσετε (Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών, 1965), με τον Μάικλ Κρόφορντ να αναζητά το μυστικό που θα του επιτρέπει να κατακτά εύκολα τα κορίτσια, και τη Ρίτα Τάσιγκαμ να κινδυνεύει να χάσει την παρθενιά της αναζητώντας σπίτι για να μείνει. Ο Ρίτσαρντ Λέστερ προσπάθησε, στη συνέχεια, να κάνει μια καθαρόαιμη μπουρλέσκ κωμωδία με το Βίβα Ρόμα (1966), όπου βλέπουμε τον Μπάστερ Κίτον να τρέχει όπως στην παλιά καλή βωβή εποχή, αν και προσωπικά προτιμάμε την αντιμιλιταριστική σάτιρα Πώς κέρδισα τον πόλεμο (1967) με τον Τζον Λένον σε έναν χαρακτηριστικό δεύτερο ρόλο. Στους σκηνοθέτες που αποτύπωσαν στην οθόνη το κλίμα του Swinging London συγκαταλέγονται επίσης ο Κλάιβ Ντόνερ (Nothing but the Best, μια μαύρη κωμωδία με τον Άλαν Μπέιτς και τον Ντένχομ Έλιοτ, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τη σατιρική εκδοχή της ταινίας Στον ανεμοστρόβιλο τον πάθους), ο Λιούις Γκίλμπερτ (Άλφι, με τον Μάικλ Κέιν να υποδύεται έξοχα έναν κάκνεϊ Καζανόβα) και ο Σίλβιο Ναριτζάνο (Georgy Girl, με τη Λιν Ρεντγκρέιβ στο ρόλο μιας παρθένας που θέλει να υιοθετήσει το νόθο παιδί της συγκατοίκου της). Κάποιοι από τους σκηνοθέτες του free cinema, όπως ο Σλέσινγκερ με το Ντάρλινγκ ή ο Κάρελ Ράιζ με το Μόργκαν, ο τρελός εραστής, πιάνουν το νέο κλίμα της εποχής. Σε γενικές όμως γραμμές παρατηρείται μια τάση προς το νεορομαντισμό, την ταινία εποχής και τη μυθιστορηματική λογοτεχνία, που δίνει μερικά εξαιρετικά ή και άνισα έργα, τα οποία όμως δεν έχουν τίποτα κοινό με το free cinema: Μακριά από το αγριεμένο πλήθος του Σλέσινγκερ, Ισιδώρα του Κάρελ Ράιζ, Ή επέλαση της Ελαφριάς Ταξιαρχίας του Τόνι Ρίτσαρντσον κ.ά. Μόνο ο Λίντσεϊ Άντερσον θα συνεχίσει να υπερασπίζεται έναν καθαρά βρετανικό κινηματογράφο που διατηρεί το οργισμένο πνεύμα του free cinema, με το Εάν (1968), το χρονικό μιας αιματηρής εξέγερσης σε ένα αγγλικό δημόσιο σχολείο, που έχει κάτι από το αναρχικό ύφος του Διαγωγή Μηδέν του Ζαν Βιγκό, αλλά και τη βία των σουρεαλιστικών εικόνων της Χρυσής Εποχής του Λουίς Μπουνιουέλ. Η τεράστια εμπορική επιτυχία του Τομ Τζόουνς, όπως και του Δόκτορος No, θα στρέψει την προσοχή των αμερικανικών στούντιο στον αγγλικό κινηματογράφο. Το 1966, το 75% των αγγλικών ταινιών έχουν αμερικανική χρηματοδότηση και, το 1968, το ποσοστό αυτό αγγίζει το 90%. Ταυτόχρονα πολλοί ξένοι σκηνοθέτες έρχονται να δουλέψουν στα αγγλικά στούντιο, όπως ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ (Λολίτα, Το κουρδιστό πορτοκάλι), ο Ρομάν Πολάνσκι (Αποστροφή), ο Μικελάντζελο Αντονιόνι (Μπλόου Απ), ο Φρανσουά Τριφό (Φαρενάιτ 451) κ.ά. Η ευφορία όμως δεν θα κρατήσει για πολύ. Το 1969, όλες σχεδόν οι αμερικανικές εταιρείες θα σημειώσουν παθητικό στις βρετανικές τους επενδύσεις. Ο αγγλικός κινηματογράφος δεν είναι πια της μόδας και οι Αμερικανοί αποσύρονται, προσκαλώντας στο Χόλιγουντ τα μεγάλα ταλέντα, αδειάζοντας ουσιαστικά το δυναμικό του βρετανικού σινεμά. Ο Κάρελ Ράιζ γυρίζει μερικές συμπαθητικές ταινίες, μόνο όμως Η ερωμένη του Γάλλου λοχαγού (1982) θυμίζει κάτι από το ένδοξο παρελθόν. Ο Τόνι Ρίτσαρντσον στην κυριολεξία εξαφανίζεται με τον Νεντ Κέλι ή τον Άνθρωπο των συνόρων και μόνο ο Τζον Σλέσινγκερ γνωρίζει για ένα διάστημα επιτυχία και καλλιτεχνική καταξίωση με τον Καουμπόι του μεσονυκτίου. Στην Αγγλία, ιστορικές εταιρείες παραγωγής όπως η British Lion κλείνουν, αν και ο Λίντσεϊ Άντερσον καταφέρνει να συνεχίζει το δικό του, προσωπικό, σαρκαστικό σινεμά, με ταινίες όπως Ένας τυχερός άνθρωπος (1973) και Βρετανία, ένα τρελό νοσοκομείο (1982). Δεν είναι όμως όλα χαμένα. Μέσα από την τηλεόραση βγαίνει μια νέα γενιά σκηνοθετών που συνεχίζει τα ρεαλιστικά διδάγματα του free cinema, με πρωτοστάτες τους Κεν Λόουτς (Poor Cow και Kes) και Πίτερ Γουότκινς (Το Ξύπνημα). Ο Νικόλας Ρεγκ με το Performance (1970) δίνει τον εφιάλτη του Swinging London, απογυμνωμένο πλέον από την ψεύτικη χάρη του μέχρι τότε κυρίαρχου αγγλικού κινηματογράφου, ενώ ο Κεν Ράσελ με τις Ερωτευμένες γυναίκες οδηγεί τη σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου σε νέα μονοπάτια. Η ανεπανάληπτη πάντως σημασία του free cinema στον αγγλικό κινηματογράφο θα φανεί καλύτερα την τελευταία δεκαετία. Οι Κεν Λόουτς (Βροχή από πέτρες), Στίβεν Φρίαρς (Ωραίο μου πλυντήριο), Μπρους Ρόμπινσον (Ο φίλος μου κι εγώ), Νιλ Τζόρνταν (Έιντζελ), Ντέιβιντ Λίλαντ (Θα ΄θελα να ΄σουν εδώ) δεν είναι παρά οι συνεχιστές μιας ρεαλιστικής παράδοσης που βρήκε τη χρυσή ακμή της στα χρόνια του 1957-1963, δεν έπαψε όμως να υφίσταται με ποικίλους τρόπους στον βρετανικό κινηματογράφο.

