«Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά» κι η γυναίκα του που γνώριζε περισσότερα…


Της Δέσποινας Βενέτη

Que sera, sera…

Μετά την εμπορική αποτυχία της μαύρης κωμωδίας «Ποιος σκότωσε τον Χάρι» («The trouble with Harry» / 1955) στις Η.Π.Α. κι αναζητώντας επειγόντως μια σίγουρη επιτυχία, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ αποφάσισε να σκηνοθετήσει ένα ριμέικ της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας της αγγλικής του περιόδου, «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά» («The man who knew too much»). Όπως ο ίδιος είπε στον Φρανσουά Τρυφώ, «η πρώτη ταινία ήταν το έργο ενός ταλαντούχου ερασιτέχνη ενώ η δεύτερη ενός επαγγελματία» -και πράγματι, το χολιγουντιανό ριμέικ του 1956, που επανέρχεται σε ανανεωμένη κόπια στη μεγάλη οθόνη, είναι ένα σαφώς ανώτερο σκηνοθετικά φιλμ, σε εντυπωσιακό Vistavision και Technicolor, με έξοχους πρωταγωνιστές αλλά και μια συνεπή κι άρτια ανάπτυξη τόσο της βασικής χιτσκοκικής προβληματικής της μεταφοράς της ενοχής, όσο και μιας κριτικής ματιάς πάνω στη θέση της γυναίκας στην αμερικανική οικογένεια της δεκαετίας του ’50.

Η ιστορία θέλει ένα ζευγάρι αμερικανών, τους Μπεν και Τζο ΜακΚένα (Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι, αντίστοιχα), έχοντας επισκεφθεί την Ευρώπη, να συνεχίζουν τις διακοπές τους με το μικρό τους γιο στο εξωτικό Μαρόκο. Εκεί θα συναναστραφούν ακούσια με κατασκόπους και τρομοκράτες, θα βρεθούν μάλιστα μάρτυρες της δολοφονίας ενός από αυτούς τους χαρακτήρες, ο οποίος πριν πεθάνει μεταφέρει στον Μπεν μια φοβερή πληροφορία: ένας ξένος πρωθυπουργός πρόκειται να δολοφονηθεί στο Λονδίνο… Η πλευρά των τρομοκρατών, προκειμένου να διασφαλίσει τη σιωπή του ζευγαριού, απαγάγει το αγοράκι τους μέχρι την εκτέλεση της δολοφονίας, που έχει προγραμματιστεί να λάβει χώρα σε μια συναυλία στο Άλμπερτ Χωλ, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης καντάτας, και ειδικότερα τη στιγμή ακριβώς που θα ηχήσουν -για μοναδική φορά- τα κύμβαλα! Το ζευγάρι καλείται να αποφασίσει αν θα αφήσει να εκτελεστεί η δολοφονία, προκειμένου οι απαγωγείς να μην βλάψουν το γιο τους. Η ενοχή έχει πλέον μεταφερθεί στους ίδιους…

Ο Χίτσκοκ από τα πρώτα δευτερόλεπτα του φιλμ μας ανακοινώνει ότι θα μας διηγηθεί πώς «ένα χτύπημα των κυμβάλων αναστάτωσε τη ζωή μιας αμερικανικής οικογένειας» -αυτή είναι μια από τις γνωστές του παιχνιδιάρικες δηλώσεις, που υποκρύπτει όμως κάτι ακόμη βαθύτερο από την κατασκοπική ίντριγκα που ταράσσει τα «ήρεμα νερά» της οικογένειας ΜακΚένα. Πραγματικά, ο γάμος του ζευγαριού δείχνει αρχικά ιδανικός, ασυννέφιαστος όσο κι ο ουρανός στο Μαρακές. Όπως όμως κάθε λογής κίνδυνοι ελλοχεύουν στο εκτυφλωτικά ηλιόλουστο τοπίο, έτσι κι η σχέση τους κρύβει καταπιεσμένες επιθυμίες και πικρίες. Η πρώτη ένδειξη δεν αργεί να μας δοθεί: η Τζο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την καριέρα της στο τραγούδι, προκειμένου να γίνει σύζυγος γιατρού και μητέρα, όπως απαιτούσε η εποχή αλλά προφανώς κι ο σύζυγός της! Λίγο αργότερα, εξάλλου, μαθαινουμε πως η καριέρα αυτή ήταν επιπλέον σπουδαία κι εξαιρετική, καθώς η Τζο έχει ακόμη πολλούς θαυμαστές που τη θυμούνται, τη θαυμάζουν και δεν παύουν να περιμένουν την επιστροφή της…

