Cine History


Η  ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΗ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  1910 – 1920

από τον Γιάννη Κιριμλίδη

Με αφορμή την προβολή της ταινίας «Ο επαναστάτης του Μεξικού¨από την  κινηματογραφική λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ3 .

Πρόλογος

Το Μεξικό (Μ) απέκτησε την ανεξαρτησία του από την Ισπανία το 1821, μετά από ένα δεκαετή εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.  

Τα επόμενα τριάντα χρόνια ήσαν χρόνια έντονης πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας, οικονομικής δυσπραγίας,εμφυλίων πολέμων, συρράξεων με Ισπανία, ΗΠΑ και Γαλλία, συγκρούσεων για τη μορφή διακυβέρνησης της χώρας, για τα προνόμια της καθολικής εκκλησίας και του στρατού. Αυτή η ρευστότητα αντικατοπτρίζεται στη σταδιοδρομία του συντηρητικού στρατιωτικού και πολιτικού Αντόνιο Λόπεζ ντε Σάντα Άννα, ο οποίος κατέλαβε ένδεκα φορές το προεδρικό αξίωμα της χώρας. Το 1855 τερματίζεται το ανελεύθερο καθεστώς του Σάντα Άννα και το 1858 πρόεδρος της χώρας αναδεικνύεται ο Μπενίτο Χουάρεζ.

Στα τέλη του 19ου  αιώνα οι φιλελεύθεροι αστοί του Μ ζητούσαν μία οικονομία της ελεύθερης αγοράς, ενώ οι συντηρητικοί προτιμούσαν μία χώρα όπως η Ισπανία, με μοναρχία, πανίσχυρη καθολική εκκλησία και φεουδαρχική οργάνωση. Οι φιλελεύθεροι συνασπίσθηκαν γύρω από τον πρόεδρο Μ. Χουάρεζ. Στον εμφύλιο που ακολούθησε αναδείχθηκε η στρατιωτική φυσιογνωμία του στρατηγού Πορφίριο Ντίαζ, που αντιμετώπισε με επιτυχία, τόσο την ανταρσία των συντηρητικών, όσο και την γαλλική επέμβαση που προκάλεσαν οι τελευταίοι, με σκοπό την επιβολή της βασιλείας του Μαξιμιλιανού. Μετά την τελευταία επανεκλογή του στην προεδρία το 1871, ο Μ. Χουάρεζ συνάντησε έντονη αντίδραση στα ριζοσπαστικά μέτρα, που θέλησε να εφαρμόσει, ακόμη και από τους πρώην συμμάχους τουφιλελεύθερους. Εκδηλώθηκε ανταρσία υπό την αρχηγία του πρώην συνεργάτη του Πορφίριο Ντίαζ, που κατεστάλει. Η δεύτερη απόπειρα του Ντίαζ ήταν επιτυχής. Κατέλαβε το προεδρικό αξίωμα το 1876 και, μέσω νόθων εκλογών, το διατήρησε μέχρι το 1910.

Ο κάποτε φιλελεύθερος Ντίαζ, είχε γίνει αντιδραστικός.Έκλεισε ειρήνη με την καθολική εκκλησία και την ηττημένη συντηρητική ελίτ. Το περιβάλλον του ήταν μια ομάδα χρηματιστών και επιχειρηματιών, που αυτοαποκαλούνταν loscientificos (οι επιστημονικοί), άνθρωποι που μεγέθυναν τα τσιφλίκια τους (haciendas) και προωθούσαν τις ξένες ληστρικές επενδύσεις. Στη διάρκεια του καθεστώτος Ντίαζ έγιναν επενδύσεις από κεφαλαιούχους των ΗΠΑ (Γκούγκενχάϊμ, Ροκφέλερ, Ράντολφ Χιρστ, Ρίγκλεϊ, ARASCO), της Αγγλίας (λόρδος Κόουντρέϊ) και της Γαλλίας, σε αγροκτήματα ζαχαροκάλαμου, ρητινόδενδρων και αγαύης (πρώτη ύλη για την τεκίλα και νήματος σάκκων), σε σιδηροδρόμους, σε ορυχεία και σε εξόρυξη πετρελαίου. Με όργανα καταπίεσης τον ομοσπονδιακό στρατό και την ένοπλη αγροτική αστυνομία (losrurales), ο Π. Ντίαζ προστάτευε τους μεγαλοκτηματίες και τους ξένους επενδυτές, ενώ οι αγρότες είχαν γίνει εργάτες στη γη τους και οι εργάτες σκλάβοι των επενδυτών. Οι ξένης ιδιοκτησίας σιδηρόδρομοι μετέφεραν τον πλούτο του Μ  στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, ενώ στην ενδοχώρα διακινούσαν τον ομοσπονδιακό στρατό και την αγροτική αστυνομία όπου υπήρχε ανάγκη καταστολής.                                                              Ενώ, λοιπόν, πλησίαζε η επέτειος της εκατονταετηρίδας από την έναρξη του Αγώνα της Ανξαρτησίας το 1810, ξέσπασε η Επανάσταση.

