18ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (4)


(αναδημοσίευση από το stokokkino.gr και το alterthess.gr)

Η δύναμη των ανθρώπων

Του Στράτου Κερσανίδη

Οι μέρες περνούν και ήδη έχουμε φτάσει στην 5η μέρα του φεστιβάλ. Ταινίες αιχμηρές, ταινίες που αναδεικνύουν τα παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα αλλά και ταινίες μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η ανθρώπινη δύναμη μέσα από τις δυσκολίες.
«Μια μέρα με τον Έβο Μοράλες» (Un dia con Evo Morales), του Ιάσωνα Πιπίνη: Ο σκηνοθέτης συναντά τον πρώτο ιθαγενή πρόεδρο της Βολιβίας, στην πρωτεύουσα της χώρας. Λα Παζ. Τον ακολουθεί με την κάμερα και καταγράφει ένα 24ωρό του.

evo

Ταυτόχρονα ακούμε κάποια μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βολιβίας να μιλούν για πρόεδρο και το έργο του. Επίσης ο ίδιος ο Μοράλες μιλά για τη ζωή του. Ανάμεσα σε άλλα, λέει: «Η μητέρα μου για δύο λόγους μου έβγαζε τα ρούχα. Για να με ξεψειρίσει ή για να τα μπαλώσει. Γνώρισα τι θα πει μπάνιο στα 15 μου. Στο σπίτι μου δεν ξέραμε τι είναι πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό. Τρώγαμε συνεχώς σούπα και μόνο σούπα. Υποσχέθηκα στο λαό πως κανένα παιδί στη χώρα μου να μην υπάρξει πια, όπως ο Έβο, ως παιδί».
Αρκετά ενδιαφέρον, αλλά μένει στην επιφάνεια, χωρίς όμως να προχωρά σε μεγαλύτερο βάθος.
«Πέρα από τον παππού μου τον Αλιέντε» (Allende mi abuelo Alliente), της Μάρσια Ταμπούτι Αλιέντε: Έχουν περάσει 34 χρόνια από το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 και τη δολοφονία του πρώτου αριστερού προέδρου της Χιλής, Σαλβαντόρ Αλιέντε (κρατώ αυτήν την προφορά ως επικρατούσα, αν και το σωστό είναι Αγιέντε).

allende

Η Μάρσια, εγγονή του Αλιέντε, αποφασίζει να εξερευνήσει τη ζωή του παππού της, όχι μόνον ως πολιτικό αλλά και μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον. Έτσι «σπάζει» τη σιωπή, δηλαδή τη συνήθεια της οικογένειας να αποφεύγει να μιλήσει για την τραγική ιστορία του. Μέσα από παλιές οικογενειακές και αρχειακές φωτογραφίες αλλά και με συνεντεύξεις, η Μάρσια αρχίζει να φέρνει στο φως άγνωστες πτυχές της ζωής και της προσωπικότητας του δολοφονηθέντος προέδρου της Χιλής, ακόμη και για τα πιο κοντινά μέλη της οικογένειάς του. Παρακολουθούμς ουσιαστικές συνεντεύξεις με τη γυναίκα του Αλιέντε, τα αδέλφια του και τα εγγόνια του. Τα τελευταία θυμούνται πολύ λίγα πράγματα. Λίγο-λίγο όμως αρχίζουν όλα να φωτίζονται.
Μέσα από την κοπιαστική έρευνα αλλά και τα δύσκολα –κυρίως για λόγους συναισθηματικούς- γυρίσματα, η εγγονή του Σαλβαντόρ Αλιέντε και σκηνοθέτιδα της ταινίας, παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο ενός από τους πιο σημαντικούς αγωνιστές της Αριστεράς, του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Βλέπουμε έναν τρυφερό αλλά και παιχνιδιάρη σύζυγο, έναν στοργικό πατέρα, έναν άνθρωπο με χιούμορ που αγαπά τη ζωή. Και φυσικά έναν ιδεολόγο, έναν αγωνιστή που θυσίασε τη ζωή του για να υπερασπίσει το όραμά του. Ταινία αποκαλυπτική η οποία φτιάχτηκε με αγάπη και σεβασμό στο πρόσωπο του παππού Τσίτσο, όπως τον αποκαλούν χαϊδευτικά στην οικογένεια.
«Το μέσα φως», του Σταύρου Ψυλλάκη: Συνταξιούχος γιατρός, οφθαλμίατρος συγκεκριμένα, ετών 86. Ο Γιώργος Μακράκης, ζει στη Χερσόνησο της Κρήτης μαζί με τη γυναίκα του και μπροστά στην κάμερα μας αποκαλύπτει τη ζωή και τις σκέψεις του.