Στην ιδιαίτερα αποκαλυπτική -από πολλές απόψεις- σκηνή στο μαροκινό εστιατόριο, όταν η γυναίκα του ζευγαριού που η Τζο υποψιάζεται ότι τους παρακολουθεί τη ρωτά αν είναι η «διάσημη Τζο Κόνγουεϊ», ο Μπεν (εμφανώς ενοχλημένος) σπεύδει αμέσως να τη… διορθώσει, λέγοντας: «είμαστε ο κύριος και η κυρία ΜΑΚΚΕΝΑ!». Κατά το δείπνο τους, άλλωστε, με το ζευγάρι λίγο αργότερα, μας αποκαλύπτεται από το διάλογο πως υπήρχε τόσο η επιθυμία της Τζο να συνέχιζε την καριέρα της, όσο και η δυνατότητα -αρκεί απλώς να έμεναν στη Νέα Υόρκη ή σε κάποια άλλη μεγαλούπολη, αντί για την Ιντιανάπολις που επέλεξε ο άντρας της.

Καταλαβαίνουμε πως o Μπεν κατάφερε ώστε να υπερισχύσει πλήρως η δική του θέληση και οι επιλογές του, ουσιαστικά τερματίζοντας την τραγουδιστική καριέρα της γυναίκας του -στερώντας της, δηλαδή, τη ΦΩΝΗ και σε μεταφορικό επίπεδο! Ακόμη κι αυτή η αδυναμία του να καθίσει στο πάτωμα και να φάει κατά τον τρόπο που του υποδεικνύουν στο εστιατόριο, αλλά κι ο εκνευρισμός του όταν δυσκολεύεται να το επιτύχει, υποδεικνύει την έλλειψη ευελιξίας και προσαρμοστικότητας του Μπεν ως ατόμου, καθώς και την απροθυμία του να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση στις υποδείξεις/επιθυμίες κάποιου άλλου.

Επιπλέον, ο Μπεν απορρίπτει αβίαστα τις βάσιμες και καλοδιατυπωμένες υποψίες της γυναίκας του (η οποία προφανώς αντιλήφθηκε εξαρχής το επικίνδυνο της κατάστασης) αποδίδοντάς τις -ούτε λίγο ούτε πολύ- στη «γυναικεία καχυποψία»! Ακόμη κι όταν αποδεικνύεται ότι η Τζο είχε δίκιο, αν κι ο Μπεν το παραδέχεται, προβαίνει ωστόσο σε μια ακόμη δραστική, έως και επιθετική,  ενέργεια «φίμωσής» της: θεωρώντας την προφανώς ανίκανη να χειριστεί το φοβερό νέο της απαγωγής του γιου τους, τη ναρκώνει με ηρεμιστικά πριν της το πει, συνεχίζοντας (ακόμη κι αν τα κίνητρά του προέρχονται από αγάπη) να της επιβάλει τη θέλησή του!

Είναι ασφαλώς εξόχως ειρωνικό το ότι η Τζο όχι μόνο θα αποδειχθεί ικανή να χειριστεί την κατάσταση -και μάλιστα πολύ πιο επιτυχημένα από τον ίδιο- αλλά θα είναι κι αυτή που θα σώσει με τη ΦΩΝΗ της (αυτή που τόσο προσπάθησε ο Μπεν να «φιμώσει») τόσο τον ξένο πρωθυπουργό, αποτρέποντας τη δολοφονία του με τη διαπεραστική κραυγή της κατά τη διάρκεια της συναυλίας, όσο και το γιο τους, με το τραγούδι της να «πλημμυρίζει» το κτήριο της πρεσβείας και να φτάνει στον επάνω όροφο, όπου ο μικρός κρατείται, στελνοντάς του το μήνυμα ότι η σωτηρία του είναι κοντά.

