Ο παράξενος και εφιαλτικός κόσμος του κυρίου Τιμ Μπάρτον


Του Γιάννη Τοτονίδη

Αν ο Λουδοβίκος των Ανωγείων θεωρείται ο «παραμυθάς» του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, τότε οι κύριοι Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τιμ Μπάρτον αναμφισβήτητα είναι οι «παραμυθάδες» της 7ης Τέχνης. Ο πρώτος με έντονες ανησυχίες για εξωγήινους πολιτισμούς και την αμφίδρομη ανάγκη για επικοινωνία και ο δεύτερος αμιγώς με σκοτεινές επιρροές και αλλόκοτους ήρωες παράδοξων κόσμων και ιδιόρρυθμων ιστοριών, συνδυάζοντάς τα με μαύρο χιούμορ, παιδικό συναίσθημα και γοτθική ατμόσφαιρα .

Ο 54χρονος σήμερα σκηνοθέτης με φανερές (στις περισσότερες ταινίες του) επιρροές από το Γερμανικό Εξπρεσιονισμό, στη νέα του ταινία «Frankenweenie»  διατηρεί όλα εκείνα τα στοιχεία που τον καθιέρωσαν και συνετέλεσαν στο να του αποδοθεί ο τίτλος του πιο γλυκά σκοτεινού, απόκοσμου και «τρελού» δημιουργού.

Η «προσωπογραφία» του Μπάρτον σκιαγραφείται από τα βρεφικά του ακόμη χρόνια. Τότε, που στη μικρή αμερικάνικη πόλη Burbank η μητέρα του είχε ένα μαγαζάκι δώρων αποκλειστικά με θέμα τις γάτες και ο πατέρας του ήταν παίκτης του baseball, αλλά και υπεύθυνος Πάρκων και Αναψυχής. Έφηβος ακόμη πειραματίστηκε με μια κάμερα 8mm (ένα κοινό με το Σπίλμπεργκ) φτιάχνοντας τα πρώτα αυτοσχέδια φιλμάκια του, ενώ δε χόρταινε να παρακολουθεί εκατοντάδες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπως Γκοντζίλα και παραγωγές της Hammer Film. Είχε εμμονή με τις ταινίες του Βίνσεντ Πράις, ειδικά σε εκείνες που βασίζονταν σε ιστορίες του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Εσωστρεφής και ντροπαλός, χωρίς στενούς φίλους, μόνιμα μελαγχολικός, κλεισμένος στο δωμάτιο του, ανέπτυξε ένα προσωπικό κόσμο ηρώων και χαρακτήρων. Με τη φαντασία του έπλαθε τέρατα και μαγικούς κόσμους, τα οποία ζωγράφιζε ή και βιντεοσκοπούσε. Φαντασία που το βοήθησε εκείνα τα χρόνια να κερδίσει σε διαγωνισμό της πόλης του για το καλύτερο πόστερ κατά των σκουπιδιών και το σκίτσο του να φιγουράρει για καιρό στα απορριμματοφόρα της πόλης του.

Ο ίδιος, αρκετά χρόνια αργότερα, ανέφερε για εκείνη την περίοδο της ζωής του: «Πριν αρχίσω να σκηνοθετώ, μετά βίας μιλούσα. Ο «Ψαλιδοχέρης» ήταν η απόπειρά μου να περιγράψω πράγματα που δε μπορούσα να εκφράσω με λόγια. Οι πιο πολλές ταινίες με τέρατα δεν είναι ταινίες τρόμου. Είναι ταινίες για απόκληρους. Ποτέ μου δε θεώρησα τον Κινγκ Κονγκ ή το Φρανκενστάιν κακούς. Αντιθέτως, για μένα, αυτοί ήταν οι καλοί της υπόθεσης και οι άνθρωποι οι κακοί της ιστορίας. Και όταν το τέρας μέσα στη φτηνιάρικη, κακοφτιαγμένη στολή ενός εξίσου κακού b-movie ηθοποιού πέθαινε, εγώ έβαζα τα κλάματα».

Τελειώνοντας το σχολείο κέρδισε μια υποτροφία για το Ινστιτούτο Τεχνών της Καλιφόρνια, ένα κολέγιo κινουμένων σχεδίων που είχε ιδρύσει ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, έχοντας συμμαθητές τους μελλοντικούς πρωτοπόρους του είδους και της Pixar, Τζον Λάσιτερ και Μπραντ Μπερντ. Τρία χρόνια αργότερα άρχισε να δουλεύει για τη Ντίσνεϊ. Το περιβάλλον όμως της εταιρείας, αλλά και ο σχεδιασμός ρεαλιστικών κινουμένων σχεδίων δεν του άρεσαν και σταδιακά έπεσε σε κατάθλιψη, περνούσε ώρες κάτω από το γραφείο του και ήταν επιθετικός προς τους συναδέλφους του.

