“ΚΑΥΣΗ”


(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 6/3/2016)

kafsi

Γαϊτανάκι πλάι σε φέρετρο

του Στράτου Κερσανίδη

Ο θάνατος μπορεί να είναι το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου, αλλά δεν είναι το τέλος της ίδιας της ζωής. Αντίθετα, της δίνει μεγαλύτερη αξία και μπορεί να είναι η αφορμή για ξεκαθάρισμα εκκρεμοτήτων αλλά και αποκαλύψεων στις σχέσεις των ζωντανών. Κι έτσι συνεχίζεται η αέναος σπειροειδής πορεία μέσα στο χρόνο, στον οποίο “δεν υπάρχει κανένα μετά. Υπάρχει μόνο το πάντα”.
Ο Στράτος Τσίτζης, με την “Καύση”, την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του, αφηγείται μια ιστορία η οποία έχει ως αρχή το ‘μετά’, το οποίο μετατοπίζεται συνεχώς, αποτελώντας έτσι την αρχή του ‘πάντα’. Η ιστορία αυτή, λοιπόν, αρχίζει με ένα θάνατο και αυτό που βλέπουμε είναι το ‘μετά’, ή αν θέλετε, ένα μέρος του ‘πάντα’.
Ένας άνθρωπος έχει πεθάνει. Στο σπίτι του νεκρού συγκεντρώνονται η αδελφή του, η Στέλλα, οι δύο αγαπημένοι του φίλοι, ο Βασίλης κι ο μικρός του αδελφός, ο Χάρης, η γυναίκα του Βασίλη, η Μαριάννα και η αγαπημένη του νεκρού, η Λίλα. Πέντε άνθρωποι, οι πιο κοντινοί του, έχουν μαζευτεί στο σπίτι για να τον αποχαιρετίσουν αλλά και για να αποφασίσουν τον τρόπο κηδείας του. Θα είναι θρησκευτικός, κοσμικός ή μήπως να προτιμηθεί η καύση; Κι έτσι αρχίζει ένα γαϊτανάκι ατέρμονων συζητήσεων, οι ώρες περνούν ενώ το πτώμα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο. Την ίδια ώρα, οι δρόμοι της πόλης φλέγονται από μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούσεις ανάμεσα σε διαδηλωτές και την αστυνομία.
Οι πέντε φίλοι συζητούν για τον τρόπο κηδείας αλλά όχι μόνον γι’ αυτόν. Λένε κι άλλα, τρώνε, πίνουν, γελούν, τσακώνονται, θυμούνται, σχολιάζουν. Και δεν μπορούν να αποφασίσουν εάν θα προτιμήσουν την καύση από τη θρησκευτική κηδεία ή εάν τελικά θάψουν το φίλο τους στον κήπο!
Ο χώρος της δράσης είναι περιορισμένος μέσα σε ένα δωμάτιο. Ο σκηνοθέτης όμως δεν παγιδεύεται στο χώρο, αντίθετα, αυτό που επιδιώκει είναι να ‘παγιδεύσει’ τους ήρωές του μέσα στις αντιφάσεις και την αναποφασιστικότητά τους. Ο ίδιος δεν αφήνει την κάμερά του σε ένα σημείο, την κινεί ανάμεσα στους χαρακτήρες του, τους πλησιάζει, απομακρύνεται, τους βλέπει από όλες τις δυνατές γωνίες και η ώρα περνά χωρίς να δημιουργηθεί στο θεατή η εντύπωση της στατικότητας.
Ο χώρος διαστέλλεται, γίνεται χώρα, η χώρα μας. Το έξω εισέρχεται εντός, οι πέντε γίνονται όλοι εμείς. Η Ελλάδα που ταλαντεύεται, η Ελλάδα που ισορροπεί, η χώρα που αναζητά την ταυτότητά της, που κινείται ανάμεσα στις αντιφάσεις της, που δεν αποφασίζει αλλά υπεκφεύγει, που οι ιδεολογίες έχουν μπερδευτεί με την παραβατικότητα και όπου το Κακό παραμονεύει και περιμένει να εμφανιστεί ως η τελική λύση στα αδιέξοδα.
Η ταινία συστήνεται ως μαύρη κωμωδία. Προσωπικά θεωρώ πως υπερισχύει το δραματικό στοιχείο το οποίο όμως υπονομεύεται από ένα λεπτό, εύστοχο χιούμορ το οποίο λειτουργεί λυτρωτικά. Εύστοχοι και ευρηματικοί διάλογοι, θαυμάσιες ερμηνείες, μια ταινία που βροντοφωνάξει: “Μην αγνοείτε τον ελληνικό κινηματογράφο”.
Ο Στράτος Τζίτζης, σημειώνει: «Με αυτήν την ταινία ήθελα να μιλήσω για τους οικονομικούς περιορισμούς μας και την ανάγκη να τους ξεπεράσουμε, προκειμένου να εκφράσουμε τις βαθύτερες επιθυμίες μας. Σε μια εποχή που η καπιταλιστική λογική έχει κυριαρχήσει παντού, υπαγορεύοντας το παραμικρό στη ζωή μας, η ηρωίδα της ταινίας αντιδράει και φέρεται ‘παράλογα’ ”.
Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου το οποίο έγραψε και σκηνοθέτησε ο Στράτος Τζίτζης. Η παράσταση ανέβηκε το Νοέμβριο του 2012, με τους ίδιους πρωταγωνιστές.
strakersan@gmail.com
http://kersanidis.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s