ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟN “EΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΤΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ”


Η ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Η Άγρια Συμμορία

Η Άγρια Συμμορία

του Κώστα Τσιναρίδη

Το Μεξικό γνώρισε ιστορικά τρεις μεγάλες επαναστάσεις. Η πρώτη, εναντίον της ισπανικής αυτοκρατορίας, έληξε νικηφόρα το 1821 με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Μεξικού. Η δεύτερη το 1862 εναντίον της γαλλικής κατοχής,  που έληξε το 1867. Και η τρίτη το 1910, εναντίον της τριαντάχρονης δικτατορίας του Πορφίριο Ντίαζ. Παρά το εθνικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκαν εκείνες οι συγκρούσεις, το κοινό αγκάλιασε διεθνώς τις ταινίες που είχαν ως θέμα το επαναστατημένο Μεξικό. Οι συμβάσεις του γουέστερν και οι χτυπητές αντιθέσεις με τις γειτονικές ΗΠΑ έδωσαν έμπνευση σε πολλούς κινηματογραφιστές να εκφράσουν σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα σε διεθνές επίπεδο. Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθούμε στις ταινίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στο προηγούμενο κείμενο για το γουέστερν.

Ο μεξικάνικος κινηματογράφος ασχολήθηκε από νωρίς με το θέμα, μια και τον αφορούσε άμεσα. Ο κατάλογος των ταινιών και των ντοκιμαντέρ είναι αμέτρητος, αλλά για πρώτη φορά έφτασε σε υψηλά επίπεδα από τον Φερνάντο Φουέντες. Με την επαναστατική τριλογία του Κρατούμενος 13 (1933), Ο κουμπάρος Μεντόζα (1934), και Εμπρός με τον Πάντσο Βίλα! (1936), κατάφερε να απεικονίσει πιστά την εποχή και την ψυχοσύνθεση των ηρώων, ώστε να χαρακτηριστεί ο “Μεξικάνος Τζον Φορντ”.

Ο κουμπάρος Μεντόζα

Ο κουμπάρος Μεντόζα

Οι ΗΠΑ έδειξαν για πρώτη φορά το ενδιαφέρον τους το 1934 με το Βίβα Βίλα. Την ταινία ξεκίνησε να σκηνοθετεί ο Χάουαρντ Χοκς, αλλά απολύθηκε λόγω διαφωνιών με τους παραγωγούς. Τη σκηνοθεσία ολοκλήρωσε ο Τζακ Κόνγουεϊ. Παρά τα προβλήματα στα γυρίσματα, η ταινία αποδείχτηκε τεράστια επιτυχία, ενώ η ενσάρκωση του Πάντσο Βίλα από τον σπουδαίο Γουάλας Μπίρι αποτέλεσε το πρότυπο για όλες τις μελλοντικές απεικονίσεις του Μεξικάνου επαναστάτη.

Ο Γουίλιαμ Ντίτερλε, ειδικευμένος στις βιογραφίες, θα δώσει το 1939 το Χουάρεζ, πάνω στην επαναστατική δράση του Μπενίτο Χουάρεζ, ηγέτη της δεύτερης μεξικανικής επανάστασης. Στον ομώνυμο ρόλο ο Πολ Μιούνι.

Ύστερα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μεσολάβησε ένα μεγάλο κενό, λόγω της μετατόπισης του κινηματογραφικού ενδιαφέροντος στις πολεμικές ταινίες. Πρώτος ο Ελία Καζάν αποφάσισε να καταπιαστεί με το θέμα στο Βίβα Ζαπάτα (1952). Μέσα από τις ίντριγκες των επαναστατών ηγετών, ο Καζάν θέλησε να δείξει την προδοσία της επανάστασης από μέσα, κάτι που ερμηνεύθηκε ως μετατόπιση ευθυνών για την προσωπική του συνεργασία με τον μακαρθισμό και την κατάδοση πολλών συναδέλφων του. Ωστόσο, η ταινία είναι αρκετά πιστή ιστορικά και δεν αρνείται γενικά την ανάγκη της επανάστασης και της σοφής ηγεσίας.