Το 1982 η Disney αποφάσισε να τον αφήσει ελεύθερο να δημιουργήσει. Τότε κυοφορείται η μικρού μήκους ταινία «Vincent», μια σκοτεινή ιστορία κινουμένων σχεδίων, με γοτθικό φόντο, όπου ένα μικρό αγόρι ταυτίζεται με το Βίνσεντ Πράις και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, ζώντας μια φανταστική ζωή. Ακολουθούν κάποιες αποτυχημένες τηλεοπτικές προσπάθειες και μία ακόμα τρομακτική μικρού μήκους ταινία, το «Frankenweenie» (1984). Πρόκειται για μια παρωδία του Φρανκενστάιν, η οποία τελικά μπήκε στο συρτάρι, καθώς θεωρήθηκε ακατάλληλη από τη Ντίσνεϊ. Εκείνη όμως που του προσέφερε (αναπάντεχα) εμπορική επιτυχία, απελευθερώνοντάς τον καθολικά από την πίεση του δεδομένου, ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Pee Wee’s Big Adventure», το 1985. Η τηλεοπτική αναβίωση της σειράς «Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει» αποτέλεσε την αφορμή να στραφούν οι προβολείς πάνω του. Οι ιθύνοντες του επέτρεψαν να ξετυλίξει στη μεγάλη οθόνη τις ιστορίες του και να μας μυήσει στον παράξενο, ερεβώδη κόσμο του, αρχής γενομένης το 1988 με το «Σκαθαροζούμη». Μια μακάβρια και υπερφυσική κωμωδία που απέσπασε ενθαρρυντικές κριτικές και έκοψε αρκετά εισιτήρια.

Εντυπωσιασμένη η Γουόρνερ Μπρος από το αποτέλεσμα μιας τόσο χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγής, του αναθέτει το 1989 να σκηνοθετήσει το «Μπάτμαν». Η πρόκληση, αλλά και το βήμα που κάνει ο Μπάρτον προκαλεί ίλιγγο. Ο προϋπολογισμός ήταν μεγάλος, οι ηθοποιοί μεγάλα ονόματα για τον άσημο ακόμη σκηνοθέτη, ο χώρος της δράσης (Λονδίνο) άγνωστος στον ίδιο και το κυριότερο, αποφασίζει να δώσει τον ομώνυμο ρόλο στο Μάικλ Κέιτον. Η ταινία τελικά γίνεται μία από τις πιο επικερδείς στην ιστορία του σινεμά μέχρι τότε και οι πόρτες πλέον του ανοίγονται διάπλατα. Αργότερα ο Μπάρτον αποκάλυψε, ότι ποτέ δεν ήταν μεγάλος φαν των κόμικ, καθώς έπασχε από ένα είδος δυσλεξίας που δεν του επέτρεπε να ξεχωρίσει πιο καρέ έπρεπε να διαβάσει κάθε φορά.

Έχοντας πλέον αυτοπεποίθηση για τις δυνατότητές του και με πολύ περισσότερα εργαλεία στα χέρια του, δημιουργεί το 1990 μία από τις καλύτερες ταινίες του, έναν κλασικό πλέον κινηματογραφικό χαρακτήρα, ένα ρομαντικό τέρας, το θρυλικό «Ψαλιδοχέρη». Πρόκειται για ένα μαγικό παραμύθι, όπου ήρωας είναι ένα πλάσμα που αντί για χέρια, έχει ψαλίδια. Είναι μια ιδιόμορφη ερωτική ιστορία που μας βυθίζει βαθύτερα (από το «Σκαθαροζούμη») στο ιδιαίτερο σύμπαν του Μπάρτον. Ο «Ψαλιδοχέρης» δανείζεται πολλά προσωπικά στοιχεία του σκηνοθέτη, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο της ιδιαίτερης κόμμωσής του, αλλά και σκηνικά από την πόλη που μεγάλωσε! Αυτή η ταινία αποτελεί και την αφετηρία της συνεργασίας του με τον Τζόνι Ντεπ (οκτώ συνολικά), ο οποίος πλέον μετατρέπεται στο alter ego του.

