Η Γαλλία του Pourquoi


(Pour qui et pourquoi ?)

Μπαλζάκ

Μπαλζάκ

του Γιάννη Κιριμλιδη, μέλους της κινηματογραφικής λέσχης των εργαζομένων της ΕΡΤ3                                                                                         με αφορμή την ταινία Stavisky          

Στην περίοδο της Παλινόρθωσης (2 Απριλίου 1814-27/29 Ιουλίου 1830) και της «Μοναρχίας του Ιουλίου» (30 Ιουλίου 1830-24 Φεβρουαρίου 1848), η γαλλική αστική τάξη συντονίζει τη δράση της με τα κατάλοιπα της αριστοκρατίας και υιοθετεί πολλές από τις αντιδραστικές τους αντιλήψεις.

Η εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων συμβαδίζει παράλληλα με το υιοθετηθέν δόγμα της οικονομίας-έθνους («économie-nation»), δλδ. επιβάλλεται ως ύψιστη εθνική ανάγκη η οικονομική ασυδοσία για τον μικρό και μεγάλο καπιταλιστή στο εσωτερικό και η προστασία του μικρού και μεγάλου καπιταλιστή από το γαλλικό δημόσιο στη διεθνή αγορά. Ήδη, από το 1820, νόμος  υποχρέωνε το κράτος, να μην υποκαθιστά τους επιχειρηματίες αλλά η κατασκευαστική δραστηριότητα να ανατίθεται σε ιδιωτικές εταιρείες με τη εκχώρηση δημόσιων πόρων για να ανταποκριθούν στο κόστος.

Αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της εποχής αναδεικνύεται ο cumulard (=πολυθεσίτης, θυσαυριστής, συσσωρευτής κεφαλαίου). Διαθέτει πολιτική και κοινωνική επιρροή, τόσο ως  κρατικοδίαιτος εργολάβος όσο και ως εργοδότης με απεριόριστη εκμετάλλευση των εγαζομένων. Ο cumulard, ως συσσωρευτής κεφαλαίου και πολυθεσίτης, δραστηριοποιείται σε μικρή και μεγάλη κλίμακα. Αναδεικνύεται σε παράγοντα ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία των μηχανισμών του κράτους και την ισχυροποίηση των ιδεολογικών λειτουργιών της «οικονομίας του έθνους», του «νόμου και της τάξης» απέναντι στους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τις επικίνδυνες καταπιεζόμενες τάξεις.

Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ δημοσιεύει, ήδη από το 1821, ένα καυστικό άρθρο εναντίον των cumulards μεγάλης κλίμακας με τον εύγλωττο τίτλο «Almanach des cumulards». Σε αυτό καταγράφει με αλφαβητική σειρά επιφανείς παράγοντες με αυτή την ιδιότητα, προσδιορίζοντάς τους με σαρκασμό ως «άντρες, που κυριευμένοι από τον έρωτα του δημοσίου οφέλους, αναλαμβάνουν και εκτελούν όλες τις εργασίες». Οι χρυσοπληρωμένες κρατικές τους θέσεις στηρίζονται σε μια ιδιοκτησιακή αντίληψη του δημόσιου χρήματος. Η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητά τους στηρίζεται στην χωρίς όρια εκμετάλλευση  των εργαζομένων. Αρκετά χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1830, ο Μπαλζάκ καταπιάνεται με τους cumulards μικρής κλίμακας, τους «νοικοκυραίους» της εποχής του, σε χρονογράφημα με τίτλο «Le Petit Mercier» («Ο μικρέμπορος») [1], δημοσιευμένο στο έντυπο «La caricature». Σε επεξεργασμένη μορφή, θα το εντάξει στη νουβέλα «Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια» («La Fille aux yeux d’or», 1834/1835)

Οι συνέπειες  του  «Σκανδάλου  Stavisky»

Μετά την Ιταλία το 1922 και τη Γερμανία το 1933, μήπως ήταν η σειρά της Γαλλίας; Τα πράγματα είχαν όντως φτάσει σε οριακό σημείο στις 6 Φεβρουαρίου 1934. Χιλιάδες μέλη και οπαδοί ακροδεξιών οργανώσεων είχαν διαδηλώσει δυναμικά στους δρόμους του Παρισιού, με κραυγές «κάτω οι κλέφτες» – είχε προηγηθεί ήδη το οικονομικό σκάνδαλο Σταβίσκι. Προσπάθησαν να επιτεθούν στο κοινοβούλιο,  με απώτερο στόχο την κατάλυση της «διεφθαρμένης» και «παρακμιακής» 3ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Τα χειρότερα αποφεύχθηκαν την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή. Ο απολογισμός ήταν 17 νεκροί και 2.000 περίπου τραυματίες.

