Η ΣΙΜΟΝ ΣΙΝΙΟΡΕ, ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΤΟΥ “ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΥ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ”


Σιμόν ΣινιορέΗ Σιμόν Ενριέτ Σαρλότ Καμινκέρ, γνωστότερη ως Σιμόν Σινιορέ, γεννήθηκε το 1921 στη Γερμανία, από Γάλλους γονείς. Σε μεγαλύτερη ηλικία υιοθέτησε το επίθετο της μητέρας της, Ζωρζέτ Σινιορέ. Ο πατέρας της, Αντρέ Καμινκέρ, ήταν μεταφραστής για το διεθνή οργανισμό Κοινωνία των Εθνλων και μετά τη γέννησή της, απέκτησε με τη μητέρα της, άλλα δυο παιδιά. Όταν εκείνη ήταν μικρή, η οικογένεια της εγκαταστάθηκε στο προάστιο του Παρισιού Νεϊγί (επί του Σικουάνα). Η Σινιορέ μεγάλωσε ανάμεσα σε διανοούμενους και λογίους, διδάχτηκε την αγγλική και κατά την ενηλικίωσή της, έλαβε και δίπλωμα διδασκαλίας. ια ένα μικρό χρονικό διάστημα δίδασκε λατινικά και αγγλικά, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως δαχτυλογράφος για τη φιλο-ναζιστική εφημερίδα του Ζαν Λουκερ.

Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία, η Σινιορέ έγινε μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών κι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Οι φίλοι της, μεταξύ των οποίων και ο εραστής της Ντανιέλ Ζελέν, την ενθάρρυναν να ακολουθήσει τις φιλοδοξίες της. Η ομάδα αυτή των καλλιτεχνών συναντιόταν σε μια καφετέρια του προαστίου Σεν Ζεμέν Ντε Πρε, στο Παρίσι. Το 1942 άρχισε να αναλαμβάνει μικρούς ρόλους και να κερδίζει κάμποσα χρήματα, ώστε να μπορεί να συντηρεί τη μητέρα και τα αδέρφια της, που είχαν εγκαταλείψει τη Γαλλία από το 1940, ακολουθώντας τον πατέρα της στην Αγγλία, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό του στρατηγού Ντε Γκολ. Προκειμένου να κρύψει τις εβραϊκές της ρίζες από τους γερμανούς, η Σινιορέ υιοθέτησε το επώνυμο της μητέρας της.

Οι καμπύλες και τα γήινα χαρακτηριστικά της Σινιορέ, έκαναν τους παραγωγούς τον ταινιών να της αναθέτουν συχνά ρόλους πόρνης, στα πρώτα της βήματα. Πρώτη της επιτυχία ήταν η ταινία του Μαξ Όφιλς, Σχολείον έρωτος (La Ronde) το 1950, της οποίας η προβολή απαγορεύτηκε στην Αμερική, λόγω υποτιθέμενης ανηθικότητας. Το 1952, έλαβε περαιτέρω αναγνώριση με την ταινία Χρυσούν κράνος (Casque d’or, 1952), που της χάρισε το βραβείο της βρετανικής ακαδημίας κινηματογράφου (BAFTA). Η επιτυχία συνεχίστηκε το 1953 με το Ερασταί της σάρκας (Thérèse Raquin) και το 1955, έφτασε ο ρόλος που απογείωσε την καριέρα της. Εκείνος στην ταινία του Ανρί Κλουζό Οι διαβολογυναίκες (Les Diaboliques), όπου υποδυόταν μια φόνισσα. Την επόμενη χρονιά πρωταγωνίστησε στην ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Οι πέντε φυγάδες (La mort en ce jardin, 1956) κι έπειτα βραβεύτηκε ακόμα με ένα BAFTA για την ταινία Οι μάγισσες του Σέιλεμ (Les Sorcières de Salem, 1957), κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού του Άρθουρ Μίλερ (Crucible).

