ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3


kat06«Η ΧΑΜΕΜΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΙΝΑ ΜΠΛΟΥΜ» των Φόλκερ Σλέντορφ και
Μαργκαρέτε Φον Τρότα

από τον Γιάννη Ν. Γκακίδη

Ήταν η εποχή που η κοινωνία του γερμανικού θαύματος παρουσίαζε ρωγμές. Υπήρξαν νέοι, φοιτητές που αμφισβητούσαν, το θαύμα που οι άλλοι υμνούσαν και δοξολογούσαν ευλογώντας τα γένια τους. Η γερμανική κοινωνία έφερε το μεταπολεμικό τραύμα, όχι μόνο της αποτυχίας-ήττας στον πόλεμο(ευτυχώς για όλους μας), αλλά και το επακόλουθο μεταπολεμικό σύνδρομο, του αιώνιου φταίχτη, χωρίς ποτέ να μπορεί να προσκομίσει έστω και τυπικά δικαιολογίες λάθους. Η ρετσινιά του ναζί φαινόταν πάντα να προβάλλει στο μέτωπό τους. Μέχρι που εμφανίστηκε η ομάδα των Μπάαντερ-Μάινχοφ και της «Κόκκινης φράξιας» με το αντάρτικο πόλεων. Ανάλογο αντάρτικο εμφανίστηκε και μάλιστα με υψηλή απήχηση στη Ιταλία με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Αμφότερα ως συνέχεια ή συνέπεια του Γαλλικού Μάη, ο οποίος τάραξε τα νερά, αλλά δεν έφερε ουσιαστικά την πολυπόθητη αλλαγή. Τη δεκαετία του 1970 λοιπόν, ταλανιζόταν η κοινωνία της Δ. Γερμανίας από τη δράση του προαναφερθέντος γκρουπ και κυρίως, από την αντιμετώπισή της από το επίσημο κράτος, ως τρομοκρατία. Η συνεργασία αστυνομίας και ΜΜΕ ήταν κάτι παραπάνω από αγαστή και συχνά τα ΜΜΕ προετοίμαζαν το τοπίο δράσης ή ακόμη υποκαθιστούσαν την ίδια την αστυνομία, με πρόσχημα το ρεπορτάζ. Εύκολα κάποιος που, διέπραττε μια παράνομη πράξη, μια ληστεία ας πούμε, μπορούσε να συνδεθεί με την τρομοκρατία και να βρεθεί αντιμέτωπος με κατηγορητήριο ως τρομοκράτης. Ο συγγραφέας Χάινριχ Μπελ, συγγραφέας και νομπελίστας το 1972, κατηγορήθηκε από την Μπιλντ, μια κίτρινη φυλλάδα, με εκατομμύρια αναγνώστες, ως συμπαθών των τρομοκρατών. Αιτία η κριτική του στις μεθόδους τις αστυνομίας και κατ΄ επέκταση της πολιτικής ηγεσίας στην προσπάθεια πάταξης της τρομοκρατίας. Αν στις «Ζωές των Άλλων» είδαμε στην Α. Γερμανία την αδιάλειπτη παρακολούθηση όλων των πολιτών, την αλληλοπαρακολούθηση, με τους μισούς πολίτες να υπηρετούν τη ΣΤΑΖΙ, για τυχόν ενέργειες ή σχόλια εναντίον του καθεστώτος, στην «Χαμένη Τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Στο επίκεντρο βέβαια εδώ βρίσκονται τα ΜΜΕ ως ηθικοί αυτουργοί, προσβολής της αξιοπρέπειας πολιτών και κυνηγητού αυτών μέχρις εξοντώσεώς τους. Η Καταρίνα γνωρίζει τον Λούντβιχ των οποίο και ερωτεύεται. Όμως ο Λούντβιχ καταζητείται για κλοπή, κάτι που η ίδια αγνοεί, και πριν το καταλάβει έρχεται η αστυνομία στο σπίτι της. Η έρευνα έχει όλα τα στοιχεία αντιμετώπισης μιας εν δυνάμει τρομοκράτισσας, όπου σπάζεται η πόρτα του σπιτιού της και η Καταρίνα έκπληκτη βρίσκεται απέναντι στις προτεταμένες κάνες των αστυνομικών όπλων. Η υπόνοια είναι σαφής, ότι ο Λούντβιχ σχετίζεται με την τρομοκρατία. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και την άσκηση πολιτικής διαμέσου της αστυνομίας, η Καταρίνα είναι ύποπτη για τρομοκρατία. Θα φυλακιστεί, θα γίνει πρωτοσέλιδο σε μια συγκεκριμένη φυλλάδα την Ζ, που σαφέστατα υπονοείται η Μπιλντ, και το κυνηγητό της θα φτάσει μέχρι την εξόντωσή της. Ωστόσο το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μιαν εφημερίδα, αλλά υπονοείται το σύνολο του τύπου που, έχει εκτραπεί από τον θεσμικό ρόλο του, αυτόν της ενημέρωσης και της προβολής της αλήθειας διαμέσου του ρεπορτάζ και πέρα από συμφέροντα και διαπλοκές.katCAPΗ νουβέλα του Χάινριχ Μπελ, που αναμφισβήτητα έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία και δημοσιεύτηκε το 1974, αντικατοπτρίζει την κοινωνία της Ομόσπονδης Γερμανίας την περίοδο εκείνη, όπου με αφορμή την τρομοκρατία άρχισε ένα κυνήγι μαγισσών, καθότι πολύ εύκολα κάποιος μπορούσε να καταδειχθεί ως ύποπτος τρομοκρατικής δράσης ή φιλικά προσκείμενος. Ο βρώμικος ρόλος των ΜΜΕ και μάλιστα χωρίς τον ελάχιστο ηθικό φραγμό, με πρόσχημα την είδηση, ασκείται με μια πολιτική τρομοκράτησης των πολιτών, σε αντιπερισπασμό προς την εφαρμοσμένη τρομοκρατία των ανταρτών πόλης της Κόκκινης Φράξιας. Βέβαια εδώ έχουμε να κάνουμε με την εμπορευματοποίηση της είδησης, η οποία ωστόσο είναι από μόνη της μια πολιτική θέση. Το ζεύγος Σλέντορφ-Τρότα σκηνοθετούν την ιστορία χωρίς τη χρήση αφηγητή, όπως συμβαίνει στη νουβέλα, παραθέτοντας την ιστορία χωρίς αφηγηματική διαμεσολάβηση, έχοντας την κάμερα ως μοναδικό αφηγητή. Η χειραγώγηση της κοινής γνώμης, η μετριότητα της σκέψης του μέσου πολίτη, η κουτσομπολίστικη νοοτροπία, το άτεγκτο κράτος ως έκφανση εξουσίας, η αδυναμία του ατόμου απέναντι στην κρεατομηχανή της εξουσίας και κυρίως η εμπορευματοποίηση της είδησης με παρεκτροπή της δημοσιογραφίας από μορφή ενημέρωσης σε μέσο εξημέρωσης προς όφελος ιδίων και πολιτικών συμφερόντων, ο αποπροσανατολισμός του πολίτη είναι θέματα που πραγματεύεται η ταινία. Και αν τότε ο αποπροσανατολισμός του πολίτη, η δυσφήμισή του και η διαπόμπευση του γινόταν μέσω της εφημερίδας, σήμερα γίνεται από την τηλεόραση. Και αν τότε γινότανε με δύο-τρεις κίτρινες φυλλάδες, σήμερα υπάρχουν αδυσώπητα και αδηφάγα τηλεοπτικά κανάλια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Καταρίνα δεν είναι ένα πολιτικοποιημένο πρόσωπο, που αμφισβητεί το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τουναντίον