Αμέσως, εργατικό κίνημα και Αριστερά αντέδρασαν. Η άνοδος στην εξουσία του Χίτλερ στη Γερμανία είχε ήδη προειδοποιήσει για τον κίνδυνο. Μια τεράστια γενική απεργία ήταν η απάντηση στις 12 Φεβρουαρίου. Ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι διαδήλωσαν μόνο στο Παρίσι.

Το Σοσιαλιστικό και το Κομουνιστικό Κόμμα είχαν καλέσει χωριστές διαδηλώσεις στο Παρίσι.  Όμως, η βάση των δυο κομμάτων δεν υπάκουσε στα χωριστικά καλέσματα. Οι δυο πορείες ενώθηκαν με συνθήματα για την Ενότητα. Τον Ιούνιο τα δυο κόμματα αποφάσισαν να συνεργαστούν ενάντια στη φασιστική απειλή. Αυτή η προοπτική ενωμένης δράσης έδωσε ελπίδες και αυτοπεποίθηση στους εργαζόμενους, μετά από χρόνια υποχωρήσεων. Η διετία 1934-35 σημαδεύτηκε από ένα ογκούμενο κύμα απεργιών.

Λαϊκό Μέτωπο

Λαϊκό Μέτωπο

Την ίδια εποχή, το Κομουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (ΚΚΓ) έκανε μια θεαματική στροφή προς την υιοθέτηση των «Λαϊκών Μετώπων» (με την παραίνεση της 3ης Διεθνούς). Από το 1935 διακήρυττε, ότι ο μοναδικός «ρεαλιστικός» στόχος για το κίνημα ήταν η υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας από το φασισμό. Για το σκοπό αυτό, στη συμμαχία των αριστερών κομμάτων προσχώρησαν και οι Ριζοσπάστες (κόμμα των «δημοκρατικών» αστών).

Μορίς Τορέζ

Μορίς Τορέζ

Η συμμαχία έγινε πραγματικότητα, ονομάστηκε «Λαϊκό Μέτωπο»  και στις 14 Ιουλίου, επέτειο της άλωσης της Βαστίλης, έγινε η πρώτη κοινή συγκέντρωση στο Παρίσι, με 500.000 κόσμο. Επικεφαλής τέθηκαν οι ηγέτες των τριών κομμάτων: ο Τορέζ (ΚΚΓ), ο Μπλουμ (ΣΚ) και ο Νταλαντιέ (Ριζοσπάστες).

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Στο δεύτερο γύρο των βουλευτικών εκλογών, στις 3 Μαίου του 1936, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και μετά από αγώνες μιας διετίας, το «Λαϊκό Μέτωπο» σάρωσε  σε ψήφους. Εξέλεξε 376 βουλευτές και ο Λεόν Μπλουμ σχημάτισε κυβέρνηση.

Νταλαντιέ

Νταλαντιέ

Ένα νέο απεργιακό κύμα υποδέχθηκε την άνοδο και τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Παρότι πήρε τις εκλογές με ένα μετριοπαθές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, οι εργάτες το θεωρούσαν κυβέρνησή «τους» και ξεκίνησαν τις διεκδικήσεις τους, πριν ακόμα ορκιστεί η νέα κυβέρνηση στις 4 Ιουνίου. Από το Μάϊο, ήδη, είχαν αρχίσει διαδηλώσεις, απεργίες και καταλήψεις.

Σύμφωνα με τις στατιστικές, μόνο τον Ιούνιο του 1936 ξέσπασαν 12.142 απεργίες με 1.830.938 απεργούς. Το σημαντικότερο – και πρωτοφανές – ήταν το κύμα των καταλήψεων εργοστασίων. Μέσα στον Ιούνη καταλήφθηκαν 8.941 εργοστάσια. Δηλαδή, τα 2/3 των απεργιών κατέληγαν σε κατάληψη.

