ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΙΤΣΑΜ (6 Αυγούστου 1917 – 1 Ιουλίου 1997)


    images   Του Γιάννη Ζουμπουλάκη

 

 

Η καριέρα του ηθοποιού Ρόμπερτ Μίτσαμ καλύπτει παραπάνω από μισό αιώνα, το πρόσωπό του όμως – το ύφος, οι γκριμάτσες, οι εκφράσεις – παρέμενε πάντα το ίδιο. Εχουν ειπωθεί και έχουν γραφεί αμέτρητα σχόλια για αυτό το πρόσωπο. Ενα πρόσωπο στο οποίο ήταν χαραγμένη η ατονία, η αδράνεια και η απάθεια. Πάντα η ίδια έκφραση. «… Η έκφραση ενός άντρα που σκεπτόταν και αισθανόταν κάτω από την εξωτερική ηρεμία, τόσο που δεν χρειαζόταν καν να υποκριθεί στην επιφάνεια» σημειώνει ο ιστορικός Ντέιβιντ Τόμπσον. Ετσι όπως περίπου παρατηρεί ο ταξιτζής στον «Αμαρτωλό και δολοφόνο», μια από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του Μίτσαμ.

2rey4bO ηθοποιός Λι Μάρβιν το έθεσε με απλούστερα λόγια: «Η ομορφιά αυτού του ανθρώπου; Είναι τόσο ακίνητος. Κινείται και όμως δεν κινείται». Και όμως τα κοιμισμένα μάτια του Ρόμπερτ Μίτσαμ υπνώτισαν το κοινό του όχι μόνο μέσα από δεκάδες καλές και κακές ταινίες αλλά και από σκάνδαλα, όπως εκείνο με τα ναρκωτικά το 1948 όταν φυλακίστηκε για κατοχή μαριχουάνας.

Εχασε τον πατέρα του πολύ νωρίς και του στοίχισε. Το αποτέλεσμα ήταν να φύγει 16 μόλις χρόνων από το πατρικό του, στο Μπρίτζπορτ του Κονέκτικατ, αναζητώντας την τύχη του στη Νέα Υόρκη. Οπως τόσοι ηθοποιοί της γενιάς του, έκανε δεκάδες επαγγέλματα, ένα από τα οποία ήταν του μποξέρ (έτσι έσπασε τη μύτη του), προτού τελικά καταλήξει στο Χόλιγουντ όπου έμαθε την «κουζίνα» δουλεύοντας βοηθός σεναριογράφων, παραγωγών και σκηνοθετών. Το 1943 βγήκε στο σινεμά ως κομπάρσος σε ταινίες του γουέστερν ήρωα Χόπαλονγκ Κάσιντι, αλλά και σε μία του ντουέτου Χονδρός – Λιγνός.

Κυνικός ως το κόκαλο, ο Μίτσαμ δεν είχε κανένα πρόβλημα στο να δηλώσει αργότερα την ανία του όταν παρακολουθεί σινεμά και ιδιαιτέρως τις δικές του ταινίες, ενώ στις ιστορίες του για τη λειτουργία του συστήματος στο Χόλιγουντ ήταν ολοφάνερο ότι μέσα του το είχε από πολύ νωρίς απομυθοποιήσει.

Για παράδειγμα, αμέσως μετά την πρώτη ταινία του «Happy serves a writ» «προήχθη» από κομπάρσος σε ηθοποιό, διότι ο ηθοποιός τον οποίο τελικά αντικατέστησε σκοτώθηκε. Ως ηθοποιός πλέον έπρεπε απλώς να καβαλήσει το ίδιο άλογο. «Σταμάτησα να παίρνω στα σοβαρά το σινεμά πριν από πολλά χρόνια» είπε σε συνέντευξή του στα μέσα της δεκαετίας του ’80. «Επαιζα σε μια ταινία με την Γκριρ Γκάρσον και είδα ότι χρειαζόταν να γυρίσουν 125 φορές μια σκηνή όπου έλεγε ένα απλό «όχι»».

Ο Τζον Χιούστον πίστευε ότι «ο Μπομπ ανήκει στους σπουδαίους ηθοποιούς του κινηματογράφου» και ότι «θα μπορούσε επίσης να είναι ένας έξοχος σαιξπηρικός ερμηνευτής. Στην πραγματικότητα» είχε πει ο Χιούστον «νομίζω ότι θα έπαιζε έναν τέλειο βασιλιά Ληρ». Παρ’ όλα αυτά ο Μίτσαμ καθιερώθηκε ως «αντράκι» σε δεκάδες δευτεροκλασάτες ταινίες νουάρ και γουέστερν των δεκαετιών του ’40 και του ’50. Ο «Αμαρτωλός και δολοφόνος» του Τουρνέρ συνοψίζει τον τύπο του άντρα χάρη στον οποίο ο Μίτσαμ θα είναι πάντοτε αναγνωρίσιμος: ο ψύχραιμος και μοναχικός άντρας, ο οποίος ακόμη και όταν το προσπαθεί δεν μπορεί να γίνει μέλος της συμβατικής κοινωνίας.

Ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να χειρισθεί τόσο τους «θετικούς» όσο και τους «αρνητικούς» ήρωές του – ο κλασικότερος των οποίων είναι εκείνος του σαδιστικού ψευτοπάστορα στη «Νύχτα του κυνηγού» – παραμένει υποδειγματικός, ενώ το παράξενο είναι ότι το έκανε χωρίς προσπάθεια. Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ κατάφερε να υποτάξει τους κανόνες της υποκριτικής στον ίδιο του τον εαυτό, του οποίου η ακτινοβολία κάλυπτε της ανάγκες αυτής ακριβώς της υποκριτικής! Καμία τεχνική, καμία μέθοδος. Μόνο ο άνθρωπος και η παρουσία του.

 

Το Βήμα

26-8-2002

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s