συμβαδίζει μ΄ αυτό και την ιδεολογία που το περιβάλλει. Απλώς αγάπησε κάποιον, ο οποίος απλά κατηγορείται για ληστεία. Κάτι που μεταφράζεται σε αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης. Σαν θεατές δεν γνωρίζουμε αν όντως έχει διαπράξει ληστεία σε τράπεζα. Ούτε επιβεβαιώνεται ο χαρακτηρισμός του ως αναρχικού από την αστυνομία και τον τύπο. Ωστόσο η κλοπή μιας Πόρσε, ερμηνεύεται ως απαλλοτρίωση της περιουσίας της αστικής τάξης και αμφισβήτηση του συστήματος και της ιεραρχίας του. Αλλά στη Δ. Γερμανία υπήρξε μια απίστευτη καμπάνια τότε απέναντι στην τρομοκρατία με τον όρο συμπαθούντες. Πολύ εύκολα μπορούσε να χαρακτηριστεί τότε κάποιος ως συμπαθών των Μπάαντερ-Μάινχοφ και της RAF και τότε αλίμονο του. Στο τέλος η Καταταρίνα δε θα λειτουργήσει ως πολιτικό ον, αλλά ως ένας άνθρωπος συνηθισμένος, αλλά αξιοπρεπής, που όχι απλώς φορτίστηκε ψυχολογικά, αλλά κυριολεκτικά εξουθενώθηκε και εξοντώθηκε. Ωστόσο η αντίδρασή της, η επιλογή της αυτοδικίας, είναι μια πράξη πολιτική, έστω και εν αγνοία της. Βέβαια χωρίς αποτέλεσμα και το βλέπουμε ανάγλυφα στο τελευταίο πλάνο της ταινίας, όπου δεν αφήνεται καμιά αισιόδοξη προοπτική, παρά την πρόβλεψη για εσαεί δράση των αδηφάγων ΜΜΕ και δημοσιογράφων χωρίς ηθική. Η Καταρίνα οδηγήθηκε στην επιλογή της αυτοδικίας, αρνούμενη τον πλήρη εξευτελισμό. Γιατί μετά τα όσα συνέβησαν, ο δημοσιογράφος με το ψευδές και κατάπτυστο ρεπορτάζ για την Κατερίνα, της προτείνει ξεδιάντροπα, να αδράξει την ευκαιρία της «φήμης» της και να βγάλει χρήματα δίνοντας τροφή στα ΜΜΕ, με τη συνδρομή του. Η ξεφτίλα της εμπορευματοποίησης, που διαφθείρει συνειδήσεις και παρακάμπτει κάθε νόρμα και φραγμό ηθικής. Η επικαιρότητα της ταινίας ως προς τον βρώμικο ρόλο των ΜΜΕ, αλλά και την υπαναχώρηση του ήθους απέναντι στο κέρδος είναι αδιαμφισβήτητη. Όλα στον βωμό του κέρδους, η οικονομία επικυρίαρχη της πολιτικής και οι συνέπειες που σήμερα μετράμε, τελειωμό δεν έχουν. Η γραφή του Μπελ και η κινηματογραφική μεταφορά των Σλέντορφ-Τρότα εξαιρετική. Εκείνο όμως που μένει ως εντύπωση, είναι ο απίστευτος φόβος των διαχειριστών της εξουσίας και η απίστευτη αγωνία τους να χειραγωγούν τους πολίτες. Και ο Θεός του κέρδους δεν είναι παρά ο διάβολος που, λένε κι οι Χριστιανοί. Επιμύθιο, στον επικήδειο του κίτρινου δημοσιογράφου «όποιος επιτίθεται στις εφημερίδες, επιτίθεται σε όλους μας». Η ελευθερία του τύπου πάνω απ’ όλα και η διαπλοκή της εμπορευματοποίησης καλά κρατεί. Στην ερμηνευτική συνδρομή οι πολύ καλοί Άγκελα Βίνγκλερ, Μάριο Άντορφ, Ντίτερ Λάζερ, Γιούργκεν Πρόχνοφ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s