Η έναρξη της Επανάστασης

Ξεκίνησε σαν ένας αγώνας μεταξύ δύο αντιπάλων αντιλήψεων της άρχουσας καπιταλιστικής τάξης. Η περί τον δικτάτορα ολιγαρχία του παραδοσιακού πλούτου (porfiristas) από τη μία και απέναντι οι εκσυγχρονιστές αστοί, ιδιαίτερα ισχυροί στις βόρειες περιοχές [1].Ηγέτης των τελευταίων ο Φρανσίσκο Μαντέρο, γόνος πλουσιας οικογένειας γαιοκτημόνων και ιδιοκτητών ορυχείων.

Φρανσίσκο Μαντέρο

Φρανσίσκο Μαντέρο

Ο Μαντέρο προσέβλεπε σε μία αστική δημοκρατία, όπου τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων και βιομηχάνων θα συμβίωναν αρμονικά. Ταυτόχρονα περιέλαβε στο πρόγραμμά του και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, γεγονός που προσέλκυσε τις μάζες των ακτημόνων γεωργών στο πλευρό του.

Όταν ο Μαντέρο έλεγε «Δημοκρατία» οι αγρότες άκουγαν «Γη».   Αντιλαμβανόμενος ο Ντίαζ, ότι ούτε με την συνήθη νοθεία θα κέρδιζε τις εκλογές, διέταξε τη σύλληψη του Μαντέρο. Με τη βοήθεια της πλούσιας οικογένειάς του, ο Μαντέρο διέφυγε στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, απ΄ όπου σύντομα επανήλθε και με ένα μανιφέστο κάλεσε το λαό σε Επανάσταση στις 20 Νοεμβρίου του 1910. Αρκετοί ανυπόμονοι εξεγέρθηκαν από την 18η Νοεμβρίου, ανοίγοντας έναν δεκαετή κύκλο ασύλληπτης βίας και καταστρoστροφής. Με τον επαναστάτη πολιτικό συντάχθηκαν τα στρατεύματα του Φρανσίσκο «Πάντσο» Βίλα και του Πασκουάλ Ορόζκο στα βόρεια («Η Μεραρχία του Βορρά») και «Ο Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου» του Εμιλιάνο Ζαπάτα, που γρήγορα νίκησαν τα στρατεύματα του Ντίαζ, ο οποίος κατέφυγε αυτοεξόριστος στο Παρίσι.

Εμιλιάνο Ζαπάτα

Εμιλιάνο Ζαπάτα

 