Όπως περιγράφει ο Τρότσκι: «Οι απεργίες απλώθηκαν σε όλους τους κλάδους, από το τεράστιο εργοστάσιο της Ρενό στη Μπιγιανκούρ με τους 32.000 εργάτες μέχρι τα μικρά εργαστήρια… από τα συνδικαλισμένα σε σχετικά υψηλό ποσοστό ανθρακωρυχεία και λιμάνια μέχρι τους πλήρως ασυνδικάλιστους υπαλλήλους των μεγάλων εμπορικών καταστημάτων».

Όταν ο Μπλουμ ανέλαβε τα καθήκοντά του, από κοινού με τις ηγεσίες των αριστερών κομμάτων της συμμαχίας έκαναν εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση και υποσχέσεις ότι «η κυβέρνηση θα εξετάσει τα ζητήματα». Όμως οι εκκλήσεις δεν είχαν ανταπόκριση στη βάση.

Οι «Συμφωνίες της Ματινιόν»

Στις 7 Ιούνη ο Μπλουμ κάλεσε τους εκπροσώπους των συνδικάτων και των εργοδοτών στο πρωθυπουργικό γραφείο (Οτέλ Ματινιόν) για διαπραγματεύσεις. Οι εργοδότες, κατατρομαγμένοι από τον απεργιακό σεισμό και τις καταλήψεις, συμφώνησαν στα αιτήματα των συνδικάτων.

Για πρώτη φορά στην ιστορία κατοχυρώθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις, η εβδομάδα 40 ωρών εργασίας (από 48) χωρίς μείωση μισθού και οι πληρωμένες άδειες διακοπών, η επέκταση του χρόνου υποχρεωτικής φοίτησης στο σχολείο κ.ά. Ταυτόχρονα πήραν αυξήσεις μέχρι 15% στους μισθούς. Και… συνέχισαν τις απεργίες και τις καταλήψεις!

Οι «Συμφωνίες της Ματινιόν» ήταν βέβαια κατάκτηση των εργαζόμενων, που έβλεπαν τη δυνατότητα να αλλάξουν τη ζωή τους και όχι της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, που ήθελε με κάθε θυσία να σταματήσει αυτή την έκρηξη των «από κάτω». Οι εργάτες έβλεπαν την προοπτική της κατάληψης της εξουσίας, αλλά το κοινοβουλευτικό κόμμα τους αδρανούσε. Εκείνο ήθελε την κυβέρνηση, αλλά όχι την εξουσία. Τα έχασε και τα δύο, γιατί οι αστοί δεν είναι ηλίθιοι. Με την πρώτη ευκαιρία θα αναιρέσουν κάθε παραχώρηση.

Η ήττα
Αυτό το πρωτοφανές κίνημα σταμάτησε. Η κυβέρνησή «του» το πρόδωσε

Αυτές οι υποχωρήσεις δεν είχαν τέλος. Οι κατακτήσεις του Ιουνίου ήταν αγκάθι για την άρχουσα τάξη, που πέρασε στην αντεπίθεση με τον μπαμπούλα του επερχόμενου πολέμου και του φασισμού. Το 40ωρο άρχισε να υπονομεύεται για τις ανάγκες των πολεμικών εξοπλισμών της πατρίδας-Γαλλίας. Εκβιαστικά διλήμματα έμπαιναν σε όποιους εργάτες αντιστέκονταν: να μην παίζουν το παιχνίδι της αντίδρασης, να μην υπονομεύουν την κυβέρνησή τους κ.ά…

Έτσι επικράτησαν σύγχυση και απογοήτευση στον κόσμο που πάλευε δύο χρόνια.

Η πρώτη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου κατέρρευσε τον Ιούνιο του 1937. Αυτές που την διαδέχτηκαν πήγαν ακόμα πιο δεξιά – κι όμως είχαν τη στήριξη και των Σοσιαλιστών και των Κομουνιστών. Το Νοέμβρη του 1938, μετά από μια αποτυχημένη γενική απεργία, γράφτηκε ο επίλογος.

