«ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ»


xtyphmata 6κριτική της Τζίας Γιοβάνη

«Ο Φρανσουά Τρυφό ήταν 27 χρονών όταν γύρισε «Τα 400 Χτυπήματα» με δάνειο 75.000 δολαρίων από τον πεθερό του. Μια ταινία λυρική, με παντελή όμως απουσία συναισθηματισμού, με έναν έφηβο Παριζιάνο από τις γκρίζες γειτονιές στο επίκεντρο. Στο ρόλο του 15χρονου Αντουάν Ντουανέλ ο ηθοποιός Ζαν – Πιερ Λεό, alter ego του Τρυφό και το πρόσωπο της νουβέλ βαγκ προς τα έξω. Ο σκηνοθέτης αφιέρωσε το φιλμ του στον κριτικό και θεωρητικό του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, ο οποίος πέθανε μόλις τη δεύτερη μέρα των γυρισμάτων. Η ταινία «Τα 400 Χτυπήματα» παραπέμπει ενσυνείδητα στην ταινία του Ζαν Βιγκό «Zerode conduite» από το 1933 και εντάσσεται στην παράδοση του γαλλικού κινηματογράφου για παιδιά και εφήβους.
Το 1954, ο νεαρός κριτικός Φρανσουά Τρυφό, που αποτελεί μέρος της ομάδας, στο άρθρο του «Μια κάποια τάση του γαλλικού σινεμά» καταφέρεται βίαια κατά των ισχυουσών δομών του συμβατικού εμπορικού κινηματογράφου. Το 1958 πετά μια πέτρα στα λιμνάζοντα ύδατα του γαλλικού σινεμά από τις σελίδες του περιοδικού «Arts». Αρθρογραφεί πάλι εναντίον της κινηματογραφικής βιομηχανίας του εμπορικού σινεμά και της άκαμπτης δομής της παραγωγής στη Γαλλία που εμποδίζει απαγορευτικά την είσοδο σε όποιον δεν προσαρμόζεται στους κανόνες της αγοράς. Ο Τρυφό τον επόμενο χρόνο περνά από τη θεωρία στην πράξη με την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους «Τα 400 Χτυπήματα».
Η ταινία, που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει συγγενής του νεορεαλισμού, αφηγείται την ιστορία του Αντουάν Ντουανέλ, ενός δεκαπεντάχρονου ευαίσθητου κι ευάλωτου εφήβου, γόνου μικροαστικής οικογένειας που συμπεριφέρεται σαν παλιόπαιδο γιατί αισθάνεται θύμα ενός αδιάφορου οικογενειακού περιβάλλοντος κι ενός εχθρικού κόσμου. Η κοινωνική καταγγελία του Τρυφό αρθρώνεται ψιθυριστά και σε επίπεδο εικόνας, αλλά και λόγου. Ο λόγος συνιστά κυρίαρχο στοιχείο στο σινεμά του σκηνοθέτη, που σχολιάζει τη ζωή μέσα από το μέσο του σινεμά, χωρίς διάθεση ανατροπής των κανόνων του κινηματογραφικού παιχνιδιού. Ο Τρυφό αντιμετωπίζει τον Αντουάν μέσα από ένα βλέμμα συνενοχής (στο φιλμ υπάρχει πληθώρα αυτοβιογραφικών στοιχείων και αναφορών) και δικαιολογεί τη συμπεριφορά του εφήβου γιατί πάσχει από έλλειψης αγάπης. Στο φόντο το Παρίσι, η γειτονιά Clichy, ορθώνεται μέσα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία με κάμερα ιδιαίτερα κινητική και ελαφριά, κάτι που συνιστά κανόνα ύφους για τη νουβέλ βαγκ. Για τις στιλιστικές συμβάσεις της νουβέλ βαγκ υπάρχουν θεωρητικές αιτίες, αλλά και οικονομικές που σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν και το αισθητικό αποτέλεσμα. Οι αιτίες αυτές καθόρισαν το χαρακτήρα του νέου κύματος ως κινηματογράφο αυτο-στοχαστικό ή metacinema, κινηματογράφο για τη διαδικασία, αλλά και τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s