Ο Φ. Μαντέρο μπήκε θριαμβευτής στην Πόλη του Μεξικού στις 7 Ιουνίου του 1911και εκλέχθηκε πρόεδρος του Μ τον Νοέμβριο του 1911. Πολύ σύντομα όμως, η αστική του δημοκρατία ήρθε σε σύγκρουση με την λαχτάρα των αγροτών για γη.Υπήρξε ασυνεπής στις υποσχέσεις του προς το λαό. Προτίμησε να καθησυχάσει τους ηττημένους πορφιρίστας, στελεχώνοντας την κυβέρνηση με οπαδούς του αυτοεξόριστου Ντίαζ. Ωστόσο, σε διάστημα μικρότερο του έτους, εκδηλώθηκαν δύο ανταρσίες στρατηγών, που ανήκαν στην παράταξη του Ντίαζ, οι οποίες κατεστάλησαν.  Η πυρκαγιά που άναψε η Επανάσταση δεν θα έσβηνε εύκολα. Δεκάδες χιλιάδες πολιτών, που επιζητούσαν «Γη και Ελευθερία», πύκνωναν τις γραμμές των επαναστατών κάτω από τις σημαίες των Βίλα και Ορόζκο στα βόρεια και του Εμιλιάνο Ζαπάτα στο νότο. Ταυτόχρονα, σχηματίσθηκαν επαναστατικές δυνάμεις από στρατηγούς των βορείων πολιτειών της Σονόρα και Κοαχίλα, τον Αλβάρο Ομπρεγόν, τον Πλουτάρκο Ελίας Κάλες και τον Βενουστιάνο Καράνζα, οι οποίοι – όπως και ο Μαντέρο – ήσαν πλούσιοι γαιοκτήμονες και ιδιοκτήτες ορυχείων και επιδίωκαν την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους στην υπό διαμόρφωση αστική τάξη της χώρας. Ο Μαντέρο κωλυσιεργούσε στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων με σκοπό την αδρανοποίηση της επαναστατικής ορμής. Ο Ζαπάτα απέσυρε την υποστήριξή του στην κυβέρνηση, διακηρύσσοντας το «Σχέδιο της Αγιάλα».Το Σχέδιο προέβλεπε δήμευση και διανομή στους ακτήμονες του ενός τρίτου των γαιών των φεουδαρχών , δήμευση όλης της γης των ξένων και των αντιστεκόμενων στην επανάσταση (όσοι haciendados αρνούνταν να παραδώσουν προς αναδιανομή το ένα τρίτο των γαιών τους, θα την έχαναν όλη), επιστροφή στους μικροϊδιοκτήτες όλων των κατασχεμένων λόγω χρεών περιουσιών τους και παροχή συντάξεων στις χήρες και τα ορφανά όλων των πεσόντων στην επανάσταση.

Από τον Νοέμβριο του 1911 τα στρατεύματα του Ζαπάτα στο νότο βρίσκονταν σε  πόλεμο με τον ομοσπονδιακό στρατό. Τα επαναστατικά στρατεύματα του βορρά, που τα αποτελούσαν εργάτες των ορυχείων, των σιδηροδρόμων και της γης, υπό την αρχηγία των Βίλα και Ορόζκο, συντάχθηκαν με αυτά του Ζαπάτα. Τα αιτήματα των επαναστατημένων εργατών του βορρά, που καθοδηγούνταν από συνδικάτα με ηγεσία αναρχικής ιδολογίας, απαιτούσαν συνδικαλιστικές ελευθερίες και νομοθεσία πρόνοιας, οι αγρότες του νότου διανομή της γης και όλοι μαζί δημόσια εκπαίδευση ελεύθερηαπό την πατρωνεία της καθολικής εκκλησίας καθώς και εθνικοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας και των πετρελαίων.

Η Δεύτερη Επανάσταση.

Επέμβαση των ΗΠΑ και Επανάσταση του Καράνζα

Η αδύναμη κυβέρνηση του Μαντέρο ανησύχησε εξίσου την εγχώρια μεγαλοαστική τάξη και τους ξένους επενδυτές. Ο πρέσβης των ΗΠΑ Χένρι Λέιν Ουίλσον συγκάλεσε συμβούλιο στην πρεσβεία του, στο οποίο συμμετείχαν πρέσβεις ευρωπαϊκών δυνάμεων και μεξικανοί στρατιωτικοί και πολιτικοί. Εκεί αποφασίσθηκε η ανατροπή του Μαντέρο. Ακολούθησε ένα δεκαήμερο μαχών στην Πόλη του Μ, κατά το οποίο οι αντεπαναστάτες συνέλαβαν και δολοφόνησαν τον Μαντέρο. Κατόπιν, μετά από συνεδρίαση στην πρεσβεία των ΗΠΑ, πρόεδρος της χώρας ανέλαβε ο στρατηγός Βικτοριάνο Χουέρτα. Καίτοι επικεφαλής αντεπανάστασης, τόσο αυτός όσο και οι υποστηρικτές του, αναγνώριζαν, ότι έπρεπε να προβούν σε κάποιες παραχωρήσεις προς τους επαναστάτες. Με τον τρόπο αυτό πήρε με το μέρος του τον στρατηγό Πασκουάλ Ορόζκο, ηγέτη των εργατών ορυχείων του βορρά και συμπολεμιστή του Πάντσο Βίλα στη «Μεραρχία του Βορρά» και στράφηκε, απερίσπαστος πλέον, με μανία κατά του Ζαπάτα στο νότο. Η δυναμική της αντεπανάστασης όμως, εκφυλίσθηκε γρήγορα μπροστά σε μία νέα Επαναστατική έκρηξη.  Ο Βενουστιάνο Καράνζα, γιός γαιοκτήμονα και υποστηρικτής του νεκρού Μαντέρο, πρόβαλε ως πολιτικός ηγέτης της εκσυγχρονιστικής αστικής τάξης του βορρά. Μετά την προσχώρηση του Ορόζκο στο στρατόπεδο του Χουέρτα, ο Πάντσο Βίλα ήταν ο ισχυρότερος στρατιωτικός ηγέτης της Επανάστασης στο βορρά, συνεπικουρούμενος από τις δυνάμεις του Αλβάρο Ομπρεγόν, πλουσίου γαιοκτήμονα, και του Πλουτάρκο Ελίας Κάλες, ενός πρώην μπάρμαν και δασκάλου. Στα νότια κυριαρχούσε ο «Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου» του Εμιλιάνο Ζαπάτα.Αυτοί οι επαναστάτες στρατηγοί και ο στρατός τους θα έκριναν την έκβαση της Επανάστασης.

