ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3


υποπτοι 1«ΔΕΚΑ ΥΠΟΠΤΟΙ»  του Μπαζίλ Ντίρντεν

από τον Γιάννη Ν. Γκακίδη

Δύο μικρά παιδιά, παρέα με την μητέρα τους, παίζοντας  στις παρυφές του δάσους, αντικρίζουν το αιμόφυρτο πτώμα μιας νεαρής κοπέλας. Πρόκειται για την 21άχρονη Ζάφαϊρ, φοιτήτρια της Μουσικής Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου, η οποία μάλιστα επρόκειτο να παντρευτεί με τον αγαπημένο της Ντέιβιντ Χάρις. Η αναζήτηση του δολοφόνου είναι το εγνωσμένο  αφηγηματικό ταξίδι. Πλην όμως η ανεύρεση του δολοφόνου, που οπωσδήποτε είναι ένα μυστήριο προς διαλεύκανση και η συγκρότηση ενός παζλ, δεν είναι αυτοσκοπός ή τέλος πάντων ο κύριος σκοπός. Η Ζαφάιρ ήταν μιγάδα, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει κανείς εύκολα πάνω της, χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής, όπως το χρώμα για παράδειγμα. Το βασικό μοτίβο της ταινίας είναι ο ρατσισμός, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, κυριαρχούσε στη δεκαετία του 1950 στην Μ. Βρετανία, όχι μόνον βέβαια, αλλά αυτήν έχει ως όχημα ο Μπαζίλ Ντίρντεν. Βέβαια η αφηγηματική διαδρομή έχει τα απαραίτητα τερτίπια των ανατροπών, στέλνοντας τον θεατή προς την μια ή την άλλη πλευρά αναζήτησης του δράστη, ή ακόμη και εμπλεκόμενων προσώπων, αλλά η ουσία βρίσκεται στο κοινωνικό και κατ’ επέκταση πολιτικό σχόλιο. Ο αδελφός της Ζαφάιρ, μια καθαρόαιμη «νέγρικη» παρουσία, γιατρός στο επάγγελμα, όπως και ο πατέρας τους, μειλίχια και ειρωνικά σχολιάζει. « Όταν ήμουν παιδί, με έπιασε  ένα άλλο παιδί και ανοίγοντας την παλάμη του είπε: κοίτα δε βγάζει τίποτα.  Ωστόσο κάτι βγήκε πάνω μου στο δικό μου χέρι». Για τα σημερινά δεδομένα, η ρατσιστική συμπεριφορά της εποχής μοιάζει ίσως λίγο υπερβολική. Ωστόσο εξακολουθεί να υφίσταται σε άλλες εκδοχές και με άλλη ένταση. Μπορεί να μην είναι απαραίτητα πάντα η μαύρη φυλή στο επίκεντρο της διάκρισης, είναι οι «σπανιόλοι» (μετανάστες από την Λ. Αμερική στις ΗΠΑ), ή Αλβανοί στην Ελλάδα, ή οτιδήποτε άλλο στην «πολιτισμένη»  Ευρώπη. Το προσφυγικό πρόβλημα μας λέει πολλά και όχι μόνον για τα αυτονόητα παιχνίδια της εξουσίας. Εξάλλου η ταινία δεν στέκεται μόνον στον φυλετικό ρατσισμό, αλλά εντοπίζει και τον κοινωνικό ή σε κάθε περίπτωση το φαινόμενο της διάκρισης. Κι αν δεχτούμε πως ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αποδεχτεί τον μη «όμοιό» του, σήμερα με δεδομένη την εγκύκλια παιδεία των περισσοτέρων, θα έπρεπε να είχε εξαλειφθεί. Ή τουλάχιστον να έχει περιορίσει την καχυποψία και την προκατάληψη. Γιατί στην ιστορία του Ντίρντεν, γίνεται λόγος για τις όποιες προκαταλήψεις, κυρίως βέβαια ρατσιστικές. Ακροθιγώς γίνεται αναφορά η ρατσιστική αντίληψη και από την πλευρά των μαύρων. Έστω κα ως κατανοητή αντίδραση, από μέρους τους. Ρατσισμός και διάκριση υφίστανται και στο πεδίο της κοινωνικής συμπεριφοράς που, σχετίζεται με τις εκάστοτε ηθικές νόρμες της εποχής. Δε διαλανθάνει της προσοχής του Ντίρντεν οι προκαταλήψεις και η νοοτροπία των διακρίσεων που, συχνά πυκνά κρύβεται πίσω από τις πόρτες των καθωσπρέπει σπιτιών των μικροαστών. Στο επίκεντρο της ιστορίας της ταινίας βρίσκεται μια μικροαστική οικογένεια, συντηρητική όσο τίποτε άλλο και συνάμα μια βραδυφλεγής ρατσιστική βόμβα. Στην ταινία κάνει τη βόλτα του και ο λανθάνων ρατσισμός, ο κεκαλυμμένος.  Εκείνο που θα ήθελα να αναφέρω ως προσωπική παρατήρηση, είναι πως ο ρατσισμός επεκτάθηκε κυρίως μετά την δημιουργία των κρατών-εθνών. Βέβαια η ανεκτικότητα μιας κοινωνίας προϋποθέτει υψηλό πολιτισμικό επίπεδο. Για παράδειγμα στην αρχαία ελληνική γραμματεία, Ιλιάδα, Τραγωδίες δεν υπάρχει εθνικιστική οπτική. Για παράδειγμα στους «Πέρσες» του Αισχύλου πραγματεύεται η οπτική του χαμένου αντιπάλου με συμπόνια. Η οργή ως απόρροια εχθρότητας απέναντι στον αντίπαλο και το όποιο «πατριωτικό μένος» απουσιάζουν. Εκείνο που μένει από την ταινία του Μπαζίλ Ντίρντεν είναι τα παραδείγματα ανυποψίαστου ρατσισμού και διάκρισης. Η συγκέντρωση των κομματιών του παζλ της δολοφονίας της Ζαφάιρ, από τους δύο αστυνομικούς είναι ταυτόχρονα και συγκέντρωση στοιχείων του λανθάνοντος, του κεκαλυμμένου, ή του έχοντος την αποδοχή δια της συνωμοτικής σιωπής. Στην ερμηνευτική συνδρομή οι: Νάιγκελ Πάτρικ, Μίχαελ Κρεγκ, Υβόν Μίτσελ, Μολ Μέισι, Μπέρναρντ Μάιλς, Όλγκα Λίντο, και ο Ερλ Κάμερον.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s