Η Διαβουλευτική Δημοκρατία


του Γιάννη Κιριμλίδη ,μέλους της Κινηματογραφικής Λέσχης των Εργαζομένων της ΕΡΤ3
Αφορμή για το παρόν, αποτέλεσε η αναφορά του κου καθηγητή στον όρο «Διαβουλευτική Δημοκρατία», κατά την συζήτηση που ακολούθησε την προβολή της ταινίας «Επιχείρηση Ώρα Μηδέν» (Nada). Ο όρος Διαβουλευτική Δημοκρατία (deliberative democracy) επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από το Joseph M. Bessette το 1980. Προτάθηκε ως αντίδοτο της αποξένωσης των πολιτών από την πολιτική, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Αφορά δε μία δημοκρατική δημόσια διαβούλευση και νομιμοποίηση, η οποία προκύπτει από τη συμμετοχή των πολιτών σε θεσμοθετημένες προς τούτο διαδικασίες.

Joseph M. Bessette

Joseph M. Bessette

Αργότερα, ο συνδυασμός των απόψεων των John Rawls και Jürgen Habermas, πολιτικών φιλοσόφων, που ασχολήθηκαν σε βάθος με την έννοια της δημοκρατικής διαβούλευσης, προσδιορίζει την τελευταία ως μία συζήτηση αμερόληπτη (δλδ. δεν κλείνει το μάτι σε συγκεκριμένα συμφέροντα) και ανοικτή ιδεολογικά (δλδ. «χωρίς πρόσημο»), μεταξύ ενήμερων, ελεύθερων και ίσων πολιτών, που συζητούν, αξιολογούν και τελικά αποφασίζουν. [1]

John Rawls

John Rawls

Η πλέον γνωστή κριτική της δημοκρατικής διαβούλευσης από την πλευρά της Αριστεράς είναι η θεωρία της Chantal Mouffe, βελγίδας καθηγήτριας πολιτικής θεωρίας του Πανεπιστημίου του Westminster (Λονδίνο), για ένα αγωνιστικό πρότυπο δημοκρατίας. Πιστεύει, ότι οι προηγούμενοι θεωρητικοί της διαβούλευσης , αγνόησαν την συγκρουσιακή φύση των κοινωνικών τάξεων, που έφεραν στο προσκήνιο της δυτικής φιλοσοφίας οι Nietzsche, Marx και Freud.

Chantal Mouffe

Chantal Mouffe

Κατά τη Chantal Mouffe, το διαβουλευτικό μοντέλο θα πρέπει να δώσει τη θέση του στο μοντέλο μίας ριζοσπαστικής πλουραλιστικής αριστερής δημοκρατίας. (δηλ. απέναντι στον ακροδεξιό λαϊκισμό να αντιπαρατεθεί ο αριστερός λαϊκισμός).[2] Η Mouffe προτείνει στη ριζοσπαστική Αριστερά μία στρατηγική, η οποία αξιοποιώντας τους υφιστάμενουςδημοκρατικούς θεσμούς και τις πρακτικές του κράτους, θα αναγνωρίζει τον πλουραλισμό των ταυτοτήτων (μεταναστών, μουσουλμάνων κλπ) και η οποία δεν θα εγκλωβισθεί ξανά στον αδιέξοδο και, όπως αποδείχτηκε, ουτοπικά επικίνδυνο μύθο του κομμουνισμού (sic), έστω και στην πιο αγνή και ανιδιοτελή εκδοχή του. Από συνέντευξη της ιδίας στο περιοδικό “The European” : «Δεν είναι ένα ζήτημα καταστροφής της υπάρχουσας κατάστασης και απόσυρσης από την (παγκοσμιοποιημένη) αγορά. Για μένα, το πρόβλημα είναι ότι το αγγλο-αμερικανικό μοντέλο έχει γίνει κυρίαρχο στην Ευρώπη. Πρέπει να ανακτήσουμε αυτό που βρίσκεται στο πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Είναι σχεδόν δεδομένο σε μια σοσιαλδημοκρατία με την έμφασή της στην ισότητα, τα κοινωνικά δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας. Δεν λέω ότι πρέπει να πάμε πίσω στο κράτος πρόνοιας που είχαμε πριν από τριάντα χρόνια. [3] Πρέπει οπωσδήποτε να προσαρμοστεί στην παρούσα κατάσταση και να συμπεριλάβει τα αιτήματα των κοινωνικών κινημάτων»

και ο (ταπεινός) αντίλογος
[1] Κοινό τόπο, εδώ και δεκαετίες, αποτελεί, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ε.Ε., ένα εκκωφαντικό έλλειμμα δημοκρατίας. Εκδηλώνεται με απουσία δημόσιου διαλόγου ή προσχηματικού διαλόγου, κενού ιδεολογικού και πολιτικού περιεχομένου και «επιμελώς» ατελή πληροφόρηση των πολιτών. Η πολιτική επικοινωνία κυριαρχείται από «ατάκες» των επαγγελματιών της πολιτικής, από τα «ευρήματα» των δημοσκοπήσεων και πολιτικό μάρκετινγκ (χρήση μοτοσυκλέτας αντί λιμουζίνας, αγραβάτωτο dress code, κατάθεση λουλουδιών στο Σκοπευτήριο κλπ).