Δύο χρόνια αργότερα κι ενώ η φήμη του τον έχει καθιερώσει ως ένα ιδιαίτερο μεν, αλλά εμπορικά πετυχημένο σκηνοθέτη, ο Μπάρτον επιστρέφει με το Σκοτεινό Ιππότη της Gotham City στο «Batman Returns». Το σκοτεινό σύμπαν του σκηνοθέτη μετατρέπει τον κόσμο του νυχτεριδάνθρωπου σε ακόμα πιο σκοτεινό και ακόμα πιο μυστηριώδη. Η ταινία μπορεί να σκαρφάλωσε στο box office, εν τούτοις η Warner Bros, τρία χρόνια αργότερα, στις προετοιμασίες του «Batman Forever», θα τον αντικαταστήσει με τον Τζόελ Σουμάχερ (κρατώντας τον μόνο ως παραγωγό), λήγοντας με αυτόν τον τρόπο τη συνεργασία τους.

Το 1994 δημιουργεί την πιο ανορθόδοξη φιλμική προσέγγιση των Χριστουγέννων. Ο «Εφιάλτης Πριν τα Χριστούγεννα» είναι μια ταινία σταθμός για τους λάτρεις του stop motion animation, αλλά και για τους μελαγχολικά ονειροπόλους, η οποία προοριζόταν για παιδικό βιβλίο, αλλά τελικά έγινε ένα σκοτεινό παραμύθι. Ο βασιλιάς της πόλης του Halloween (μιας πόλης γεμάτης φριχτά και αξιαγάπητα τέρατα), βρίσκεται κατά λάθος στην πόλη των Χριστουγέννων, απαγάγει τον Άγιο Βασίλη και αποφασίζει να κάνει τα δικά του Χριστούγεννα, με επακόλουθο να επέλθει χάος και καταστροφή. Τα χρώματα εντυπωσιάζουν, η μουσική μαγεύει και η ταινία ανεβάζει τον πήχη προς τις μεγαλύτερες ηλικίες! Δύο χρόνια αργότερα θα ασχοληθεί ξανά με το stop motion animation, ως παραγωγός όμως, με το «James And The Giant Peach», το οποίο δε θα έχει την ίδια αποδοχή από το κοινό.

Ακολουθεί το βιογραφικό «Ed Wood» (1994), μια ταινία για τον πιο αποτυχημένο εμπορικά και ιδιόρρυθμο σκηνοθέτη ταινιών b-movie κι αμέσως μετά το όχι και ιδιαίτερα επιτυχημένο «Mars Attack!» (1996), βασισμένο σε ένα δημοφιλές παιχνίδι με κάρτες επιστημονικής φαντασίας, όπου κυριαρχεί η αισθητική των b-movies. Το κόστος είναι αρκετά υψηλό, προορίζεται να αποτελέσει blockbuster, αλλά κοινό και κριτικοί διαφωνούν με τους παραγωγούς.

To 1999 αναβιώνει ο «Μύθος Tου Ακέφαλου Καβαλάρη», ενώ το 2001 ακολουθεί η επιστημονικής φαντασίας «Ο Πλανήτης Tων Πιθήκων» βασισμένη σε ομώνυμη παλαιότερη, εντελώς εκτός του γνώριμου ύφους του σκηνοθέτη, με αντιφατικές κριτικές. Στα γυρίσματά της όμως γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του, την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, μητέρα των δύο παιδιών του (νονός των οποίων είναι ο Τζόνι Ντεπ), αλλά και κινηματογραφική του μούσα (η «Νεκρή Νύφη», μία από τις πλέον απολαυστικές stop motion ταινίες του, είναι εμπνευσμένη αποκλειστικά από αυτήν). Στο παραμυθένιο «Big Fish» (2003), η γοτθική ατμόσφαιρα περιορίζεται σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του, δίνοντας μια περισσότερο ρεαλιστική ματιά, χωρίς όμως να απομακρύνεται από τα όρια της φαντασίας. Η ταινία στήνεται μέσα από φλασμπάκ της παιδικής ηλικίας του ήρωα, γιου ενός κατ’ εξακολούθηση ψεύτη, ο οποίος έχει δημιουργήσει έναν ολόκληρο παραμυθένιο κόσμο.

Για να φθάσουμε στο 2005, όταν μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το σοκολατένιο μυθιστόρημα του Ρόναλντ Νταλ «Charlie and the Chocolate Factory», με επιπρόσθετο στοιχείο τη μουσική και το χορό, στο «Δαιμονικό Κουρέα της Fleet Street» το 2007 και τέλος (2010), σε μία από τις πιο επικερδείς ταινίες όλων των εποχών, στην τρισδιάστατη «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», με την οποία συμπλήρωσε τις δημιουργίες του για τη δεκαετία που πέρασε.