 

Οι σημαντικότερες ταινίες:

Στον ανεμοστρόβιλο των παθών Room at the Top (1959) τον Τζακ Κλέιτον, με τους Λόρενς Χάρβεϊ, Σιμόν Σινιορέ, Χίδερ Σίαρς

Ένας λογιστής σε βιομηχανική κωμόπολη του Γιόρκσαϊρ προσπαθεί να αφήσει έγκυο την κόρη ενός μεγαλοβιομήχανου, για να την αναγκάσει να τον παντρευτεί. Η παράλληλη σχέση του όμως με μια παντρεμένη καταλήγει σε τραγωδία.

Όσκαρ ερμηνείας για τη Σιμόν Σινιορέ, όπως και Όσκαρ σεναρίου σε αυτήν τη μελοδραματική ιστορία που, στην εποχή της, εντυπωσίασε για την τόλμη των διαλόγων της και το ρεαλιστικό κλίμα της επαρχιακής Αγγλίας. Όχι ακριβώς μια τυπική ταινία του free cinema, αλλά κάτι σαν μεταβατικό στάδιο.

Οργισμένα νιάτα Look Back in Anger (1959) του Τόνι Ρίτσαρντσον, με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον, Κλερ Μπλουμ, Μαίρη Γιουρ.

Διασκευή του ομωνύμου θεατρικού έργου του Τζον Όσμπορν, με ήρωα έναν λαϊκό διανοούμενο που ασφυκτιά κοντά στη γυναίκα του και έχει πρόσκαιρο δεσμό με την καλύτερη της φίλη. Η ταινία δεν έκανε την ίδια αίσθηση όσο στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου, στάθηκε όμως η αιτία για τη δημιουργία της εταιρείας Woodfall Films, η οποία χρηματοδότησε τις περισσότερες παραγωγές του free cinema.