Το εν λόγω τραγουδάκι είναι φυσικά το «Que sera, sera», η μεγαλύτερη επιτυχία στη μουσική καριέρα της Ντόρις Ντέι (η οποία αρχικά είχε επιφυλάξεις να το ηχογραφήσει, θεωρώντας το «παιδικό»), χρησιμοποιείται δε με εξαιρετικό δραματουργικά τρόπο στην ταινία, καθώς είναι ο προσωπικός «κώδικας επικοινωνίας» της Τζο με το γιο της (είναι έκδηλη η ανησυχία του Μπεν, όταν στην αρχή του φιλμ ακούει μητέρα και γιο να το τραγουδούν, σπεύδοντας να δηλώσει -μισοαστεία-μισοσοβαρά- ότι ο γιος του θα ακολουθήσει το ΔΙΚΟ ΤΟΥ επάγγελμα!). Συμπυκνώνει, εξάλλου, όμορφα και το περιπετειώδες μήνυμα της ταινίας: κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η τύχη από τη μια στιγμή στην άλλη…

Με τη ΦΩΝΗ ως σύμβολο πλέον χειραφέτησης, η Τζο αποδεικνύει το δυναμισμό της, διεκδικώντας ενεργό, ισότιμο ρόλο στην οικογένεια. Εντέλει, ο τίτλος της ταινίας αποδεικνύεται λιγάκι ειρωνικός, καθώς ο χαρακτήρας του Μπεν φαίνεται πως δεν γνωρίζει πια και τόσο πολλά: χαρακτηριστικές είναι οι αποτυχημένες του έρευνες, που τον οδηγούν λανθασμένα σε ένα… ταριχευτήριο, την ίδια ώρα που η Τζο έχει ανακαλύψει πού πραγματικά κρύβονται οι απαγωγείς! Μετά από αυτό το επεισόδιο τουλάχιστον, ο «άνθρωπος που γνώριζε πολλά» φαίνεται να παίρνει το «μάθημά» του: συνειδητοποιεί ότι η συνεργασία με τη γυναίκα του είναι απαραίτητη, και θα είναι οι δυο τους -ως ομάδα- που θα καταφέρουν τόσο να αποτρέψουν τη δολοφονία, όσο και να σώσουν το γιο τους.

Με όλα τα παραπάνω υπόψη, θεωρώ μάλλον απλοϊκές κι αφοριστικές τις απόψεις περί «μισογυνισμού» του Χίτσκοκ, που έχουν ανά καιρούς διατυπωθεί. Η κριτική του σχεδόν «διακοσμητικού» ρόλου της γυναίκας του ’50 μέσα στα πλαίσια του γάμου είναι ηχηρή κι άρτια στο φιλμ αυτό, ο δε Χίτσκοκ είχε πάντα εξαιρετικά δυνατούς γυναικείους ρόλους στις ταινίες του αλλά και στενές συνεργάτιδες σε θέσεις-κλειδιά (π.χ. η βοηθός του Τζόαν Χάρισον κι ασφαλώς η σύζυγός του, Άλμα, η αφανής συνεργάτης του σε όλες σχεδόν τις ταινίες του). Ο Χίτσκοκ αναγνώριζε τη δύναμη και τη σοφία των γυναικών αλλά παράλληλα έβλεπε τις γυναίκες (ειδικότερα, τον τύπο των γυναικών που τον έλκυαν ερωτικά) με έντονα φετιχιστικές, ηδονοβλεπτικές (και στην περίπτωση της Τίπι Χέντρεν, έως και καταδυναστευτικές!) τάσεις. Ωστόσο, το ένα δεν αναιρεί απαραίτητα το άλλο κι αυτός ο συγκερασμός αντιφατικών στοιχείων είναι ένας από τους λόγους που κάνει το έργο του Χίτσκοκ τόσο ιδιοσυγκρασιακό και προσωπικό, παρά το καταρχήν διασκεδαστικό, παιχνιδιάρικο ύφος των ταινιών του. Ας σκεφτούμε απλώς πόσες πιο προσωπικές από το «Δεσμώτη του ιλίγγου» («Vertigo» / 1958) ταινίες μας έχει δώσει δημιουργός της κλασικής περιόδου του αμερικανικού σινεμά…

Παρ’ όλες τις κάποιες «τρύπες» στην πλοκή του (ο Χίτσκοκ, άλλωστε, θεωρούσε την απόλυτη αληθοφάνεια υπερεκτιμημένη!), «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά» παραμένει ένα καλοσκηνοθετημένο, άκρως ψυχαγωγικό θρίλερ, με θαυμάσιες ερμηνείες και μια σκηνή ανθολογίας (αυτή της απόπειρας δολοφονίας στο Άλμπερτ Χωλ), μια σκηνή «καθαρού» σινεμά κι ένα μάθημα κινηματογραφικής αφήγησης και ρυθμού. Ό,τι καλύτερο, δηλαδή, για να περάσει κανείς ένα από τα τελευταία φετινά αυγουστιάτικα βράδια…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s