ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ “ΗΜΑΣΤΑΝ ΤΟΣΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ”


Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Ήμασταν τόσο αγαπημένοιΤου Κώστα Τσιναρίδη

Είναι ένα ζήτημα που απασχολεί όλους μας, μαζί και  τους κινηματογραφιστές. Αν, δηλαδή, οι κοινωνικές και προσωπικές αξίες προχωρούν προς τα μπρος ή οδηγούν στην αλλοτρίωση των σχέσεων που οδηγούν τον άνθρωπο στην αποξένωση από κάθε αξία.

Ωποσδήποτε, το φουτουριστικό φιλμ έχει την τιμητική του σε αυτόν τον προβληματισμό, μια και απεικόνισε την τεχνολογική πρόοδο στην ακραία της εξέλιξη και στα αρνητικά της αποτελέσματα. Στο Φαρενάιτ 451 (1964) του Φρανσουά Τρυφό, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπουρι, η κοινωνία έχει προοδεύσει τόσο ώστε να ξεχάσει τον γραπτό λόγο. Φτάνει, μάλιστα, μέχρι και στην απαγόρευσή του. Μόνο η εικόνα χωρίς λόγια κυριαρχεί στα βιβλία. Στον Άνθρωπο που αντίκρυσε την Κόλαση (1971) του Μπορίς Σαγκάλ, η ανθρωπότητα δεν έχει κατορθώσει να γλυτώσει την πυρηνική καταστροφή που τόσο φοβόταν. Οι άνθρωποι που επιβίωσαν δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε έναν πολιτισμό που στερείται τις ανέσεις της προηγούμενης ζωής. Αμφισβητείται, μάλιστα, και η αναγκαιότητα επιβίωσης του ανθρώπινου είδους, αν είναι να ξαναγυρίσει στην κατάσταση πριν την καταστροφή. Ο Τζον Κάρπεντερ, γνωστός για τον προβληματισμό του πάνω σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητας θα δώσει το πολύ ενδιαφέρον Απόδραση από τη Νέα Υόρκη (1981) και τη συνέχειά του Απόδραση από το Λος Άντζελες (1996). Και στις δύο ταινίες σκιαγραφείται μια πολύ σκοτεινή Αμερική που, κατά τον ίδιο, δεν απέχει και πολύ χρονικά. Και στο σχετικά πρόσφατο Demolition man (1993) του Μάρκο Μπραμπίγια, όλοι οι παραπάνω προβληματισμοί ενσωματώνονται με χιουμοριστικό τρόπο και ταυτόχρονα ανατρέπονται, μια και ο κόσμος του μέλλοντος δεν έχεο προκύψει από κάποια ασυνέχεια του παλιού τρόπου ζωής, αλλά αποτελεί λογική εξέλιξή της.

Πολλές ταινίες έχουν ασχοληθεί με τη συναισθηματική αλλά και κάθε είδους άλλη αποξένωση που προκαλείται λόγω της τεχνολογικής προόδου. Στην Κόκκινη Έρημο (1964) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, η σύζυγος ενός διευθυντή εργοστασίου δείχνει να αδυνατεί να επικοινωνήσει μαζί του. Το μουντό βιομηχανικό τοπίο δείχνει να επιδρά αρνητικά στη σχέση τους. Ούτε η ερωτική της περιπέτεια με έναν βιομηχανικό εργάτη δεν τη βοηθά να βρει τον προσανατολισμό της, μια και αναπτύσσεται πάνω στις ίδιες συμβάσεις. Στο Safe (1995) του Τοντ Χέινς, μια νοικοκυρά ζει αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένειά της, χρησιμοποιώντας όλα τα σύγχρονά τεχνολογικά επιτεύγματα του νοικοκυριού. Όταν αποφασίζει να πάει μια εκδρομή στη θάλασσα, συνειδητοποιεί ότι έχει αναπτύξει πλήθος αλλεργιών προς τα στοιχεία της φύσης. Ωστόσο, δεν πρόκειται για γενετική ανωμαλία, αλλά για αδυναμία του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με τη φύση λόγω των στρεβλώσεων της ζωής στην πόλη.

Αλλά και το θέμα μιας ζωής παράλληλης με την προοδευμένη αστική καθημερινότητα εμφανίζεται σε πολλές ταινίες. Ο Τζον Μπούρμαν το εξέτασε δύο φορές, στο Όταν ξέσπασε η βία (1973) και στο Σμαραγδένιο Δάσος (1985). Στην πρώτη ταινία, μια παρέα μεσοαστών ανακαλύπτει κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην αμερικανική ύπαιθρο μια άλλη Αμερική, αγνοημένη αλλά απειλητική. Στη δεύτερη, ο γιός ενός μηχανικού χάνεται στις ζούγκλες του Αμαζονίου και ο πατέρας του τον αναζητά για πολύ καιρό. Όταν τον ξαναβρίσκει, διαπιστώνει ότι έχει αναπτύξει έναν τρόπο ζωής μακριά από την αστική καθημερινότητα και πλέον συγκρούεται μαζί του.

Αν από τις παραπάνω ταινίες λείπει το κοινωνικό σχόλιο για τις συνθήκες που γεννούν τον πολιτισμό των σκουπιδιών και υπερτερεί απλώς η περιγραφή του, δε μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τον Εξολοθρευτή Άγγελο (1962) του Λιουίς Μπουνιουέλ. Εδώ ο φορέας του σάπιου πολιτισμού είναι οι μεγαλοαστοί, που ο παρασιτισμός τους τούς έχει οδηγήσει να μη μπορούν να διεκπεραιώσουν μέχρι και μικροδουλειές της καθημερινότητας χωρίς τους υπηρέτες. Στο Μεγάλο Φαγοπότι (1973) του Μάρκο Φερέρι, που ενόχλησε κοινό και κριτικούς, μια ανάλογη παρέα στρέφεται σε λουκούλεια γεύματα και σεξουαλικά όργια, περισσότερο ως αντίδοτο της βαρεμάρας τους. Άμεση αναφορά στο σινεμά του Μπουνιουέλ και του Φερέρι είναι οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας (1978) του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Μια ανάλογη περίπτωση είναι και το Σπιρτόκουτο (2002) του Γιάννη Οικονομίδη, με μια μικροαστική οικογένεια να οδηγείται στα όρια του νευρικού κλονισμού, και μάλιστα όχι στην περίοδο της κρίσης, αλλά της ευμάρειας και του “μακάριου ύπνου”.

Η τελευταία ταινία ίσως να είναι και η πιο αντιπροσωπευτική πάνω στο θέμα της αλλοτρίωσης. Το κυνήγι μιας επίπλαστης οικονομικής ευμάρειας απορρόφησε την προσοχή των ανθρώπων και κάθε είδους προβληματισμό για τις μεταξύ τους σχέσεις. Τώρα που η οικονομική κρίση σάρωσε την υλική ευμάρεια, το ηθικό αδιέξοδο όλου του σύγχρονου πολιτισμού φάνηκε πιο καθαρά. Και είναι, από παλιά δυστυχώς, μεγαλύτερο από το οικονομικό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s