Τσίπρας στη Καισαριανή

Τσίπρας στη Καισαριανή

Τα κόμματα της λαϊκής δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας ακολουθούν ταυτόσημες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χωρίς να προσφέρουν εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, μετατρέποντας, αργά αλλά σταθερά, τους ευρωπαίους μεσοαστούς σε πρεκάριους.[•] Τα ΜΜΕ, από την πλευρά τους, ως φερέφωνα ιδιωτικών ολιγαρχικών οικονομικών συμφερόντων, ακυρώνουν το δημόσιο χαρακτήρα της πολιτικής επιχειρηματολογίας, μετατρέποντας την πολιτική σε εκκρεμές, που μπαλαντζάρει μεταξύ ψεύτικής «ελπίδας και φόβου».

Δημοσκοπήσεις ΜΜΕ

Δημοσκοπήσεις ΜΜΕ

Δανείζομαι το απόσπασμα από κείμενο του κου Κώστα Τσιναρίδη : «Οι Μαρξ και Ένγκελς καταπιάστηκαν για πρώτη φορά με το ζήτημα του κράτους το 1875 στην “Κριτική του Προγράμματος της Γκότα”. Το συμπέρασμα που βγάζουν είναι ότι το κράτος αποτελεί έναν μηχανισμό που ασκεί την κυριαρχία του σε όλη την κοινωνία, όχι όμως για το “γενικό καλό”, αλλά προς όφελος της οικονομικά ισχυρότερης κοινωνικής τάξης. Στην προκειμένη περίπτωση, των καπιταλιστών, δηλ. των κατόχων των μέσων παραγωγής, που τα χρησιμοποιούν για το προσωπικό τους κέρδος.» Την αξιωματική αλήθεια της διαπίστωσης αποδέχονται, εν τοις πράγμασι, και οι νεοφιλελεύθεροι τω πνεύματι. Παρά τις οιμωγές για επείγουσα ανάγκη ενός «μικρού και ευέλικτου κράτους», γνωρίζουν άριστα, ότι το κράτος ενεργεί πάντα προς όφελος της εκάστοτε οικονομικής ολιγαρχίας. Προφανώς, οι αιτιάσεις αποβλέπουν στην οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή δραστηριοτήτων του δημοσίου-κράτους και όχι στην υποκριτική μέριμνα για φορολογική ανακούφιση των πολιτών.
Λίγα λόγια, τώρα, όσον αφορά τις ιδιότητες, που πρέπει να διέπουν μία Δημοκρατική Διαβούλευση και μία Διαβουλευτική Δημοκρατία. Ωραίες και εύηχες ως θεωρητικές κατασκευές. Όμως, πόση αμεροληψία, ευρύτητα αντιλήψεων και ιδεολογική ανωτερότητα μπορεί να περιμένει ο διαβουλευόμενος εκπρόσωπος της 4ης (εργατικής) τάξης από τους ομοτράπεζους συνδιαβουλευόμενους εκπροσώπους της άρχουσας τάξης, του κράτους και της δικαιοσύνης; Που θα βρεθούν οι ενήμεροι πολίτες, όταν, επί δεκαετίες, καταβλήθηκαν άοκνες και εργώδεις προσπάθειες εμβάθυνσης της αμάθειας των πολιτών, μέσα από την απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών, τον χλευασμό των τεχνών (προβεβλημένος δεξιός πολιτικός, παρότι έπηλυς εντούτοις δήμαρχος Θεσσαλονίκης, αργότερα, ως υπουργός χαρακτήρισε φιλοφρόνως τους ποιητές ως «χαλβάδες»), την αποθέωση της επιστημονικής εξειδίκευσης, το κυνήγι της «επιτυχίας» και την δια βίου τηλεοπτική εκπαίδευση; Και, τέλος, με ποιούς ελεύθερους και ισότιμους πολίτες θα γίνει η δημοκρατική διαβούλευση, όταν – μιλώντας για την Ελλάδα – ήδη έχουν εκμαυλισθεί μέχρι μυελού οστέων; Εδώ, δεν τόλμησαν να υπερασπισθούν στις εκλογές του Σεπτεμβρίου το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου, μιμούμενοι τον λαγό του ανεκδότου, που απολογούμενος στο λιοντάρι, του είπε: «ε, καλά μεγαλειότατε! Λέμε και καμιά μαλακία πότε-πότε, έτσι, για να περάσει η ώρα».