μέσα φως

Αυτό που ανακαλύπτουμε εμείς είναι ένας άνθρωπος ζωντανός, με βαθιά και εμπεριστατωμένη σκέψη και άποψη για τη ζωή. Πραγματικός ποταμός ο Μακράκης, ο λόγος του ρέει, μιλά σωστά ελληνικά αλλά λέει και πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Συνταξιούχος γιατρός, ιδρυτής του ανοιχτού λαογραφικού μουσείου Λυχνοστάτης, συγγραφέας, οικολογικός καλλιεργητής, ο ίδιος λέει πως του αρέσει να τον αποκαλούν «γιατρό».
Ο Σταύρος Ψυλλάκης ανακαλύπτει έναν άνθρωπο θησαυρό που αξίζει να γίνει ντοκιμαντέρ. Ξέροντας πολύ καλά τον τρόπο, δε μένει στατικός με τον πρωταγωνιστή του να μιλά φάτσα στην κάμερα, αλλά κινείται διαρκώς μαζί του. Κι έτσι δε γνωρίζουμε μόνο τον άνθρωπο αλλά βλέπουμε και το χώρο που ζει και κινείται καθημερινά. Ανάμεσα σε ανθρώπους, ανάμεσα στα φυτά του για τα οποία λέει πως είναι ανώτερη μορφή ζωής από τον άνθρωπο, μέσα στους χώρους του σπιτιού του και του μουσείου. Και βέβαια, διανθίζει σχεδόν τα πάντα με μαντινάδες. Ένα ντοκιμαντέρ, για έναν άνθρωπο που ξέρει να ζει και που ο Σταύρος Ψυλλάκης τον χρησιμοποιεί για να μας κάνει την αναγκαία ένεση αισιοδοξίας που χρειαζόμαστε.
«Χασάν», της Κάκιας Γκουδίνα: Ο Χασάν σκοτώθηκε στην εξέγερση εναντίον του Καντάφι.

hasanΜιλούν γι’ αυτόν ο αδελφός του Αντνάν, ο παιδικός του φίλος, Χασάν και ο άνθρωπος που τον ανέσυρε νεκρό, Αχμέντ. Αρχειακό υλικό και αφηγήσεις σκιαγραφούν έναν γενναίο κι αγαπητό νέο άνδρα αλλά μας δίνουν και μια εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στη Λιβύη.
Η σκηνοθέτιδα κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνει, να μιλήσει για την αγριότητα του πολέμου και για τους αφανείς ήρωες. Κι ακόμη να μας ταρακουνήσει και να αναρωτηθούμε, που οδηγήθηκε εκείνη η αιματοβαμμένη εξέγερση;
«Πλωτό ξενοδοχείο ‘Ευρώπη’» (Flotel Europa), του Βλάντιμιρ Τόμιτς: Το 1992, ο πόλεμος στη Βοσνία δημιούργησε ένα μεγάλο κύμα προσφύγων.