Ο Ρόμπερτ Όλντριτς με το Βέρα Κρουζ (1954) θα αναθερμάνει το ενδιαφέρον του κοινού σε ένα νέο επίπεδο. Μέσα από την αντιπαράθεση του ιδεαλιστή Γκάρι Κούπερ με τον τυχοδιώκτη Μπαρτ Λάνκαστερ γίνεται μια συμβολική μετάθεση της ματιάς του κοινού, από την περιπέτεια στην πολιτική συνειδητοποίηση. Η ταινία ενέπνευσε πάρα πολλά σπαγκέτι-γουέστερν της επόμενης δεκαετίας, καθως και την εξωτική περιπέτεια Τυχοδιώκτες χωρίς πατρίδα (1970) του Πίτερ Κόλινσον, που διαδραματίζεται στη μικρασιατική εκστρατεία.

Ο Ρίτσαρντ Φλάισερ με το Μπαντίντο (1956) θα εκδηλώσει έναν προβληματισμό ανάλογο της προηγούμενης ταινίας, με σεναριακή πλοκή που θα επαναληφθεί πολλές φορές, κυρίως στα πολιτικά σπαγκέτι-γουέστερν του Σέρτζιο Κορμπούτσι.

Ο Τζον Φορντ κάνει ένα υπαινικτικό σχόλιο για τη δεύτερη μεξικάνικη επανάσταση στην Αιχμάλωτη της Ερήμου την ίδια χρονιά. Το παράσημο του Τζον Γουέιν δεν είναι από τον στρατό των Νοτίων, αλλά από τον γαλλικό στρατό κατοχής στο Μεξικό. Παράδοξη διάκριση για έναν άνθρωπο που μετά τον αμερικάνικο εμφύλιο δε δείχνει πρόθυμος να δεχτεί την νίκη των Βορείων. Δυο φορές ηττημένος, αλλά τη δεύτερη φορά από έναν λαό που απόδιωξε τους εισβολείς, σε αντίθεση με τους Νότιους. Ο εκτός οθόνης συντηρητικός Τζον Γουέιν θα έδινε λίγα χρόνια αργότερα το επικό Άλαμο (1960), από τις λίγες ταινίες με αντιμεξικάνικο πνεύμα.

Ο Σαμ Πέκινπα, στο μεταίχμιο αμερικανικού και ευρωπαϊκού γουέστερν, θα γύριζε το 1965 την Ταξιαρχία των Εκδικητών, μια ταινία πολύ πιο περίπλοκη από την Άγρια Συμμορία, λίγα χρόνια αργότερα. Το μεικτό στράτευμα Βορείων και Νοτίων, που κυνηγάει Ινδιάνους στο κατεχόμενο από τους Γάλλους Μεξικό, βρίσκει τον αληθινό του εαυτό μέσα από την στήριξη του στον αγώνα των καταπιεσμένων χωρικών. Η πιο παραγνωρισμένη δημιουργία του Πέκινπα, και ίσως η καλύτερη, που ενσωματώνει όλα τα σεναριακά μοτίβα των προηγούμενων ταινιών που αναφέρθηκαν.

Βίβα Μέξικο

Βίβα Μέξικο

Φυσικά, το μεγάλο άνοιγμα σε μια νέα κατηγορία ταινιών με θέμα το επαναστατημένο Μεξικό θα γινόταν με το Βίβα Μέξικο (1966) του Νταμιάνο Νταμιάνι. Ύστερα από αυτή την ταινία, που άσκησε καταλυτική επίδραση στη θεματολογία των ευρωπαϊκών γουέστερν, η μεξικάνικη επανάσταση θα αποτελούσε ένα σταθερό σημείο αναφοράς για όσους καλλιτέχνες ήθελαν να συνδυάσουν την ψυχαγωγία με τον πολιτικό προβληματισμό.