Β΄ Π.Π. Η γερμανική εισβολή στη Γαλλία

Τα χαράματα της 10 του Μαϊου του 1940 τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν απρόκλητα στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Αγγλίας έστειλαν αμέσως δυνάμεις, για να καταλάβουν τη συμφωνημένη γραμμή άμυνας Αντβέρπ(Αμβέρσας) – Ναμούρ. Όμως, από τις δέκα γερμανικές μεραρχίες αρμάτων μάχης, που είχαν ξεκινήσει για τις κατακτητικές αυτές επιχειρήσεις, μόνο οι τρεις εισβάλανε στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Οι υπόλοιπες εφτά, παρακάμπτοντας την γραμμή Maginot, περνούσαν τις Αρδέννες, που θεωρούνταν αδιάβατες, με στόχο την κατάληψη της Γαλλίας. Οι γερμανικές μεραρχίες διασπάσανε τη γαλλική αμυντική γραμμή βόρεια του Σεντάν στις 13 τού Μάη και, λίγες μέρες αργότερα, εμφανίστηκαν ξαφνικά στα νώτα των αγγλογαλλικών δυνάμεων που άρχισαν την άταχτη φυγή προς τις ακτές της Μάγχης (Δουνκέρκη).

Μετά απ’ αυτό οι κυβερνητικοί κύκλοι του Παρισιού πανικοβλήθηκαν. Η κυρίαρχη αστική τάξη, που ήταν υπέρ της «γαλλογερμανικής συνεργασίας» κατά του μπολσεβικισμού και του «εσωτερικού εχθρού», δεν έβρισκε λόγο να αντιδράσει. Οι Γάλλοι φασίστες και πεμπτοφαλλαγγίτες έριχναν το σύνθημα: «πουρκουά»,δηλαδή για ποιόν και  γιατί να πολεμήσουμε;

 

Ο στρατάρχης Γκαμελαίν και οι υπόλοιποι Γάλλοι στρατηγοί δεν αποδείχτηκαν αντάξιοι των περιστάσεων. Την ίδια εικόνα παρουσίαζε και η κυβέρνηση του Παρισιού.

Ο πρωθυπουργός Ρενώ (Paul Reynaud),  είχε ήδη στην κυβέρνηση δυο υπουργούς θαυμαστές των φασιστικών καθεστώτων, τον Μπωντουάν, επιστήθιο φίλο τού Ιταλού υπουργού των Εξωτερικών Τσιάνο (γαμπρού του Μουσολίνι), και τον «πυροσταυρίτη» Υμπαρνεγκαραίγ. Στις 18 του Μαϊου, την ώρα που τα χιτλερικά στρατεύματα προχωρούσαν ακάθεκτα προς τη Μάγχη, υπουργοποίησε  και τον, γνωστό για τα φιλοφασιστικά του φρονήματα και αργότερα αρχιπροδότη της Γαλλίας, στρατάρχη Πεταίν (Henri-Philippe Petain).

Πετέν και Χίτλερ

Πετέν και Χίτλερ

                                                                                                                      Αλλά και ο στρατάρχης Βεϋγκάν (Maxime Weygand), που τοποθετήθηκε αρχηγός του γαλλικού στρατού στη θέση τού Γκαμελαίν που απομακρύνθηκε, έμεινε ουσιαστικά άπρακτος, προφασιζόμενος ότι τού αναθέσαν πολύ αργά την αρχιστρατηγία.

Ήταν όντως όλα χαμένα εκείνες τις ημέρες για τη Γαλλία; 

Αυτό πίστευε το αστικό στρατόπεδο και γι’ αυτό άφησε το λαό ανυπεράσπιστο στις διαθέσεις του εχθρού, που προχωρούσε χωρίς να συναντά καμιά σοβαρή αντίσταση. Οι πατριωτικές δυνάμεις, αντίθετα, πίστευαν στη δυνατότητα της αντίστασης ακόμα και κάτω απ’ αυτές τις πάρα πολύ δύσκολες και περίπλοκες συνθήκες.

Χαρακτηριστικές είναι οι προτάσεις που έκανε στις 6 του Ιουνίου στην κυβέρνηση από μέρους του, ήδη, παράνομου ΓΚΚ ο Μπενουά Φρανσόν : γενικός εξοπλισμός του γαλλικού λαού, απελευθέρωση χιλιάδων κρατούμενων κομουνιστών, ριζική απομάκρυνση των πεμπτοφαλλαγγιτών, μετατροπή του Παρισιού σε άπαρτο φρούριο.

Μερικοί αστοί Ιστορικοί έβαλαν το ερώτημα : «Γιατί δεν συμπεριφερθήκαμε όπως στις ήμέρες τού 1793 … ;»
(γενική κινητοποίηση και εξοπλισμός του γαλλικού λαού για την αντιμετώπιση των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών της Γαλλικής Επανάστασης ).