Το 1959 η Σινιορέ πρωταγωνίστησε σε μια ταινία αγγλικής παραγωγής, σκηνοθεσίας Τζακ Κλέιτον, με τίτλο Ο ανεμοστρόβιλος του πάθους (Room At The Top). Η ταινία αυτή, της χάρισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών, καθώς και το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου. Μέχρι τη νίκη της Ζυλιέτ Μπινός το 1996 για Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου, η Σινιορέ αποτελούσε τη μοναδική γαλλίδα ηθοποιό βραβευμένη με όσκαρ. Το 2008, η Μαριόν Κοτιγιάρ τιμήθηκε με Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για την ταινία Ζωή σαν Τριαντάφυλλο κι αποτέλεσε τη δεύτερη γαλλίδα ηθοποιό, μετά τη Σινιορέ, που έλαβε ποτέ αυτή την τιμή. Μετά τη νίκη της, η Σινιορέ έλαβε πολλές προσφορές ρόλων σε χολιγουντιανές ταινίες, αλλά τις απέρριψε προτιμώντας να συνεχίσει να εργάζεται στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά κατά τη δεκαετία του 60 συμμετείχε σε κάποιες ταινίες του Χόλιγουντ με σημαντικότερες το Ο άνθρωπος με το στίγμα (Term of Trial, 1962) πλάι στον Λόρενς Ολίβιε και την ταινία του Στάνλεϊ Κρέιμερ Το πλοίο των τρελών (Ship Of Fools, 1965), που της χάρισε μια ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου, το οποίο έχασε από τη Τζούλι Κρίστι για την ταινία Νταρλινγκ (Darling, 1965).

Η απόπειρά της το 1966 να πρωταγωνιστήσει στο πλευρό του Άλεκ Γκίνες στη θεατρική παράσταση του Ουίλιαμ Σαίξπηρ Μακβέθ (Macbeth), έλαβε αρνητικές κριτικές από τους άγγλους κριτικούς που σχολίασαν τη γαλλική προφορά της. Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε με βραβείο Έμμυ για τη συμμετοχή της σε ένα επεισόδιο της σειράς τηλεταινιών, Bob Hope Presents the Chrysler Theatre (1966). Ενώ το 1969, πρωταγωνίστησε στην ταινία του Ζαν Πιέρ Μέλβιλ Η μεγάλη στρατιά των αφανών ηρώων (L’Armée des ombres).

Κατά τη δεκαετία του 70, η Σινιορέ συνέχισε να εργάζεται και να συμμετέχει σε επιτυχημένες ταινίες όπως: Η ομολογία (L’ aveu, 1970) σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά, Ο γάτος (Le chat, 1971) για το οποίο βραβεύτηκε με χρυσή άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου, Ο ανακριτής (Les granges brulees, 1973) πλάι στον Αλαίν Ντελόν και Μαντάμ Ρόζα (La Vie devant soi, 1977) για την οποία βραβεύτηκε με βραβείο Σεζάρ. Οι κριτικοί είχαν αρχίσει πλέον να σχολιάζουν την εμφάνισή της, για την οποία η Σινιορέ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα και είχε αφήσει τον εαυτό της να παχύνει.

Τα απομνημονεύματά της με τίτλο La nostalgie n’est plus ce qu’elle était κυκλοφόρησαν το 1978. Συνέγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα με τίτλο Adieu Volodya που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό της από καρκίνο του παγκρέατος το 1985.

Η τραγουδίστρια Νίνα Σιμόν, υιοθέτησε το επίθετό της, προς τιμήν της Σινιορέ.

Η Σινιορέ παντρεύτηκε δυο φορές. Ο πρώτος της γάμος ήταν με το σκηνοθέτη Ιβ Αγιεγκρέ, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη την Κατρίν Αγιεγκρέ. Οι δυο τους χώρισαν το 1949 και την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε τον ηθοποιό Ιβ Μοντάν με τον οποίο παρέμεινε παντρεμένη μέχρι και το θάνατό της. Κατά τα γυρίσματα της ταινίας Έλα να αγαπηθούμε (Let’s Make Love, 1961), ο Μοντάν σύναψε ερωτικές σχέσεις με τη Μέριλιν Μονρόε, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Άρθουρ Μίλερ εκείνη την εποχή. Η σχέση αυτή στιγμάτισε για πάντα τη σχέση του με τη Σινιορέ.

 

Πηγή: Βικιπαιδεία.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s