Ο Σέρτζιο Κορμπούτσι θα έμπαινε σε μια νέα φάση με τον Επαναστάτη του Μεξικού (1968), μια τεράστια επιτυχία, που του άνοιξε το δρόμο για το περισσότερο πολιτικοποιημένο και αισθητικά ανώτερο Κομπανιέρος (1970). Το 1971 ξεκίνησε το γύρισμα του Γίγαντες στην Παρανομία, αλλά αποχώρησε από την παραγωγή λόγω διαφωνιών με τον πρωταγωνιστή Φράνκο Νέρο. Την ταινία ολοκλήρωσε ο Ντούτσιο Τεσάρι με ματιά ανάλογη του Κορμπούτσι.

Ο Κορμπούτσι θα ασχοληθεί για τελευταία φορά με το θέμα με το Τι γυρεύω μες στο έξαλλο πλήθος (1972), ίσως την πιο ενδιαφέρουσα ταινία της τριλογίας του. Ο Βιτόριο Γκάσμαν υποδύεται έναν μέτριο ηθοποιό που αναγκάζεται να υποδυθεί τον επαναστάτη Εμιλιάνο Ζαπάτα. Η ερμηνεία του, όμως, είναι παθιασμένη και φτάνει να προκαλέσει αληθινή εξέγερση. Προφανώς, η έμπνευση της ταινίας προέρχεται από τον παλιότερο Στρατηγό Ντελλα Ρόβερε (1959) του Ρομπέρτο Ροσελίνι.

Αλλά και άλλοι Ιταλοί σκηνοθέτες του σπαγκέτι-γουέστερν ασχολήθηκαν με τη μεξικάνικη επανάσταση, έστω και περιστασιακά. Ο Σέρτζιο Σολίμα έδωσε το 1968 το Προχώρα, Κάθαρμα, Προχώρα με τον Τόμας Μίλιαν, ένα “prequel” του Ένας Εναντίον Δέκα (1967), ενώ την επόμενη χρονιά ο Τζούλιο Πετρόνι θα δώσει το Βίβα Τεπέπα με τον ίδιο πρωταγωνιστή. Το Βίβα Τεπέπα εμπνέεται από το Βίβα Ζαπάτα του Καζάν, αλλά διατυπώνει με μεγαλύτερη δύναμη τα νοήματά του, ενώ αναλύει το ζήτημα του κράτους με μαρξιστική ωριμότητα που σπάνια συναντάμε σε πολιτικό σπαγκέτι-γουέστερν.

Ο Σέρτζιο Λεόνε θα δώσει το 1971 το τελευταίο του σπαγκέτι-γουέστερν, το Κάτω τα Κεφάλια (1971). Ο Λεόνε στέκεται κριτικά απέναντι στην ελαφρότητα των κινηματογραφικών προσεγγίσεων της επανάστασης, ενώ περνάει και σε άμεσο πολιτικό σχόλιο σχετικά με τη φαιδρή ετοιμότητα των εξτρεμιστικών ομάδων τύπου Ερυθρών Ταξιαρχιών και ΕΤΑ. Μέσα από μια τέτοια στρεβλή “επαναστατική” εμπειρία, ο αγράμματος χωριάτης καταλήγει να απογοητευτεί και για άλλη μια φορά να βάλει “κάτω το κεφάλι”. Η ταινία δέχθηκε άδικη κριτική για “αντεπαναστατικότητα”, ενώ η προβολή της απαγορεύτηκε στο Μεξικό, επειδή θεωρήθηκε προσβλητική για τον μεξικανικό λαό.