«Το Κομουνιστικό Κόμμα Γαλλίας – έλεγαν οι προτάσεις προς την κυβέρνηση – θα θεωρήσει την παράδοση του Παρισιού στους Γερμανούς κατακτητές, σαν προδοσία. Η άμυνα τού Παρισιού είναι πρωταρχικό εθνικό καθήκον και είναι δυνατή, αν ο πόλεμος μετατραπεί σε λαϊκό πόλεμο για την λευτεριά και ανεξαρτησία της χώρας … Τον πόλεμο αυτό η Γαλλία έχει και τη δύναμη, αλλά και το ιερό χρέος να τον συνεχίσει … Το ΓΚΚ είναι έτοιμο να δώσει για το σκοπό αυτό όλες του τις δυνάμεις».

Αλλά ο Πεταίν, ο Βεϋγκάν, ο Προυβώ και άλλοι υπουργοί, ως εκφραστές συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης της Γαλλίας, απέρριψαν κατηγορηματικά τις προτάσεις του ΓΚΚ, απαιτώντας τoν τερματισμό του πολέμου και την υπογραφή συνθηκολόγησης.

Μία άλλη ομάδα υπουργών, στην οποία ανήκε, από τις 5 του Ιουνίου, σαν υφυπουργός Στρατιωτικών και o Ντε Γκολ (Charles de Gaulle), πρόβαλε μία κάποια αντίσταση στις προθέσεις των πεμπτοφαλλαγγιτών, αλλά προσανατολιζόταν με μονομέρεια στη σποραδική και ανεπαρκή αγγλική στρατιωτική βοήθεια και στην απατηλή σκέψη ότι τότε θα βοηθούσαν στρατιωτικά και οι ΗΠΑ.  Ο φόβος, όμως, ότι θα μπορούσε να επαναληφθεί η περίπτωση της – μόλις πριν 69 χρόνια – Παρισινής Κομμούνας [2], εμπόδισε και την ομάδα γύρω από τον Ντε Γκολ να συζητήσει τις προτάσεις τού Γαλλικού Κομουνιστικού Κόμματος (τις προτάσεις τις είχε υποβάλει ο Μπενουά Φρανσόν που μαζί με τον Ζακ Ντυκλό είχαν αναλάβει την ηγεσία του κόμματος στη θέση του Μωρίς Τορέζ (Maurice Thorez) που βρισκόταν τότε στη Μόσχα).                                                                                      Μάλιστα, ο αρχιστράτηγος Βεϋγκάν φρόντισε να εντείνει την αντικομμουνιστική υστερία εκείνων των στιγμών, παρουσιάζοντας στην κυβέρνηση Ρενώ, που βρισκόταν σε διαρκή φυγή προς το νότο, το παραμύθι, ότι τάχα ο Τορέζ έχει κιόλας εγκατασταθεί στα Ηλύσια και ότι ολόκληρο το Παρίσι είναι στα χέρια των κομουνιστών!

Οι εχθροί του γαλλικού λαού, με επικεφαλής το στρατάρχη Πεταίν, αναλαμβάνουν, στις 16 τού Ιουνίου, την κυβερνητική εξουσία και αρχίζουν το έργο της προδοσίας. Στις 22 Ιουνίου 1940, υπογράφουν στην Κομπιένη τη συνθήκη ανακωχής  με τη χιτλερική Γερμανία και δυο μέρες αργότερα με τη Φασιστική Ιταλία.

 

Υπολογίζοντας στην τυφλή υποταγή και στην απεριόριστη συμπάθεια προς τους Γερμανούς κατακτητές του στρατάρχη Πεταίν και των πεμπτοφαλλαγγιτών υπουργών του, σαν τον Πιέρ Λαβάλ, (η ομάδα Ντε Γκολ είχε καταφύγει στο μεταξύ στο Λονδίνο), οι χιτλερικοί προσπάθησαν να εμφανιστούν κάπως «γενναιόψυχοι» απέναντι στη Γαλλία. Επέτρεψαν στους Πεταινιστές να έχουν το «δικό» τους κράτος στη νοτιοανατολική Γαλλία με πρωτεύουσα το Βισύ (το πεταινικό κράτος περιλάβαινε το ένα τρίτο του ηπειρωτικού γαλλικού εδάφους, μετά την αφαίρεση του τμήματος, που έγινε Ιταλική ζώνη κατοχής).

Το ψευδοκράτος (προτεκτοράτο) του Vichy.