flotel

Ένας μεγάλος αριθμός έφτασε στη Δανία και για τη στέγασή τους ο Ερυθρός Σταυρός έφερε ένα τεράστιο πλοίο μέσα στο οποίο βρήκαν προσωρινή κατοικία χιλιάδες άνθρωποι. Ο 12χρονος τότε Βλαντιμίρ, με μια κάμερα κινηματογραφούσε την καθημερινότητα επάνω στο πλωτό ξενοδοχείο. 24 χρόνια μετά, βάζει τις εικόνες εκείνες σε μια σειρά και προσθέτει την αφήγησή του. Θυμάται τους φίλους του, την αγαπημένη τους, τις εθνικιστικές διαφορές. Και ύστερα από τόσα χρόνια αναπολεί τη μεγάλη, ενωμένη πατρίδα του, τη Γιουγκοσλαβία.
Άκρως ενδιαφέρον υλικό, που γίνεται ακόμη πιο γοητευτικό καθώς φαίνεται ο χρόνος που έχει περάσει, αφού ήταν γυρισμένο σε βιντεοκασέτα. Ο σκηνοθέτης αφηγείται με χιούμορ και νοσταλγία αναπλάθοντας τα παιδικά του χρόνια, ως πρόσφυγας. Και σχολιάζει με έντονη κριτική διάθεση τη μισαλλοδοξία. Με την ταινία αυτή αποδεικνύεται πως ένα εντελώς ερασιτεχνικό υλικό εάν αξιοποιηθεί από κάποιον που γνωρίζει τον τρόπο και ξέρει καλά το σκοπό του, μπορεί να μετατραπεί σε κινηματογραφικό διαμάντι.
«Όλοι στο βουνό» (του Αλέξανδρου Παπαηλιού): Η Εθνική αντίσταση στα βουνά της Ρούμελης. Ένας από τους χιλιάδες αγωνιστές ήταν και ο γιατρός Θάνος Παπαθεοδώρου.

βουνό

Τα παιδιά του ακολουθούν τα βήματα του πατέρα τους, ταξιδεύουν στις περιοχές που έδρασε, συναντούν ανθρώπους που τον είχαν γνωρίσει.
Ο σκηνοθέτης ανασυνθέτει το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, μέσα από τους απλούς ανθρώπους που πολέμησαν με μοναδικό κίνητρο την αγάπη για την πατρίδα, την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη.
«Γεια σας και καλή αντάμωση, ως νικητές», του Νίκου Νούλα: Μέσα από τις αφηγήσεις του Ηλία Μεταλλίδη, ο οποίος συμμετείχε σε σημαντικές μάχες του Εμφυλίου με το Δημοκρατικό Στρατό, μαθαίνουμε λεπτομέρειες για σημαντικές μάχες που δόθηκαν την περίοδο 1948-1949 στο Γράμμο και το Βίτσι.

γεια σας

Ο σκηνοθέτης αρχικά πετυχαίνει αυτό που θέλει, να μεταφέρει στο θεατή τη βιωμένη ιστορία. Ο Μεταλλίδης αφηγείται με λεπτομέρειες και με τρόπο γλαφυρό τα γεγονότα, είτε κατευθείαν στην κάμερα είτε μέσω των απομνημονευμάτων του. Κι όλα αυτά διανθίζονται με ένα πολύ ενδιαφέρον αρχειακό υλικό το οποίο διαμοιράζεται στην ταινία με τρόπο ισορροπημένο ώστε να διατηρείται το ενδιαφέρον. Και όλο αυτό εμπλουτίζεται με ποντιακά αντιστασιακά τραγούδια αλλά και με την Κομμουνιστική Διεθνή στα ποντιακά!
Μια καθαρά στρατευμένη ταινία, που ήταν άλλωστε και επιδίωξη του σκηνοθέτη. Μια καταγραφή των πολεμικών γεγονότων, μέσα από τα βιώματα του αφηγητή που δεν επιχειρεί έτσι να εξερευνήσει τα πως και τα γιατί. Αλλά αυτό μάλλον είναι θέμα άλλου ντοκιμαντέρ.
«Μακροβούτι» (Long dive), της Ιρίνα Μπόικο: Ο Βρεζ Κιρακοσιάν έμεινε ανάπηρος εξαιτίας ενός ατυχήματος που συνέβη όταν ήταν σε πολύ μικρή ηλικία.

