ΑΦΙΕΡΩΜΑ 53ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΓΙΑ ΒΡΑΒΕΙΟ

Αναδημοσίευση από  την εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» της 4ΗΣ Νοεμβρίου

του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

Οι δύο  ελληνικές ταινίες που συμμετέχουν στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ είναι  Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού του Έκτορα Λυγίζου (πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του) και η ασπρόμαυρη Χαρά του Ηλία Γιαννακάκη (δεύτερη μεγάλου μήκους). Ήδη το φιλμ του κ. Λυγίζου έχει συμμετοχές σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και κέρδισε τιμητική διάκριση από το Κάρλοβι Βάρι.

Συζήτησα και με τους δύο σκηνοθέτες, που είναι εύγλωττοι για τις προθέσεις τους, όπως διαπιστώνεται και από τις ταινίες τους. Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού είναι μια άκρως ρεαλιστική ταινία με σύγκλιση προς την αλληγορία. Όσο για τη Χαρά μέσα από τη λιτότητα και το ρεαλισμό της είναι μια μεταφορά και αναφορά σε θεσμικά θέματα λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών.

Για να μην ξεχωρίζω πρόσωπα και καταστάσεις, για μένα είναι φανερό πως μία από τις δύο ταινίες (ή και οι δύο) θα κερδίσει μεγάλη διάκριση στο φετινό φεστιβάλ.

Παράλληλα, αυτά τα δύο φιλμ δείχνουν ένα δρόμο. Το ελληνικό σινεμά αλλάζει ραγδαία πορεία, κάτι που φάνηκε και την τελευταία τετραετία. Τώρα έχουμε πλήρη μετατόπιση με μετάθεση – μετάβαση της «ελληνικότητας» σε πιο παγκόσμια διάσταση. Μπορεί επίσης ο ήρωας του Αγοριού…. να είναι τοποθετημένος στις συνθήκες της σύγχρονης ελληνικής κρίσης, αλλά η περίπτωση δεν εγκλωβίζεται εκεί. Δεν είναι τυχαίο πως ο κ. Λυγίζος δηλώνει πως διάβασε ιδιαίτερα την Πείνα του Χάμσουν. Βέβαια, είναι λογικό στα ξένα φεστιβάλ να δίνουν σημασία και  κεντρώνονται στους πεινώντες Νεοέλληνες, αλλά, αν μείνουμε μόνο εκεί, θα αδικήσουμε κατάφορα μια πάρα πολύ ωραία ταινία με σαφή τη διεθνή γλώσσα της.

Το Αγόρι… κινείται στα όρια του υπαρξιακού δράματος με στοιχεία θρίλερ και μελλοντολογικής δημιουργίας, αλλά και στις παρυφές μιας σύγχρονης ταινίας εσωτερικού τρόμου. Εξαιρετικός ο βασικός ηθοποιός, συνεργάζεται υποδειγματικά με το σκηνοθέτη, για να αποδώσει μια ολόκληρη διαδικασία. Ο ήρωας αποανθρωπίζεται σταδιακά και ταυτόχρονα κάνει απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατήσει ζωντανά κάποια αισθήματα. Το κλουβί με το καναρίνι λειτουργεί ως μια μετωνυμία ασφάλειας. Η φωτογραφία υποδειγματική για το είδος που εξυπηρετεί, λειτουργικά υπερφωτισμένη.

Κι αν με ρωτάτε σε ποιο είδος σινεμά πλησιάζει το ελληνικό φιλμ, δεν θα  φεισθώ να απαντήσω σ’ εκείνο των αδελφών Νταρντέν και του Χάνεκε. Είναι μια σπουδαία επίδοση για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη κι αυτό τα λέει όλα.

Ο κ. Γιαννακάκης μάς στέλνει τη Χαρά, ιστορία μιας γυναίκας με (φαινομενικά) άπρεπη συμπεριφορά. Απαγωγή παιδιού αλλά και σωτηρία του, άρνηση να μιλήσει στον οποιονδήποτε. Είναι μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα; Αργότερα πληροφορούμαστε πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Έτσι φθάνουμε σ’ ένα ψυχολογικό, κοινωνικό θρίλερ, που αρχίζει με μια ρεαλιστική απεικόνιση αναπαράσταση, για να φθάσει στα όρια του ελαφρά υπερρεαλιστικού και να καταλήξει σε κοινωνικό νουάρ.

Μου έγινε φανερό πως συνειδητά ο σκηνοθέτης αναπαράγει κριτικά και ανατρεπτικά στερεότυπα του κλασικού, ελληνικού μελοδράματος, για να φθάσει όμως όχι στο δάκρυ αλλά στην αποστασιοποιημένη αντεξουσιαστική θέση.

Χαρακτηριστικό της αποδραματοποίησης που επιχειρεί είναι οι φωνές οφ των δικαστών. Τελικά γίνεται ξεκάθαρη μια άρνηση των θεσμικών συστημάτων απονομής δικαιοσύνης, γιατί έτσι ή αλλιώς οι νόμοι λειτουργούν με το μέσο όρο. Η συμπεριφορά της Χαράς, όπως μου είπε και ο σκηνοθέτης, είναι μια μορφή εξέγερσης. Η γυναίκα επιλέγει την αφασία, αρνείται να επικοινωνήσει με στείρους, ρηχούς όρους, να «απολογηθεί», να εξηγήσει και επιλέγει τη σιωπή, που θεωρεί ως την καλύτερη διαδικασία.

Το προσωπικό ύφος του κ. Γιαννακάκη, που επαναλαμβάνω αποτελεί δημιουργική κριτική μεταποίηση στερεότυπων του κινηματογράφου μας, είναι πειστικό και αινιγματικό. Διαχειρίζεται έντεχνα την εκκρεμότητα και σε μια χαλαρή αφήγηση μπολιάζει την αίσθηση μιας επικρεμάμενης έκρηξης. Είναι μια τεχνική αξιόλογη και λειτουργική, ενώ το φιλμ αποτελεί και ένα είδος απάντησης στο παντοτινό κινηματογραφικό θέμα και πρόβλημα της αναπαράστασης.

Εδώ το ερώτημα είναι διπλό: Δικαστές, ένορκοι και λοιποί επιζητούν μια λογική αναπαράσταση των γεγονότων. Παράλληλα, και εμείς ως θεατές ενδέχεται να θέλουμε περισσότερες, λογικές εξηγήσεις. Αυτό είναι, όμως, και το ζητούμενο του σκηνοθέτη, που φθάνει σ’ ένα πικρό, σιωπηλό τέλος. Λοιπόν, δεν είναι δυνατό «να διαπεράσεις το άλλο» και έτσι τελικά το φιλμ μετατρέπεται και σ’ ένα σχόλιο για την αδυναμία να επικοινωνήσουμε.

Είναι ευχάριστο να υπάρχουν δύο Έλληνες σκηνοθέτες ικανοί να συγκινήσουν την επιτροπή. Καλή τους τύχη, γιατί όντως το αξίζουν.

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s