ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ-3


jCpnQ34z4cdqV41PXW2LvrVGwcN«ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ» του Φρανσουά Τριφώ

από τον Γιάννη Ν. Γκακίδη

Όταν είσαι εκεί θέλεις να φύγεις το γρηγορότερο και όταν φύγεις, σε πιάνει η νοσταλγία. Πως το λένε; Παιδική ηλικία. Παρόλα αυτά δεν είναι για όλους η περίοδος αυτή της ζωής ευχάριστη για όλους. Εντούτοις είναι το πρώτο καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές της ενήλικης περιόδου. Μη γελιόμαστε εκείνο που, βαραίνει την ενήλικη περίοδό μας είναι οι έγνοιες. Και τούτες τουλάχιστον στην μορφή, στο βάρος και στην πίεση που ασκούνε στην ψυχούλα μας, δεν είναι ίδιες με αυτές της παιδικής ηλικίας. Ίσως να έχει δίκιο ο Φρανσουά Τριφώ: «Σαν παιδί βιάζεται κάποιος να ενηλικιωθεί, ώστε να κάνει επιτέλους κάθε είδους μαλακία, χωρίς να τιμωρείται». Όσο για του γονείς τονίζει: «Το να μεγαλώνει ένα παιδί(εφηβεία, ενηλικίωση) είναι μια κατάσταση, την οποία αρνούνται να δεχτούν οι γονείς»
Παρακολουθούμε τη σχολική εμπειρία ενός δεκατριάχρονου, συνδυασμένη με αυτήν της οικογένειας. Και βέβαια τόσο το σχολείο, όσο και η οικογένεια διακρίνονται από αυταρχισμό, δεδομένης και της εποχής που αναφέρονται. Με δεδομένο ότι η ταινία έχει βιογραφικά στοιχεία του ίδιου του σκηνοθέτη, αντιλαμβανόμαστε πως, μιλάμε για την περίοδο 1930-50. Ο Αντουάν αισθάνεται εξίσου άβολα, στο σπίτι και στο σχολείο. Ο Ζυλιέν δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του, μια και η μητέρα του τον παντρεύτηκε όντας έγκυος από άλλον. Δεν βιώνει και την καλύτερη οικογενειακή θαλπωρή, ενώ συχνά πυκνά εισπράττει τιμωρίες για κακή συμπεριφορά. Στο σχολείο τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, αφού ο Αντουάν εισπράττει την απαξίωση και την τιμωρία για πειθαρχικά παραπτώματα που, συγκρινόμενα με το σήμερα δεν θα εθεωρούντο ως τέτοια.ucrJQXbAeFu9M7dAUtU3PKNWM4RΟ Αντουάν είναι ένα παιδί παραμελημένο από το σπίτι, ενώ και η στάση και συμπεριφορά του παρερμηνεύεται από το σχολείο. Γονείς και δάσκαλοι στην ίδια ρότα της απόρριψης. Αμφότεροι εμμένουν στην δική τους λογική, αυτήν του ενήλικα, για να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά ενός παιδιού στη προεφηβική ηλικία. Φυσικό είναι να μην του αρέσει το σχολείο, αλλά και με τους γονείς αισθάνεται άβολα, καθότι συναισθηματικά είναι σχεδόν παραμελημένος. Αντίθετα αγαπά το σινεμά και αναζητά, κατά τα εγνωσμένα, την γρήγορη ενηλικίωση. Κοντολογίς είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό παιδί. Τώρα η παρεκτροπή προς την παρανομία, όπως η κλοπή μιας γραφομηχανής δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πράξη στο πλαίσιο της παιδικής αφέλειας, διογκωμένης από την επιθυμία για ελευθερία δια της ενηλικίωσης. Με δεδομένη την μη αποδοχή και εν μέρει την απόρριψη, τόσο από γονείς, όσο κι από το σχολείο και τους δασκάλους, πως μπορεί ένα παιδί να βρει τον δρόμο του; Μάλιστα η υπερβολή του πατέρα να καταφύγει στην αστυνομία για την κλοπή της γραφομηχανής και ενώ αυτός την έχει γυρίσει πίσω, τον οδηγεί σε ακόμη χειρότερες ατραπούς που, αν μη τι άλλο κλιμακώνουν τη δράση της παρανομίας. Ο Τριφώ μας μιλά για τις δυσκολίες της παιδικής ηλικίας, για την χαμένη οικογενειακή θαλπωρή, για το αγκυλωμένο και αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα, για την μη αποδοχή, από θεσμούς και ανθρώπους προσωπικά. Μας μιλά για τις εκ προοιμίου αφετηρίες ανισότητας στη ζωή του ανθρώπου. Δεν έχουνε όλοι την ίδια αφετηρία στη ζωή και όσοι έχουν ένα κοινωνικό ή προσωπικό χάντικαπ, ή ακόμη μια αποκλίνουσα από τη συνήθη συμπεριφορά, είτε τρέχουν να το καλύψουν ετεροχρονισμένα, ή μένουν στο περιθώριο, Το «όνειρο» της καλής ζωής δεν είναι για όλους.
Ο Τριφώ αγαπά το Παρίσι και γενικά τους φυσικούς χώρους και τούτο το δείχνουν τα πολλά εξωτερικά πλάνα, τα οποία ωστόσο δεν βρίσκονται σε αντίστιξη με τα δρώμενα και αυτά που βιώνει ο Αντουάν. Τουναντίον, ενώ ο Αντουάν βιώνει δυσάρεστες καταστάσεις και αισθάνεται άσχημα, το φόντο στο οποίο δρα και πάσχει είναι μια χαρά και μάλιστα θα έλεγα και όμορφο. Τούτο το γεγονός κρύβει μια μελαγχολική νοσταλγία. Η ταινία ήταν η πρώτη μεγάλους μήκους του σκηνοθέτη, εμβληματική για τη νουβέλ βαγκ, με υποψηφιότητα για όσκαρ και βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες, αλλά και σε άλλα φεστιβάλ 1959-60. Ο ρόλος του Αντουάν Ντοϊνέλ υποδύεται εξαιρετικά από τον 14άχρονο Ζαν Πιερ Λεό, ενώ τον ίδιο χαρακτήρα θα δούμε μεταγενέστερα σε άλλες τρεις ταινίες, πάντα με τον ίδιο ηθοποιό. «Κλεμμένα Φιλιά»-1968, «Παράνομο Κρεββάτι»-1970, «Η Αγάπη το Βάζει στα….Πόδια»-1979. Πρόκειται για μια καθαρά «ταινία του δημιουργού» σύμφωνα με τις περιγραφές και τις επιταγές του περιοδικού-τετραδίων Cahiers du cinema, στο οποίο πρωτοστατούσε ο Φρανσουά Τριφώ, όντας κριτικός και μετά σκηνοθέτης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s