 Η «γενναιοδωρία» αυτή των χιτλερικών είχε βαθύτερους λόγους: να διευκολυνθεί η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Γαλλίας από τη χιτλερική Γερμανία και να μπουν έμμεσα κάτω από τον έλεγχό της και οι μεγάλες γαλλικές αποικίες. Το Βισύ ώφειλε να διασφαλίσει την υπακοή των αποικιών και να μην επιτρέψει στο τμήμα του γαλλικού στόλου, που βρισκόταν στις θάλασσες των αποικιών, να προσχωρήσει στους Άγγλους και τον Ντε Γκολ. Είναι αποδειγμένο ότι οι δωσίλογοι του Βισύ προμήθευσαν στη χιτλερική Γερμανία, ως το 1942, μεγάλες ποσότητες στρατηγικής σημασίας πρώτων υλών και άλλα εμπορεύματα οπό την Αλγερία, το Μαρόκο και την Τυνησία. Συμβάλανε, σε μεγάλο βαθμό, ώστε η γαλλική πολιτική και στρατιωτική διοίκηση στην Ινδοκίνας να συνεργαστεί με τους Γιαπωνέζους επιδρομείς. Το «ανεξάρτητο» κράτος του Βισύ διατηρήθηκε ως το Νοέμβρη τού 1942, οπότε οι χιτλερικοί το καταλάβανε κι αυτό.

Για να αντιληφθεί κανείς το απέραντο μίσος των αντιδραστικών και φασιστικών κύκλων της Γαλλίας απέναντι στον προοδευτικό λαό της χώρας αυτής αρκεί να επαναφέρει στη μνήμη του τα λόγια του Μωράς (Maurras Charles), ότι η κατοχή της Γαλλίας αποτελεί «δώρο θεού». Ο Μωράς ήταν αρχηγός της φασιστικής οργάνωσης «Αξιόν Φρανσαίζ» (με αρκετές χιλιάδες μέλη) που τη χρηματοδοτούσε ο αντιδραστικός μεγαλοβιομήχανος καλλυντικών Κοτύ.

[1] Μια σημαντική κοινωνική παράμετρος, σχετικά με την ενίσχυση των φασιστικών ιδεών και ομάδων εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης είναι αυτή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η κοινωνική βάση του φασισμού είναι συνήθως τα μικροαστικά στρώματα και ιδιαίτερα αυτά με την πιο αβαθή πολιτική και ταξική συνείδηση. Η κρίση δε συνθλίβει μόνο την εργατική τάξη αλλά και ευρύτατα μικροαστικά στρώματα. Όμως, η ταξική συνείδηση αυτών των στρωμάτων παλινδρομεί ανάμεσα στη ρήξη και στην ενσωμάτωση κάτι, που συμβαίνει λόγω της ερμαφρόδιτης ταξικής τους θέσης. Πότε πιέζονται προς την προλεταριοποίησή τους και πότε προς την αστικοποίησή τους. Αυτό ακριβώς τα κάνει ευάλωτα στις απότομες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Έτσι, στο μεσοπόλεμο το 1927, το 75% των μελών του ιταλικού φασιστικού κόμματος προερχόταν από τους μικροαστικούς και τους μεσοαστούς και μόλις το 15% από την εργατική τάξη, όταν αυτή αποτελούσε το 41,5% στον πληθυσμό

 [2] Η Παρισινή Κομμούνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η Παρισινή Κομμούνα ήταν η εργατική επαναστατική κυβέρνηση που εγκαθιδρύθηκε στο Παρίσι μετά την εξέγερση της εθνοφρουράς και των εργατών της πόλης και διήρκεσε από τις 26 Μαρτίου του 1871 μέχρι τις 28 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.

Με το τέλος του Γάλλο-Πρωσικού πολέμου το Παρίσι ήταν υπό Πρωσική κατοχή. Ο λαός και η εθνοφρουρά του Παρισιού ωστόσο, ενώ είχε αντέξει την Πρωσική πολιορκία για έξι μήνες, αρνήθηκαν την Πρωσική κατοχή αποκλείοντας τους Πρώσους σε μία μικρή περιοχή του Παρισιού και αστυνομεύοντας τα «σύνορα» της περιοχής αυτής. Η κυβέρνηση της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας με πρόεδρο τον Αδόλφο Θιέρσο, φοβήθηκε ότι οι εργάτες του Παρισιού θα έπαιρναν τα όπλα της εθνοφρουράς και θα προκαλούσαν τους Πρώσους και έτσι στις 18 Μαρτίου ο Γαλλικός στρατός μπήκε στο Παρίσι. Η εθνοφρουρά του Παρισιού αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα. Ο στρατός υποχώρησε στις Βερσαλλίες και η κυβερνηση κήρυξε τον πόλεμο στις δυνάμεις που κρατούσαν το Παρίσι.