long_diveΑπό φτωχή οικογένεια, με πατέρα στη φυλακή, ο Βρεζ από τα τέσσερά του χρόνια έμαθε μόνος του διαβάζει και να γράφει. Ύστερα έμαθε και να ζωγραφίζει με αποτέλεσμα σήμερα μα ζει από τη ζωγραφική. Στα 18 του χρόνια άρχισε να γράφει το πρώτο του βιβλίο ενώ στα 20 πούλησε τον πρώτο του πίνακα. Γνώρισε μια κοπέλα στο διαδίκτυο και στα 30 του χρόνια παντρεύτηκε και σύντομα απέκτησε μια κόρη. Αυτήν είναι η ζωή του Βρεζ και η Ιρίνα Μπόικο τη μετέφερε στη μεγάλη οθόνη.
Είναι στα αλήθεια θαυμαστός ο τρόπος που η σκηνοθέτιδα καταφέρνει να δημιουργήσει έναν τόσο αισιόδοξο ντοκιμαντέρ το οποίο βασίζεται σε ένα τόσο δύσκολο θέμα. Βέβαια σε αυτό βοήθησε, φαντάζομαι, και η αισιοδοξία που διαθέτει ο ήρωάς της. Πάντως η ίδια φροντίζει να κινηματογραφεί το πρόσωπό του στο οποίο υπάρχει ένα μόνιμο χαμόγελο και δυο αποφασιστικά μάτια. Έτσι η σκηνοθέτιδα αναδεικνύει τη δύναμη του Βρεζ ώστε όχι μόνο δεν προκαλεί τον οίκτο αλλά μάλλον προκαλεί ζήλεια, Και όλα αυτά τα καταφέρνει επειδή ακριβώς σκοπός της δεν είναι να δείξει την σκοτεινή πλευρά της ζωής αλλά τη φωτεινή, την αισιόδοξη. Χωρίς υπερβολές, λοιπόν, με απλή και ήρεμη σκηνοθεσία, μας συστήνει έναν μεγάλο άνθρωπο ο οποίος μόνον ως θετικό παράδειγμα μπορεί να λειτουργήσει.
«Η δεύτερη ευκαιρία», του Μενέλαου Καραμαγγιώλη: Ένας νεαρός Λιθουανός βρίσκεται στις φυλακές ανηλίκων Αυλώνα, καταδικασμένος για διακίνηση ναρκωτικών. a_second_chanceΗ ποινή του είναι βαριά και η πρώτη εντύπωση είναι πως το μέλλον του νεαρού άνδρα είναι ήδη προδιαγεγραμμένο. Εκείνος όμως φαίνεται πως έχει διαφορετική γνώμη. Κι όταν βρίσκει την ευκαιρία την αρπάζει. Εμείς τον βλέπουμε να μιλάει ελληνικά, με ξενική προφορά αλλά σωστά, ενώ δεν ήξερε ούτε μια λέξη όταν φυλακίστηκε. Τον βλέπουμε να διαβάζει, να αθλείται, να παίζει θέατρο. Ο νεαρός Λιθουανός είναι μαθητής στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας των φυλακών και είναι μάλιστα, καλός, πολύ καλός μαθητής. Τόσο που έχει σκοπό να δώσει πανελλήνιες για εισαγωγής στο πανεπιστήμιο και προετοιμάζεται γι’ αυτό.
Ο Καραμαγγιώλης αποτυπώνει με την κάμερά του τη μεγάλη προσπάθεια του νεαρού φυλακισμένου μαθητή, τις αγωνίες του και τα όνειρά του. Ο ίδιος είναι αποφασισμένος να αρπάξει την ευκαιρία, να μην την αφήσει και να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του η οποία έμοιαζε καταδικασμένη. Την ίδια ώρα που ο σκηνοθέτης χτίζει το πορτρέτο του Λιθουανού πληροφορούμαστε και το τι συμβαίνει με το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. Για τις ελλείψει καθηγητών, για τη μη κατοχύρωσή τους, για τα προβλήματα που προκύπτουν με το νομικό πλαίσιο των αδειών για μαθητές. Και καθώς παρακολουθούμε τον αγώνα του νεαρού αυτό που περνάει, ή μάλλον αυτό που επίσης περνάει, είναι η διεκδίκηση της θεσμοθέτησης σχολείων δεύτερης ευκαιρίας σε όλες τις φυλακές της χώρας, στελέχωσή τους και υπαγωγή τους στο υπουργείο Παιδείας (ή πως διάολο το λένε), ως εφάμιλλο των άλλων σχολείων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s