Πάντσο Βίλα

Πάντσο Βίλα

Ο πρόσφατα εκλεγμένος αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, έκρινε, ότι ο Χουέρτα είχε συνταχθεί με τα συμφέροντα της Αγγλικής κυβέρνησης και της εταιρείας εξόρυξης πετρελαίου του λόρδου Κόουντρεϊ στην Ακτή του Κόλπου.Διέταξε, λοιπόν, τον αποκλεισμό των λιμανιών της Βέρακρουζ και του Ταμπίκο, με σκοπό να εμποδίσει την προσέγγιση ενός γερμανικού πλοίου, που μετέφερε όπλα για τον στρατό του Χουέρτα, ενώ συγχρόνως εφοδίαζε με όπλα τον Πάντσο Βίλα από τον βορρά. Έως τον Ιούλιο του 1914 ο Χουέρτα παραιτήθηκε και εγκατέληψε τη χώρα.

Η Επανάσταση Διχάζεται

Η νίκη επί του Χουέρτα οδήγησε σε διάσπαση των Επαναστατών σε δύο αντίπαλες παρατάξεις. Εκείνη των εκσυγχρονιστών αστών, των επονομαζόμενων και «Συνταγματικών» με πολιτικό ηγέτη τον Καράνζα και εκείνη των πληβείων των λεγόμενων και «Συνελευσιακών» με ηγέτες τους Βίλα και Ζαπάτα.

Οι Συνελευσιακοί πληβείοι διαχώρησαν τις τύχες τους από τους Συνταγματικούς αστούς, ανέδειξαν δικό τους πρόεδρο της χώρας τον Εουλάλιο Γκουτιέρεζ και ο Πάντσο Βίλα, ως αρχηγός του στρατού των Συνελευσιακών, κήρυξε πόλεμο εναντίον του Καράνζα και των Συνταγματικών.                                                                                              Στα μέσα του Δεκέμβρη του 1914, τα επαναστατικά στρατεύματα του Βίλα και του Ζαπάτα μπήκαν στη Πόλη του Μ, απέτυχαν όμως να εδραιώσουν την εξουσία τους. Αντίθετα, η εξουσία περιήλθε αμαχητί στους ηττημένους Συνταγματικούς, επειδή οι νικητές Συνελευσιακοί στερούνταν συνεκτικού και συγκροτημένου σχεδίου διακυβέρνησης. Το «Σχέδιο της Αγιάλα» του Ζαπάτα, περί δημεύσεως των τσιφλικιών περιοριζόταν αποκλειστικά στην πολιτεία του Μορέλος. Από την άλλη ο Πάντσο Βίλα σχολίασε την αδυναμία του ως πολιτικού ηγέτη, λέγοντας ότι «αυτό το ράντσο – δλδ. η Πόλη του Μ, ως σύμβολο εξουσίας – είναι πολύ μεγάλο για ΄μένα». Οι δύο νικητές στρατηγοί επέστρεψαν στις περιοχές τους ηττημένοι πολιτικά. Ο δρόμος προς την εξουσία για τους Συνταγματικούς  και τον Καράνζα ήταν ορθάνοιχτος.