Στα Οδοφράγματα της 18ης Μαρτίου 1871

Στα Οδοφράγματα της 18ης Μαρτίου 1871

Στις 26 Μαρτίου το Παρίσι εξέλεξε καινούργιο δημοτικό συμβούλιο, με πρόεδρο τον Λουί Ογκίστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui 18051881) που ήταν φυλακισμένος από την κυβέρνηση, και στις 28 Μαρτίου ανακηρύχθηκε η Παρισινή Κομμούνα. Ο στρατός της πόλης αντικαταστάθηκε από πολιτοφυλακή αποτελούμενη από όλους τους πολίτες που μπορούσαν να πολεμήσουν. Η Κομμούνα πήρε σχεδόν αμέσως μέτρα προς εύνοια των εργατών: επέβαλε πάγωμα των τιμών στα ενοίκια κατά την διάρκεια του πολέμου, απαγόρευσε στα ενεχυροδανειστήρια να πουλούν αγαθά καθώς οι εργάτες αναγκάστηκαν να βάλουν ενέχυρο τα εργαλεία τους κατά την διάρκεια του πολέμου, κρατικοποίησε την εκκλησιαστική περιουσία, ανέβαλε την υποχρέωση καταβολής των χρεών, εξίσωσε τους μισθούς των υπαλλήλων και τους επέβαλε ανώτατο όριο και κατάργησε τους τόκους.

Ο στρατός των Βερσαλλιών επιτέθηκε στο Παρίσι στις 2 Απριλίου και από τότε το Παρίσι βρισκόταν υπό συνεχή βομβαρδισμό. Όσοι Κομμουνάροι αιχμαλωτίζονταν εκτελούνταν αμέσως και το πλεονέκτημα του στρατού ήταν τέτοιο ώστε από τα μέσα Απριλίου σταμάτησε κάθε διαπραγμάτευση με το Παρίσι. Το τείχος της πόλης καταλήφθηκε στις 21 Μαΐου, αλλά η σκληρότερη αντίσταση σημειώθηκε στις ανατολικές εργατικές συνοικίες του Παρισιού όπου οι οδομαχίες συνεχίστηκαν για ακόμα οκτώ μέρες, που έμειναν στην ιστορία ως η «Ματωμένη Βδομάδα» (La semaine sanglante). Καθ’ όλη την διάρκεια της επέλασης των κυβερνητικών στρατευμάτων θανατώθηκαν πολλοί άμαχοι, και σύμφωνα με τις κυβερνητικές πηγές μόνο κατά τη «Ματωμένη Βδομάδα» σκοτώθηκαν 17.000 παριζιάνοι ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό σε 30.000. Οι τελευταίοι εκατόν σαράντα επτά Κομμουνάροι εκτελέστηκαν το απόγευμα της 28ης Μαΐου στονεκροταφείο Περ Λασέζ όπου είχαν οχυρωθεί, σε ένα σημείο που σήμερα είναι γνωστό ως Τοίχος των Κομμουνάρων. Οι απώλειες των κυβερνητικών το ίδιο διάστημα ήταν 1.000. Συγκριτικά, την περίοδο της τρομοκρατίας κατά την πρώτη Γαλλική Επανάσταση, που διήρκεσε ενάμισι χρόνο, οι νεκροί ήταν 19.000.

Ακόμα και μετά την πτώση του Παρισιού, τα αντίποινα συνεχίστηκαν και 4,500 με 7,000 Κομμουνάροι εξορίστηκαν στη Νέα Καληδονία, ενώ το Παρίσι παρέμεινε υπό στρατιωτικό νόμο για ακόμα πέντε χρόνια. Σε αρκετές άλλες πόλεις δημιουργήθηκαν κομμούνες προς συμπαράσταση στο Παρίσι οι οποίες κατεστάλησαν και αυτές, όπως στις πόλεις Σαιντ-Ετιέν (Saint-Étienne), Λε Κροζό (Le Creusot) και Μασσαλία.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s