Φυσικά, η μεξικάνικη επανάσταση εμφανίστηκε και στον αμερικάνικο κινηματογράφο. Η Άγρια Συμμορία (1969) παραμένει το καλύτερο παράδειγμα, ενώ γυρίστηκαν και πολλές άλλες ταινίες, όπως οι περιπέτειες Ο στρατός των Πέντε (1970) του Ντον Τέιλορ και Η οργή του Θεού (1972) του Ραλφ Νέλσον, καθώς και το αντεπαναστατικό και ρατσιστικό Κόρντομπα (1970) του Πολ Γουέντκος, αντιστροφή των νοημάτων των Επαγγελματιών (1966), αλλά και μετάνοια για το προηγούμενο γουέστερν του Οι 7 Υπέροχοι Επιτίθενται (1969).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν Οι Αήττητοι (1969) με τους Τζον Γουέιν και Ροκ Χάτσον, με τον πρώτο να ολοκληρώνει τη σκηνοθεσία ύστερα από αρρώστια του Άντριου ΜακΛάγκλεν. Ο πρώτος, αρχηγός Βορείων γελαδάρηδων, έρχεται σε επαφή με τον δεύτερο, αμετανόητο Νότιο συνταγματάρχη. Νικητές και ηττημένοι αναγκάζονται να καταφύγουν στο Μεξικό για να γλυτώσουν από τους τοκογλύφους, ενώ η κοινή τους επαφή με τους αντάρτες του Χουάρεζ, που πολεμούν ενάντια στους Γάλλους, τους οδηγεί στο ξεπέρασμα των παλιών διαχωριστικών γραμμών. Αποφασίζουν να επιστρέψουν μαζί στις ΗΠΑ, με τον Χάτσον να παραδέχεται ότι είναι αποτυχημένος και να αποφασίζει να… πολιτευτεί! Αιχμηρά κοινωνικά σχόλια σε μια ταινία που υπογράφεται από έναν, κατά τα άλλα, συντηρητικό καλλιτέχνη.

Από τη λίστα δε θα μπορούσε, βέβαια, να λείπει το θρυλικό Οι γύπες πετούν χαμηλά (1970) του Ντον Ζίγκελ, απολαυστικό “καθαρό” γουέστερν με τους Κλιντ Ίστγουντ και Σίρλεϊ ΜακΛέιν.

Από το Μεξικό έρχεται, τέλος, το πολύ ενδιαφέρον Ακατάβλητο Μεξικό (1973) του Πολ Λέντας, με θέμα το οδοιπορικό στο Μεξικό του Τζον Ριντ, αυτόπτη μάρτυρα και της Οκτωβριανής Επανάστασης και ιδρυτή του ΚΚ των ΗΠΑ. Σαφής σχολιασμός αλλά και προτροπή για την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να εξελιχθούν τα επαναστατικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής.

Το πολιτικό σπαγκέτι-γουέστερν οδηγήθηκε σταδιακά στην παρωδία, ξεκινώντας από το Ένα τρένο για το Ντουράνγκο (1968) του Μάριο Καγιάνο, κωμική αντιγραφή του Βίβα Μέξικο, και φτάνοντας μέχρι τα Κινγκ ο τρομερός (1971) και Η μεγάλη ληστεία του Πάντσο Βίλα (1972), δύο αλλοπρόσαλλες ταινίες του Τζιν Μάρτιν, με πρωταγωνιστές τους Λι Βαν Κλιφ και Τέλι Σαβάλας αντίστοιχα.

Τελευταία απόπειρα να παρουσιαστεί στον κινηματογράφο η μεξικάνικη επανάσταση ήταν ο Γερο-Γκρίνγκο (1989) του Λουίς Πουέντσο, μια μεγάλη εισπρακτική και καλλιτεχνική αποτυχία με τους Γκρέγκορι Πεκ και Τζέιν Φόντα. Οι συμβάσεις του γουέστερν και της μεξικάνικης επανάστασης δεν είναι πλέον αρκετές για να απεικονίσουν τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Απαιτείται άμεσος και όχι παραβολικός πολιτικός λόγος. Λείπει όμως το πολιτικό και προσωπικό θάρρος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s