Πάντως, πρέπει να παραδεχθούμε, ότι μπορεί η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της προσωπικό να υπονόμευσαν συνειδητά την, κατά Κώστα Σημίτη, «πιότητα» της παιδείας, αλλά τόσο αυτοί όσο και τα «τζιμάνια» του πολυπληθούς σώματος των παρατρεχάμενων και παρακοιμώμενων συμβούλων τους, ήσαν ενήμεροι των τελευταίων φιλοσοφικών ρευμάτων της πολιτικής επιστήμης περί Διαβουλευτικής Δημοκρατίας. Φρόντησαν, λοιπόν, δια της παρενδύσεως των εννοιών, να στήσουν από «Ανεξάρτητες» Αρχές, opengov και Διαφάνειες μέχρι χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο «κινήματα πολιτών», τις γνωστές ΜΚΟ, «διασφαλίζοντας», έτσι, την αμεροληψία στην αδογμάτιστη δημοκρατική διαβούλευση μεταξύ ελευθέρων, ενήμερων και ίσων πολιτών.
[•] Οι Ρωμαίοι στην αρχή είχαν τα proles (=τέκνα). Μετά «έφτιαξαν» το proletarius, δηλαδή τον πολίτη που δεν είχε τίποτα άλλο να προσφέρει στην «πατρίδα» παρά μόνο παιδιά για πούλημα, ως στρατιώτες. Τέλος, ήρθαν τα κομμούνια και «έφτιαξαν» το proletariat (το προλεταριάτο).
Όμως, οι σύγχρονοι διάδοχοι των Ρωμαίων, οι Αμερικανοί, προχώρησαν την ανθρωπότητα και της «δώρισαν» (από τη ρεϊγκανική δεκαετία του 1980) το precariat! Πήραν το λατινικό επίθετο precarius (=αβέβαιος) και μετέτρεψαν τους ανθρώπους σε τρομοκρατημένα όντα που είναι αβέβαια αν θα απολυθούν, αν θα βρουν δουλειά, αν θα υπογράψουν ατομική σύμβαση με το αφεντικό, αν τη νύχτα κοιμοιθούν στην πρώτη κατοικία τους, αν θα έχουν το επόμενο πιάτο φαΐ κ.λπ.
[2] Όσον αφορά τη ριζοσπαστική πλουραλιστική αριστερή δημοκρατία, κατά δήλωση της ίδίας Chantal Mouffe στο “The European” : «Η περίπτωση των εκλογών του 2012 στην Ελλάδα είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Όταν ο Αλέξης Τσίπρας και η κριτική προς την Ε.Ε. συμμαχία του, ο ΣΥΡΙΖΑ -για μένα σίγουρα ένα παράδειγμα αριστερού λαϊκισμού- δεν κέρδισε, όλοι ήταν ανακουφισμένοι: Δόξα τω Θεώ κέρδισαν οι φιλοευρωπαίοι! Αλλά Τσίπρας δεν ήταν αντι-ευρωπαϊος! Ποτέ δεν πρότεινε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ευρώ. Αυτό που ήθελε ήταν μια μεταρρύθμιση της Ευρώπης. Νομίζω ότι είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε -πρέπει να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι που θέλουν μια διαφορετική Ευρώπη δεν είναι αντι-ευρωπαϊοι». Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ, ως πρότυπο λαϊκιστικής πλουραλιστικής αριστεράς που θα αντιπαρατεθεί στη λαϊκιστική ακροδεξιά προκαλεί, σήμερα, από καγχασμό μέχρι κατάθλιψη. Αλλά και χωρίς αυτό, η αντιπαράθεση μιάς λαϊκιστικής αριστεράς στη λαϊκιστική ακροδεξιά ξυπνά μνήμες, στην καλύτερη περίπτωση, ιταλικού «ιστορικού συμβιβασμού», και στη χειρότερη «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης». Σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι ήττες της αριστεράς ήσαν από παταγώδεις έως εξαϋλωτικές.
[3] Η κυρία Chantal Mouffe, πιθανότατα αγνοεί την ελληνική πραγματικότητα και κάνει αβίαστες εκπτώσεις στις απαιτήσεις της για κοινωνικό κράτος. Προφανώς, το προ τριακονταετίας αγγλικό και βελγικό κράτος πρόνοιας, ουδεμία σύγκριση επιδεχόταν με το προ τριακονταετίας στοιχειώδες ελληνικό.ΒεντούζεςΟπότε, ας προνοούμε συγκεντρώνοντας άδεια βαζάκια βρεφικών τροφών για βεντούζες, συλλέγοντας σπαθόχορτο και λιναρόσπορο για το έλκος και τα διαστρέμματα αντίστοιχα. Και, καλού- κακού, ας αποστηθίσουμε και κάνα ξόρκι για το ξεμάτιασμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s