Σάββατο βράδυ, Κυριακή, πρωί Saturday Night and Sunday Morning (1960) του Κάρελ Ράιζ, με τους Άλμπερτ Φίνεϊ, Σίρλεϊ Αν Φιλντ, Ρέιτσελ Ρόμηερτς.

Ο Άρθουρ, εργάτης σε μια κωμόπολη του Νότιγχαμ, περιμένει πότε θα έρθει το Σαββατόβραδο για να διασκεδάσει στις παμπ και να φλερτάρει με τις γυναίκες.

Μια κορυφαία ταινία του free cinema, που η δύναμη της βρίσκεται στην καταγραφή των προβλημάτων της εργατικής τάξης, κάτω από μια ρεαλιστική και όχι «εργατοπατερίστικη» οπτική. Αποκάλυψη ο 23χρονος Άλμπερτ Φίνεϊ, στη μεγαλύτερη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του free cinema.

Γεύση από μέλι A Taste of Honey (1962) του Τόνι Ρίτσαρντσον, με τους Ρίτα Τάσιγκαμ, Μάρεϊ Μέλβιν.

Μια νεαρή γυναίκα, έγκυος από έναν μαύρο ναύτη, εγκαταλείπει την αντιπαθητική μητέρα της και αποφασίζει να συγκατοικήσει με έναν ομοφυλόφιλο. Ρεαλισμός και πικρός ρομαντισμός, σε αυτήν τη θαυμάσια φωτογραφημένη από τον Γουόλτερ Λάσαλι ταινία.

Η μοναξιά τον δρομέα μακρινών αποστάσεων The Loneliness of the Long Distance Runner (1962) του Τόνι Ρίτσαρντσον, με τους Τομ Κόρντνεϊ, Μάικλ Ρεντγκρέιβ Ο τρόφιμος ενός αναμορφωτηρίου βρίσκει διέξοδο στον μαραθώνιο, «εφευρίσκει» όμως έναν ολότελα αυτοκαταστροφικό τρόπο για να εκφράσει την αντίθεση του στον διευθυντή του ιδρύματος. Η πιο αγαπημένη μου ταινία του free cinema οφείλει σχεδόν τα πάντα στην ενδοστρεφή, ανεπανάληπτη ερμηνεία του Τομ Κόρτνεϊ.

Η αμαρτία μιας νύχτας A Kind of Loving (1962) του Τζον Σλέσινγκερ, με τους Άλαν Μπέητς, Τζουν Ρίτσι.

Το αδιέξοδο της σχέσης ενός νεαρού ζευγαριού, που οι συνθήκες οδήγησαν πρόωρα σε γάμο. Μια ολότελα αντιρομαντική και κυνικά πικρή ταινία, που στην εποχή της θεωρήθηκε υπερβολικά τολμηρή ως προς τις σεξουαλικές αναφορές της.

Μπίλι, ο ψεύτης Billy Liar (1963) τον Τζον Σλέσινγκερ, με τους Τομ Κόρτνεϊ, Τζονλι Κρίστι.

Ένας υπάλληλος γραφείου κηδειών, παθολογικά ψεύτης, βρίσκει καταφύγιο στην ονειροπόληση. Ο πιο αγαπημένος ήρωας του free cinema μπόρεσε να αντισταθεί στο δοκίμασμα του χρόνου, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι ενέπνευσε στη συνέχεια ένα μιούζικαλ και μια τηλεοπτική σειρά.

Η τιμή, ενός ανθρώπου This Sporting Life (1963) του Λίντσεϊ Άντερσον, με τους Ρίτσαρντ Χάρις, Ρέιτσελ Ρόμπερτς, Κόλιν Μπλέικλι.

Ένας ανθρακωρύχος προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοίρα του μέσω του ράγκμπι, αλλά όταν γίνεται διάσημος διαπιστώνει ότι είναι υποχείριο των μάνατζερ. Από τις κορυφαίες ταινίες του free cinema, έκανε μεγάλη αίσθηση στην εποχή της για το ρεαλισμό και την ωμότητα με την οποία προσεγγίζονται οι ερωτικές σχέσεις του ήρωα με μια χήρα. Δεν συνάντησε όμως την αναμενόμενη επιτυχία.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s