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, ο Τιμ είναι φαν των ταινιών Bollywood. Έχει γράψει και εικονογραφήσει την ποιητική συλλογή «The Melancholy Death of Oyster Boy & Other Stories» το 1997, ενώ το 2009 εξέδωσε μια σειρά από σχέδιά του, υπό τον τίτλο «The Art of Tim Burton». Ντυμένος συνήθως στα μαύρα, ώστε να μη χρειάζεται να συνδυάσει χρώματα για να ντυθεί, κουβαλά πάντα μαζί του ένα σημειωματάριο και ένα σετ με νερομπογιές. Αν και έχει σκηνοθετήσει τόσες ταινίες, στο χώρο των videoclip έχει να επιδείξει μόλις ένα έργο, το «Bones» των Killers. Τέλος, εκτός από το μόνιμο πρωταγωνιστή του (Τζόνι Ντεπ), σχεδόν σε κάθε ταινία του συνεργάζεται με το συνθέτη Ντάνι Έλφμαν που έχει συνθέσει μερικά από τα πιο εξαιρετικά soundtracks του κινηματογράφου.

Ο σκοτεινός, εφιαλτικός και μακάβριος κόσμος του Τιμ Μπάρτον έγινε αφορμή να πραγματοποιηθεί στις 5 Μαρτίου με 5 Αυγούστου 2012, στο Cinematheque Francaise του Παρισιού, αναδρομική έκθεση με τίτλο «Tim Burton – The exhibition». Όλοι οι αλλόκοτοι ήρωες του εκκεντρικού παραμυθά ζωντάνεψαν μέσα από αντικείμενα, εικόνες, γλυπτά και άλλα αντικείμενα που έχει φιλοτεχνήσει ο ίδιος. Κατά την διάρκειά της προβάλλονταν κινηματογραφικά έργα του Αμερικανού σκηνοθέτη, ενώ πραγματοποιούνταν διαλέξεις και ειδικά μαθήματα σχετικά με το έργο του. Η έκθεση είχε σχεδιαστεί και στηθεί από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜοΜΑ) το 2009.

Μελαγχολικά τέρατα λοιπόν, φαρσέρ από τον κόσμο των πεθαμένων, άνθρωπος με ψαλίδια αντί χεριών, νεκρή νύφη, χριστουγεννιάτικος εφιάλτης, ακέφαλος καβαλάρης που επιστρέφει από την κόλαση ζητώντας εκδίκηση, αλλά και Σκοτεινός Ιππότης που προστατεύει τη Gotham City, κουρέας που μαγειρεύει ανθρώπους, μυθικός και εκκεντρικός άρχοντας της σοκολάτας, κορίτσι στη χώρα θαυμάτων, κατά συρροή ψεύτες, μάγισσες, αρειανοί, γοτθικά σκηνικά και πίθηκοι είναι κάποιοι από τους ήρωες που πλαισιώνουν τον εκκεντρικό κόσμο του μελαγχολικού παραμυθά Τιμ Μπάρτον. Κοινό γνώρισμα όλων αυτών των χαρακτήρων είναι η απεγνωσμένη αναζήτηση της αγάπης και της αποδοχής, ενώ (οι ίδιοι) διαποτίζονται από μελαγχολία. Όλοι στιγματισμένοι από τη διαφορετικότητα και την ασυμφωνία με το περιβάλλον ζουν σε έναν ανθρώπινο κόσμο, αλλά δε μοιάζουν «ανθρώπινοι». Γι’ αυτό ασφυκτιούν έξω από το περιβάλλον τους. Αντίθετα, στο σύμπαν τους επικρατεί ευδαιμονία, ευχαρίστηση, λύτρωση.

Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή, όπου η καθημερινότητα και η επιβίωση συνθλίβουν το Χαμόγελο και βιάζουν τη Ζωή, ο σκοτεινά παραμυθένιος κόσμος του Τιμ Μπάρτον, με τα συμπαθητικά αλλόκοτα πλάσματά του, ίσως να αποτελεί αντίδοτο σε ψυχοφάρμακα, κατάθλιψη, συνεδρίες ψυχοθεραπευτών και αποκρουστικούς πολιτικούς. Ίσως ταξιδεύοντας με τις εικόνες του, περιπλανώμενοι στους φανταστικούς του κόσμους, όπου η μαγεία αντικαθιστά το δεδομένο, η «τρέλα» τη λογική και το απίθανο την πλήξη, να αισθανθούμε ένα κυματάκι ευφορίας. Έστω προσωρινό!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s