Η απογοήτευση των επαναστατημένων λαϊκών τάξεων από την πολιτική αδυναμία της ηγεσίας τους, έφερε μία συντριπτική στρατιωτική ήττα των δυνάμεων του Πάντσο Βίλα από τον στρατηγό των Συνταγματικών Αλβάρο Ομπρεγόν τον Απρίλιο του 1915. Ωστόσο, παρά την κυριαρχία των Συνταγματικών στον στρατιωτικό τομέα, ο ανταρτοπόλεμος που υιοθέτησαν ως τακτική οι Συνελευσιακοί, θα διαρκούσε για άλλα πέντε χρόνια.                 Ο Γούντροου Ουίλσον απέσυρε την υποστήριξή του στον Πάντσο Βίλα και αναγνώρισε το καθεστώς του Καράνζα. Ενώ όμως, οι Συνταγματικοί ήσαν κυρίαρχοι στο στρατιωτικό τομέα, μειονεκτούσαν στον ιδεολογικό. Για να δώσουν ένα τέλος στον ένοπλο αγώνα, συγκάλεσαν συνέλευση μεταξύ των εμπολέμων μερών, αποφασισμένοι να κάνουν υποχωρήσεις, τις οποίες όμως θα «άφηναν στα χαρτιά». Οι εργασίες της συνέλευσης διήρκεσαν έξι μήνες, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ένα Σύνταγμα που περλάμβανε τα κύρια αιτήματα της Επανάστασης. Το άρθρο 3 προέβλεπε δημόσια σχολεία χωρίς την επίβλεψη της καθολικής εκκλησίας, το άρθρο 27 κατάργηση των τσιφλικιών (haciendas),  διανομής της γης στους αγρότες και εθνικοποίηση του ορυκτού πλούτου, το άρθρο 123 συνδικαλιστικά δικαιώματα, οκτάωρη εργασία και σύνταξη χηρείας και το άρθρο 130 απαγόρευση πολιτικής δράσης στην καθολική εκκλησία.

Τον ΜάΪο του 1917 ο Βενουστιάνο Καράνζα εκλέχθηκε πρόεδρος του Μ. Παρά την ρητή συνταγματική αναφορά των κυρίων αιτημάτων της Επανάστασης, ο ανταρτοπόλεμος συνεχίσθηκε με απώλειες για τους Συνελευσιακούς. Στις 10 Απριλίου του 1919 δολοφονήθηκε ο Εμιλιάνο Ζαπάτα, προσερχόμενος σε μία συνάντηση με κάποιον στρατηγό, που δήθεν προτίθετο να προσχωρήσει στην Επανάσταση.

Η Τρίτη Επανάσταση

Ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του Ζαπάτα, και αφού είχαν μετακινηθεί πολιτικά στα αριστερά του προέδρου Καράνζα, οι στρατηγοί Αλβάρο Ομπρεγόν και Πλουτάρκο Ελίας Κάλες, την 23η Απριλίου του 1920, εξέδωσαν επαναστατικό μανιφέστο, το «Σχέδιο της Άγκουα Πριέτα».Με εξουδετερωμένους τους Συνελευσιακούς πληβείους, οι Συνταγματικοί αστοί διχάστηκαν. ΟΙ μεγαλοαστοί περί τον Καράνζα και οι ριζοσπάστες μικρομεσαίοι αστοί περί τους Ομπρεγόν και Κάλες.

Ένα μήνα αργότερα, στις  21 Μαϊου 1920, οι στασιαστές συνέλαβαν και σκότωσαν τον Καράνζα. Ο στρατηγός Αλβάρο Ομπρεγόν ανέλαβε την εξουσία, ως πρόεδρος του Μ, από το 1920 και το 1924 την παραχώρησε στο συνεργάτη του Πλουτάρκο Ελίας Κάλες, που διετέλεσε πρόεδρος έως το 1928.

Μετά τη δολοφονία του Ζαπάτα η πληβειακή Επανάσταση υποστράφηκε. Ο Πάντσο Βίλα αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει και να καταθέσει τα όπλα το 1920. Σαν αντάλλγμα έλαβε ένα χρηματικό ποσό και μία hacienda, όπου αποσύρθηκε με τη σωματοφυλακή του. Τρία χρόνια αργότερα, στις 20 Ιουλίου του 1923, πράκτορες κυβερνητικοί του Ομπρεγόν και αμερικανοί τον δολοφόνησαν σε ενέδρα, καθώς επέστρεφε στο ράντσο του από την πόλη Παράλ.

[1] : Η επιβεβαίωση, ότι σπανιότατα μία επιτυχής Επανάσταση γίνεται από  εξαθλιωμένους, αλλά από Αστούς.

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s